Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Ευτυχία. Μια ξεχασμένη έννοια...



  Σε ποια ευτυχία να αναφερθούμε, αυτή τείνει να γίνει η μεγαλύτερη ''άγνωστη'', συναγωνιζόμενη στις μέρες μας τον εαυτό μας τον ίδιο. Ο καθένας αναζητά την παγίωση της ευδαιμονίας με τρόπους θεμιτούς και αθέμιτους και βρίσκεται πάντα στο ίδιο το αποτέλεσμα, αν και είναι σίγουρο -πως η ευτυχία- δεν θεωρεί προαπαιτούμενο την ύπαρξη ούτε της ηθικής, ούτε και κανενός άλλου αντικειμενικώς ορθού μέσου. Είναι ακέραια, μονάχη και απολύτως υποκειμενική ομοίως προσβάσιμη τόσο από τον κοινό, όσο και από τον πλέον καλλιεργημένο νου. Πιστεύω πως αυτό είναι τοις πάσι κατανοητό. Η ευσυνείδητη τήρηση των ηθικών κανόνων προσφέρει ένα μόνο υποκατάστατο αυτής ή εάν προτιμάτε μία μόνον επιδερμική προσέγγιση, μια και η ανικανότητα δεν αποκαθίσταται, διότι ευτυχούν συνειδητά οι ικανοί. Εκείνοι που μπορούν να δημιουργήσουν κατά κάποιον τρόπο τις προϋποθέσεις. Οι ικανοί και αμέσως μετά οι ''υποβαλλόμενοι'', με τους τελευταίους να έχουν ένα ακόμη πλεονέκτημα έναντι όλων των άλλων. Μέσα από την πίστη-υποβολή τους -στην υπεροχή(;) της τωρινής κατάστασής τους- καταφέρνουν και δίνουν διάρκεια στο πολυπόθητο συναίσθημα. Οι άλλοι οι ορθολογιστές που είναι από την φύση τους πραγματιστές, αδυνατούν να αποδεχθούν ως ιδανική

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Περί έρωτος

  Το αντίθετο του έρωτα δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι το μίσος. Ποτέ. Ιδίως κάποιου 'απολίτιστου'. Μα και βέβαια ο βίαιος έρωτας δεν έχει ούτε πολιτισμό ούτε κοσμιότητα ούτε διάρκεια. Αν είχε, δεν θα ήταν ούτε μεγάλος ούτε από εκείνους τους δυσεύρετους, -ξέρετε εσείς που τους έχετε ζήσει-, θα ήταν κάποιος μικρός που μασκαρεύτηκε σε μεγάλο, την ώρα που διακαώς τον επιθυμούσαμε και καταφέραμε να τον εκμαιεύσουμε. Το μίσος λοιπόν, δεν ταιριάζει σε κανένα αντίθετό του -όπως και να ήταν αυτός-, παρά μονάχα στο βαθύ συναίσθημα, άρα μπορούμε να μιλάμε για οτιδήποτε, αλλά που αυτό το οτιδήποτε, πατάει σε αναμνήσεις, σε επιθυμίες, σε απόηχο, ίσως σε ελπίδες μακρινές αλλά όχι σε οίκτο ή σε μη-έρωτα εν κατακλείδι. Μην ξεχνάτε πως μέσα από οποιαδήποτε μορφή κακίας, κατά βάθος το άτομο οικτίρει τον εαυτό του και εξακολουθεί μέσα από τις ολόλαμπρες μομφές του, να ερωτεύεται τα χαμένα του. Χάδια ή όνειρα δεν έχει σημασία. Εκείνο που εξακολουθεί και σημαίνει, είναι πως ερωτεύεται όλα εκείνα που πιστεύει πως θέλει, εκείνα που τώρα θαρρεί πως ...δεν αξίζουν και που τα αξιολογεί εξ' αιτίας μίας βαριάς συνείδησης, οψίμως, ποταπά και άνευ αξίας. Μέγα το λάθος!
        Μετά και πίσω, στο αντίθετο μέρος του έρωτα -σε καμία περίπτωση- δεν ελλοχεύει το μίσος. Κρύβεται απλά το πλέον πονετικό ''τίποτα'' (με την νοσταλγική έννοια να ταιριάζει στο 'πονετικό'). Εκείνο -το τίποτα-, σημαίνει το τέλος και τον θάνατο της σχέσης. Όταν το πουλί πάψει να φτεροκοπά στο στομάχι η διαδικασία παύει, η αδιαφορία γίνεται ασυνειδήτως παρούσα και μιλάμε για τον ισχυρό αντίποδα. Τότε απλά δεν μας νοιάζει αν περνάει καλά ή άσχημα εκείνος ή εκείνη. Δεν μας απασχολεί αν ερωτεύεται ή όχι μακριά από εμάς και ούτε συνδέουμε την τύχη και την πορεία της ζωής μας αντιπαραθέτοντας την δική του, κρυφοκοιτάζοντας πηλίκα. Μπορεί να έχουμε νικήσει αφού το πνεύμα αποκτά και πάλι την ευλυγισία του, τον ρυθμό και την γαλήνη του, όμως όσα χρόνια και αν περάσουν ποτέ, θαρρώ πως όλοι εκείνοι που ερωτεύθηκαν βαθιά κι ανυπόφορα δεν θα πάψουν να πατούν στο χαλί της απόλυτης γνώσης και να κολυμπούν στην ομορφιά της φουρτούνας του απέραντου. 
         Όλο αυτό θα μπορούσε να έχει σχέση με μίσος; Δεν θα υποβίβαζε το γεγονός;
        Ο λόγος του χωρισμού ειλικρινά δεν έχει καμία σημασία -κατά την γνώμη μου-. Μπορεί να είναι η απάτη, το ψέμα, ακόμα και το χειρότερο είδος ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά όλα τα προηγούμενα έχουν να κάνουν με άλλες εκφάνσεις της ζωής, του χαρακτήρα και δεν ξέρω και εγώ με τι άλλο, μα σίγουρα όχι με αυτόν καθ' εαυτόν τον πυρήνα του έρωτα. Εκείνος δεν έφταιξε πουθενά. (Διαχωρίζουμε το συναίσθημα από το υποκείμενο)
           Η κάθε σχέση είναι και ένα ταξίδι. Και η νόμιμη και η παράνομη. Ιδίως η δεύτερη. Είναι πολύ φυσικό λοιπόν κάποιος να κουραστεί πρώτος, διότι σπάνια και οι δύο έχουν τις  ίδιες αντοχές. Κάποιοι ζητούν ακόμα και άλλο μέσον. -η πεζότερη και πλέον απαξιωτική αναφορά που έχω κάνει σε σύντροφο- αλλά έτσι είναι. Δεν είναι ούτε αθέμιτο, αλλά και ούτε κατακριτέο από την στιγμή που ανάγουμε τις ανάγκες ενός εκάστου ημών, σε κορυφαία επιδίωξη. Διότι τέτοια είναι. Και ίσως επιβάλλεται να είναι τέτοια, στα πλαίσια της ιδανικής ελευθερίας για την οποία αγωνιζόμαστε να προσφέρουμε πρωτίστως στον εαυτό μας -αν συμφωνείτε-.
              Μέχρι εδώ λοιπόν...  
        Πόνος ναι. Οργή επίσης. Πολύτιμα και τα δύο και τα επόμενα χίλια συναισθήματα. Όλα αποδεκτά με ευπρέπεια, όπως αρμόζει σε κάποιον ή κάποια με ήθος, με στωικότητα, με αυτοκυριαρχία. Με το αίσθημα της δύναμης να επιμένει παρόν.
             Μίσος όμως όχι.
            Με την ψυχρή λογική και την  ελευθερία ως προϋπόθεση κάθε υγιούς σχέσης, κανείς δεν είναι υπεύθυνος που δεν μπορεί πλέον. Η ψυχή δεν υπακούει σε λογικές. Άγχεται, ασφυκτιά και στο τέλος νικά. (Αν όχι, το άτομο υποκύπτει, καταθλίπτεται). Κανείς δεν μπορεί να ζητά εξηγήσεις από τον άλλον γιατί δεν θέλει, γιατί δεν μπορεί, γιατί δεν νοιάζεται. Ίσως και να μην δικαιούται να το κάνει. Απλά του συμβαίνει και του συμβαίνει όπως συμβαίνει σε εμάς να θέλουμε εκεί που η λογική η δική μας ωρύεται πως δεν πρέπει. Όμως να που συμβαίνει και κρατάμε τα αυτιά μας κλειστά μεροληπτώντας τα ίδια συμφέροντα. Και σάμπως ήταν καλύτερα να μην γνωρίζαμε; Να μέναμε ευχαριστημένοι μέσα στην πλαστική μας πρακτική πραγματικότητα; Και τα γουρούνια είναι ευτυχισμένα που δεν γνωρίζουν...
       Καλύτερο το ταξίδι επιμένω. Αν δεν σε βαρέσει ο αέρας ο θαλασσινός, πέλαγο δεν νοιώθεις...





Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Έφτασε η ώρα...

       Έφτασε η ώρα που συλλαμβάνω όλο και τακτικότερα τον εαυτό μου να αξιολογεί με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο τις ώρες μου. Ίσως ο λόγος να είναι πλέον πως πείθομαι πολύ ευκολότερα για την ενοχή παρά για την αθωότητα μου και ως εκ τούτου να πρέπει να αγωνισθώ ώστε να αποδείξω το αντίθετο. Σε μένα φυσικά, διότι κανείς άλλος δεν θα υπήρχε περίπτωση να μπει στην διαδικασία εκτός από τον εξομολόγο μου, που και αυτός αντιμετωπίζει προβλήματα φόρτου εργασίας. Η κρίση της ηλικίας ως φαίνεται δεν αφήνει κανένα σφάλμα ασυνειδητοποίητο ή αναξιοποίητο. Το τι από τα δύο συμβαίνει, σίγουρα χρήζει περαιτέρω συζήτησης. Βεβαίως και μεροληπτώ. Σαν άνθρωπος δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δίνω την χάρη που αξίζει σε όλα τα λάθη που με συνεπήραν κατά καιρούς σαν τον κακό μαθητή ή σαν τον άλλο τον επίμονο κηπουρό που επιμένει να ελπίζοντας ποτίζοντας την στεγνή ξερολιθιά. 
      Ο χρόνος φθίνει. 
    Η φθίνια του αυτή ήταν πάντοτε σε βάρος μας διότι αν το καλοσκεφθούμε -ο χρόνος- ήταν ανέκαθεν φίλα-εχθρικός απέναντί μας και άρα δικαίως τόσο αποτελεσματικός. Ποτέ δεν πήρε το μέρος μας και τώρα τρέχουμε να προλάβουμε σχεδόν εξαπατημένοι. Αγωνιούμε -ενίοτε κρυφίως- για όλα εκείνα που δεν πέρασαν ποτέ από το μυαλό μας και για όλα εκείνα που από κοντοφθαλμία υποτιμήσαμε. 
      -Μα δεν μπορούσε να γίνει κι αλλιώς! 
     Αυτό είναι το τεράστιο άλλοθι μας. Ας το αγκαλιάσουμε λοιπόν με την λατρεία που αξίζει στο μοναδικό μας σύμμαχο. Δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά -λέμε- διότι δεν ξέραμε, μα το κακό είναι πως πάντα μαθαίναμε αργά και υποπτευόμαστε καθυστερημένα. Πρώτος και καλύτερος ή χειρότερος ο υπογράφων, ο οποίος προτιμά από το διάβασμα την άπραγη σκέψη. 
          -Πώς θα ήταν εκείνο αν ήταν αλλιώς;  
       Βρες κάτι όμορφο βρε αδελφέ που να αξίζει να ασχοληθείς ώστε να μην μάχεσαι όψιμα με σένα αργότερα όντας χαζός, τότε που πίστευες πως τάχα ήσουν έξυπνος... Μάταια. Τίποτα δεν περνά από το καρτέρι μου. Ξέρω πως κάποτε θα περάσει, μα εύχομαι όταν αυτό θα γίνει να μην με βρει αδιάφορο, γιατί είναι πράγματι κρίμα να χάνεις κάτι κολασμένα όμορφο επειδή την δεδομένη στιγμή δεν ήσουν στην φάση σου. 

     Όποιος τον χρόνο μετρά, συναγωνίζεται με την ιδέα του καταθλιπτικού θανάτου ο οποίος χάνει την αίγλη του -ως ύψιστο λυρικό γεγονός- και γίνεται αγωνιώδης και θλιβερός ακόμα και αν είναι τόσο μακριά που μοιάζει με κεφάλι καρφίτσας. 
       
      

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Θα έλεγα πως...


   ...η κάθε γυναίκα οφείλει στον εαυτό της την έπαρση εκείνη που δικαιούται. Την περηφάνια που έχει οικειοθελώς εγκαταλείψει επιλέγοντας την εκούσια οδύνη μέσα στον βίαιο καταναγκασμό της εποχής, που απαιτεί από αυτήν τελειότητα σε όλους τους τομείς. Το λάθος είναι καθαρά δικό της διότι σπεύδει σε απολογία πριν της ζητηθεί. Και εξηγούμαι...
     Ο κάθε άντρας οφείλει σεβασμό στο κορμί και στο πνεύμα του κάθε θηλυκού. Ιδίως στο πνεύμα του, διότι η γυναίκα ερωτεύεται όλα εκείνα που οι άντρες αγνοούν. Η κάθε γυναίκα μέσα από την ευαλωτότητα της φύσης της, αποζητά στο βάθος της σιγουριά και σύνεση στο άγριο δόσιμο. Κάθε δόσιμο κάθε γυναίκας -τουλάχιστον στη αρχή- είναι άγριο γιατί βολεύει μέσα της πέραν του προφανούς και ένα σύνολο χιλίων ακόμη εννοιών, που όλοι εμείς πλασμένοι πεζότεροι αγνοούμε την ιερότητά τους. Ο στόχος λοιπόν από όλους εμάς, χάνει την ουσία του και καταλήγει στο σώμα. Μέγα λάθος! Ο ''στόχος'' είναι το μυαλό. Αν κάποιος κερδίσει το μυαλό της απολαμβάνει τα πάντα.
           -Αν πιστεύεις πως θα φτάσεις στο κρεβάτι μαζί μου απατάσαι. Αμύνεται αυτή.
       -Αν πιστεύεις πως ζητάω τόσα λίγα από εσένα, κάνεις λάθος. Της χαμογελάει και συνεχίζει να της λέει κοιτώντας την ίσια στα μάτια: Το κορμί σου έχει ελάχιστα να μου δώσει. Ο παράδεισος κρύβεται μέσα στο μυαλό σου, αλλά δεν το έχεις ακόμη καταλάβει... Αν έχω το μυαλό σου σε έχω ολόκληρη όπως ακριβώς σε χρειάζομαι. Όπως ακριβώς σε θέλω, Όπως ακριβώς σε ονειρεύομαι...
            Πιστεύετε πως όλα αυτά λέγονται μόνο στα παραμύθια; Αν ναι, κάνετε λάθος. Απλά δεν έχει τύχει να δώσετε την αξία που αρμόζει στον εαυτό σας ώστε να εμπνεύσετε κάποιον να σας τα πει ή έστω να σας τα δείξει με τον τρόπο που εκείνος ξέρει.
           Κάθε ελάττωμα του κορμιού της κάθε γυναίκας, έχει κάτι να πει σε εκείνον που ξέρει να το διαβάζει. Κρύβει την δική του μικρή ιστορία και την άλλη, την κρυφή του διαδρομή. Ο κάθε ένας από εμάς παίρνει μαζί με την κατάφαση την δική σας και όλη σας την ιστορία και αυτό σίγουρα δεν λίγο. Καθόλου λίγο. Κρατάμε στα χέρια μας μια ολάκερη εμπιστοσύνη και έναν άνθρωπο. Αυτό από μόνο του είναι κάτι το τεράστιο και ως τέτοιο οφείλει να εκτιμηθεί. Αν δεν συμβαίνει το φταίξιμο ανήκει σε εσάς που δέχεστε αβρόχοις ποσί, ''σχήματα'' που δεν σας ταιριάζουν!
             Η έπαρση -με την ευγενή-καταδεκτική έννοια του όρου- λοιπόν και η γνώση για όλα αυτά που μας μας προσφέρετε είναι ότι χρειαζόμαστε για μπορέσουμε να απολαύσουμε τον παράδεισο στην αγκαλιά σας διότι μόνο ένας κουτός ή κάποιος ανασφαλής θα αποζητούσε μια αφελή στο πλάι του, όσο ωραία και αν ήταν. Οι έξυπνοι άντρες θέλουν και έξυπνες γυναίκες, ώστε μέσα από την ευγένεια να απολαύσουν και την ''βαρβαρότητα'' της εναντίωσης και την χαρά του φιλιώματος...

*******************************************************************************                                                                       

             Απλές σκέψεις...



      Ο πυρήνας του υλισμού δεν βρίσκεται μόνον στην ''πέτρα'' αλλά και στον άκρατο ορθολογισμό που νοεί το ίδιο συμφέρον ως το μόνο νόμισμα συνδιαλλαγής με τον καθέναν. Η ιδέα εκείνη που απέχει ολοσχερώς της ρομαντικότητας, ενέχει σκληράδα ακόμα και εάν είναι ορθή. Η ''καμπύλη'' στις σκέψεις και τις πράξεις μας είναι ίσως εκείνη η θωριά που βοά δια της απουσίας της από τις ζωές μας. Το ίδιο πράγμα ειπωμένο αλλιώς. Η ίδια γλώσσα που στέκει μέσα από το χαμόγελο και όχι πάνω σε κάποιο δόντι. Ιδίως όταν το δίκιο είναι με εμάς. Ιδίως τότε. Πανάθεμα...

*******************************************************************************                                                            


          Τελικά όσο μεγαλώνω νοιώθω τις διαφορές μου με όλους αυτούς που συναναστρέφομαι να μικραίνουν με ένα εντελώς ανεξήγητο τρόπο. Θα έλεγε κανείς πως ή η χρόνια αντιπαράθεση με το διάφορο καματώνει ή πως το επουσιώδες γίνεται επιτέλους αντιληπτό...



******************************************************************************************                                                                
     

      Περί λογοτεχνίας....



          Η αλήθεια είναι -και δεν ξέρω αν πρέπει να κατηγορήσω τον εαυτό μου γι' αυτό- πως από την εποχή της αποφοιτήσεώς μου από το σχολείο το 1977, έχει αλλάξει δραματικά ο τρόπος επιλογής κάποιου βιβλίου. 
           Πρώτα με μάγευε η ψυχολογία και πάλεψα με Φρόιντ, με Βίλχεμ Ράϊχ με Κάντ, -που μεταξύ μας δεν τους πολυκαταλάβαινα- κατόπιν μεταξύ άλλων στάθηκα στον Σαούλ Μπέλοου στον Γιάλομ και πριν προλάβω να ολοκληρώσω κι αυτούς, έπιασα τον Καργάκο σε ένα βιβλίο σχετικό αν θυμάμαι καλά με την Παλαιά Διαθήκη. Αργότερα ''ξέπεσα'' διαβάζοντας λίγο από οτιδήποτε, από όλους, αναγνωρισμένους και μη. 
          Σήμερα έχω πάψει να διαβάζω. Έχω γίνει πολύ δύσκολος αν όχι τεμπέλης. Σήμερα ζητάω κάτι απόλυτα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τα δικά μου, που σημειωτέον ούτε και εγώ τα γνωρίζω επακριβώς. Έγινα εγωιστής; Όχι. Νομίζω πως έγινα λιγότερο συνεργάσιμος. Θέλω εκείνο που θέλω όπως το θέλω, αλλιώς δεν διαβάζω, γράφω. Ο βασικός λόγος που κάθε έργο μου (δώδεκα μέχρι σήμερα) έχει διαφορετικό ύφος γραφής και εντελώς αλλιώτικο περιεχόμενο είναι αυτός. 
          Το γράψιμο είναι ανάγκη, δεν είναι δουλειά. Σε καμία περίπτωση... 
        Ο κάθε ένας από εμάς που γράφει -είπε κάποιος-  ζει όλα εκείνα που δεν μπορεί στην κανονική ζωή του. Δεν θυμάμαι ποιος το είπε, αλλά δεν θα συμφωνήσω απόλυτα. Θεωρώ πως κάθε ένας από όλους εμάς -που έχουμε ανάγκη το γράψιμο-  γινόμαστε πολύ τακτικά ηθοποιοί του εαυτού μας. Παίρνουμε ένα ρόλο και τον ''λιανίζουμε'' κάποτε με επιτυχία και άλλοτε χωρίς αυτήν. Το παλεύουμε όμως. Το παλεύουμε. Γιατί ο ρόλος που παίρνουμε δεν μπορεί να μας είναι πάντοτε αρεστός. Και δεν πρέπει να είναι, διότι αν ήταν, θα παραμένομε αδρανείς στο ίδιο σημείο και θα επαναλαμβανόμεθα στο διηνεκές με τα ίδια λόγια, στο ίδιο μοτίβο, με την πρόοδο του σημειωτόν βήματος  θαρρείς, του ξεχασμένου στρατιώτη...
       
           Έξω από όλα αυτά, η γνώμη μου είναι πως κάποιο έργο για να κριθεί λογοτεχνικό, θα πρέπει να έχει πέρα από μία όμορφη υπόθεση, ένα ιδιαίτερο τρόπο γραφής, που να καθηλώνει με την ωραιότητα της πλοκής των λέξεων και των νοημάτων του ή να καταφέρνει μέσα από μία μικρή, απλή καθημερινή ιστορία να περιγράφει ζωές, καταστάσεις ψυχολογικές ή μη, που όλοι να βρίσκουμε στις προτάσεις του,  κάπου τον εαυτό μας και να τις κρίνουμε αβίαστα ως αληθείς.              
          Βεβαίως θα μπορούσε να τα έχει και όλα μαζί. Πάντως και μία λιτή, λιτότατη γραφή, που 'τσακίζει' πάγιες αντιλήψεις, ανοίγοντας νέους δρόμους παρουσιάζοντας εν παραλλήλω τα όμοια πράγματα διαφορετικά, μέσα από την πολυπλοκότητα της αλήθειας -η οποία ασφαλώς και δεν είναι μία- , θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί επίσης αξιόλογη...
            Πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο του Χουάν Μπένετ "Το ύφος ενός εγκλήματος''. Ο εκδότης μου ο οποίος μου το προσέφερε, μου είπε πως πρόκειται για ένα είδος ελλειπτικής λογοτεχνίας με μεγάλο ενδιαφέρον. Πράγματι εάν κάποιος ξεπερνούσε μια παράγραφο ήταν σαν να είχε αφήσει αδιάβαστες τρεις σελίδες! Τα αναφέρω όλα αυτά για να τονίσω την αξία του λιτού ύφους όταν προσφέρεται με τέτοια τέχνη. Ήταν η πρώτη φορά που διάβασα τόσο ρεαλιστικούς διαλόγους και οφείλω να δηλώσω ειλικρινά ενθουσιασμένος:
              -Επιτέλους γύρισε ο λοχαγός μας. Είπε ο Ολβέρα με τον γνώριμο ειρωνικό του τρόπο. Πώς πήγαμε καλά;
                -Τίποτα συνταγματάρχα μου τίποτα. Κανένα ίχνος.
                 -Σίγουρα τίποτα λοχαγέ μου; Σίγουρα τίποτα;
                 Αυτό είναι είναι ελάχιστο δείγμα των διαλόγων του έργου. Η μεγάλη του ομορφιά κατά την γνώμη μου κρύβεται στην επανάληψη της λέξης τίποτα η οποία -επανάληψη- δίνεται με ένα απόλυτα φυσικό τρόπο που όλοι γνωρίζουμε, χρησιμοποιούμε αλλά ξεχνάμε ή δεν επιλέγουμε να την αποτυπώσουμε στο χαρτί...