Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Κουβέντες μονάχες... (2)

Και τώρα που σε κοιτώ πες μου στ’ αλήθεια τι είναι εκείνο που βλέπεις όχι με τα μάτια σου μα με τις αφές των χεριών σου. Πες μου κι εγώ δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτές, γιατί όλοι εμείς που αγαπάμε όχι από συνήθεια, ούτε από ανάγκη, μα γιατί έτσι μας έτυχε, αγαπάμε κι ερωτευόμαστε το ίδιο δυνατά. Όλοι μας. Σχώρα με που δεν κατέχω τις διαφορές που άλλοι τις λένε ‘’ειδοποιούς’’ και μιλάνε με όρους και σημασίες περισπούδαστες, εγώ στάθηκα φτωχός κι έτυχε να μπερδεύω την αγάπη και τον έρωτα με την ζωή την ίδια. Με την ζωή είπα; Με την ζωή, δίκιο έχεις κι εσύ κι εγώ, με την ζωή λοιπόν κι αν δεν με πιστεύεις πες μου με τα χέρια σου τι βλέπεις για όσο εγώ θα σου μιλάω για όλα εκείνα που νοιώθω και μην φανταστείς πως είναι πολλά, όχι, ένα είναι μωρέ όλο κι όλο, μα δεν βρίσκω ο χαζός το όνομά του.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Με ακούς Μαρικάκι;

Πίσω από μία σελίδα, με τα μάτια ανοιχτά σε βλέπω παρούσα μέσα από το πράσινο κουκλάκι που διάλεξες για μασκότ, σε κοιτώ πίσω από το παράθυρο της οθόνης, μέσα από όλα εκείνα που έχω βαρεθεί και συνηθίσει πια. Μέσα από την θερμή ανώνυμη μοναξιά μου, σου γράφω στα πλήκτρα συνεντεύξεις με αξιοθαύμαστη  γρηγοράδα, εκπαιδευμένος καλά. 
Σου αναλύω κάθε σκέψη, κάθε επιθυμία και κάθε πόθο μακρινό γυρεύοντας στο πρόσωπό σου, αυτιά που να θέλουν να ακούσουν, αυτιά που μετέχουν και κείνα, θελημένα ή αθέλητα στο μεγάλο παράπτωμα της γοητείας της απομόνωσης και της μαγείας της μαγικής, με ένα ποτάκι, ένα ποντίκι και ένα χαμόγελο, πότε στραβό και πότε ίσιο.
Μα δεν γινόταν αλλιώς, Μαρικάκι, η μοίρα το θέλησε κι αν θέλεις να ξέρεις είμαστε η πλειοψηφία, που αν επίσης θέλεις την λες ‘’γεμάτη θλίψη’’, μα είμαστε όμως και αυτό, ίσως και να είναι το τελευταίο που έχει μας απομείνει, το άλλοθι, πως τάχα δεν γινόταν τίποτα άλλο εκτός από αυτό που πράγματι έγινε…
Εσύ δηλαδή από εκεί και εγώ από εδώ, με λιγότερη αλαζονεία τώρα που κομμάτι γνωριστήκαμε και σκαρώσαμε έξω από το τεράστιο σφάλμα μία όμορφη παρέα που λέω να την ονομάσουμε ‘’Η ευτυχισμένη δυστυχώς πραγματικότητα.’’

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Κοτόπουλο με πατάτες...

Να φοβάστε την ώρα όπου το πλήθος των χρωμάτων θα πάψει να δείχνει αναγκαίο και την στιγμή όπου όλα τα γούστα θα συγκλίνουν. Να τρέμετε τον καιρό όπου οι γνώμες θα έρχονται σε ένα γάρμπος τόσο αρμονικά δεμένο με την παρουσία όλων μας στο περίγυρο, όπου οι μάχες θα ακυρώνονται από την λογική της όποιας πολιτικής, του όποιου θέματος.
Ποτέ δεν υπήρξε χειρότερο ενδεχόμενο από εκείνο της ειλικρινούς και εθελουσίας αφομοίωσης της παρεκκλίνουσας γνώμης, της ανένταχτης ιδέας, του περιθωριακού ‘’ψηφίσματος’’. 
Ποτέ! 
Ποτέ, γιατί ποτέ η πλειοψηφία σε καμία ιστορία δεν ανέδειξε τίποτα το απίθανο. Η κοινή γνώμη ανέκαθεν κατέφασκε αρκούμενη στα ειωθότα, στις συνταγές τις τετριμμένες, στις σίγουρα ‘’άγιες’’ και στο βήμα εκείνο του σημειωτόν. Βολόδερνε σε όλη της την ζωή στο κοινώς αποδεκτό στο ίσαλο και έτρεμε την όποια αλλαγή, λατρεύοντας την ‘’τίμια’’ συντήρηση και το ‘’ευγενές’’ στο παγκόσμιο δεσποτικό βλέμμα.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Ε.., ψιτ, ψευτοδυσαρεστημένε για εσένα μιλάω...




Η αδράνεια είναι το καλύτερο μέσο συνηγόρησης, η σιωπηλή κατάφαση, η δυστυχής αποδοχή...



Λοιπόν εσύ είσαι αυτός που ολημερίς βογγάς. Σε μάθαμε λοιπόν λαμόγιο του σωρού, ψευτοεπαναστάτη, λουφαδόρε του αγώνα των άλλων. Η μούρη σου έχει την όμοια όψη την γλυκερή με εκείνη του προδότη κι ο πισινός σου τον ήχο της ξεχαρβαλωμένης γριάς τον κούφιο, γιατί έμαθες πάντοτε να ζεις το τέλος της μάχης στο ημιδιάφανο της κατάστασης. Σου γουστάρει το σκύλεμα των νεκρών εχθρών σου, γιατί ποτέ δεν τους σεβάστηκες –όποιοι και αν ήταν- γιατί ούτε που τους γνώρισες ποτέ σου. Πάντοτε τους φοβόσουν ή ακόμη χειρότερα τους βαριόσουν κι απαξιούσες, όταν εκείνοι σε πολεμούσαν, εσύ βασιζόσουν σε κάποιων άλλων το σθένος.
Αγωνιστή του καναπέ και της ελαφριάς συνείδησης, εσύ που προτρέπεις συνεχώς μα στο τέλος απέχεις δεν σε λυπόμαστε. Καθόλου δεν σε πονάμε για όλα τα δεινά που κλαίγεσαι πως σου συμβαίνουν. Καθόλου δεν θα μας λείψεις, γιατί ποτέ σου δεν ήσουν με όλους εκείνους που βράχνιασαν έστω και μια φορά, όπως και αν μπορούσαν.
Ξεφτίλα της καλοπέρασης, αναπαύσου και κοίτα την κοιλιά σου να μεγαλώνει και τις κοπελιές που από μακριά γουστάρεις, να σου διδάσκουν το νόημα της πάλης. Κράτα τα παιδιά σου στο σπίτι και δίδαξέ τα το νόημα της έξυπνης διαχείρισης. Μάθε τα να βουτάνε τον κόπο των άλλων όπως και εσύ κάνεις….

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Το ξεχαρβάλωμα του ήθους

Καθόλου τυχαία η οσμή σήψης που απλώνεται ως επιδημία σε όλη την επικράτεια, καθώς μία ακόμη μύτη του αποστήματος εξερράγη με τρόπο γνωστό. Το ανακύπτον ζήτημα μοιάζει στα εξοικειωμένα αυτιά μας, χάδι (ομιλώ περί της απάτης στον οίκο του ναύτου) και την στιγμή ακριβώς που ενδελεχούμε στην επόμενη είδηση γίνεται και αυτή, η απάτη, μια ιστορία που δεν μας εξέπληξε ποτέ. Το μόνο που κατάφερε, ήταν να μας κάνει να κουνήσουμε το κεφάλι. Δύο ή τρεις φορές όχι παραπάνω.
Επανερχόμενος λέγω, πως καθόλου δεν είναι τυχαία η κατάσταση αηδίας που έχει τον ασυμάζευτο, σε μία χώρα που όχι μόνο νοσεί στο σύνολό της, αλλά έχει φτάσει και στο σημείο να καταφάσκει την αηδιαστική σήψη της.

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Περί ηρώων ο λόγος.

Και που μάθατε εσείς μωρέ την πάστα των άξιων; Πούθε κανονίσατε, ποιους, θα ονομάσετε έτσι; Κανείς δεν σας δίδαξε, πως ο ήρωας δεν είναι ούτε 'όμορφος' αλλά ούτε και 'ευγενής'; Κανείς δεν σας είπε πως εκείνοι που αρέσουν, δε μπορούν την ορφάνια του; Κανείς, πως οι κοινοί σαν και του λόγου σας, δεν αντέχουν μήτε το όνειρο αλλά και μήτε την μοναξιά του;
Γιατί ετούτο σας λέγω μοναχά, πως ήρωας είναι εκείνος που δεν νοιάζεται. Ήρωας είναι ο λεύτερος εκείνος που δεν υποτάσσεται και έχει το μυαλό στον αγώνα. Ο ήρωας κοιτάει το συμφέρον της πατρίδας και δεν υπολογίζει φοβέρες γιατί είναι καμωμένος για τα δύσκολα. Αγωνιάει ορμές μωρέ. Χαστούκια δίνει και δεν συνδιαλέγεται. Πολεμάει. Από ευγένειες δεν νογά, γιατί δαύτες είναι μαντήλια για τα σάλια των λακέδων.

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Κουβέντες μονάχες…(1)

Δεν ήταν τα μάτια σου, ούτε και η μορφή σου είχε εκείνο το σπάνιο που κάνει μια ομορφιά εξαίσια, ήταν όμως το βάθος μου που άδειαζε και ο ρυθμός! Ωοο μα βέβαια, ήταν ρυθμός της ανάσας σου και το στομάχι γροθιά, που τα άλλαζε όλα και τα έκανε κάπως πιο μοναδικά να πω ή κάπως πιο τέλεια, αν γινόταν. Και το στόμα σου και αυτό. Πώς, και αυτό ήταν που έστεκε μισό ανοιχτό και μισό κλεισμένο. Κόκκινο. Πώς, ήταν και αυτό… Και η ανάγκη που ξεχωνόταν. Και η ανάγκη που είναι νόμισμα ακριβό σα ξεχώνεται κι αυτό να το ξέρεις πως υπήρχε κοντά μας…
Έπειτα, μέσα σε όλα εκείνα που θυμάμαι, ήταν και μία χαρά ξεχωριστή που με έκανε να μην κρυώνω μέσα στο κρύο και να μη θέλω να φύγω την ώρα που η ώρα περνούσε και έφευγε εκείνη. Και έπρεπε να φύγω. Έπρεπε να το κάνω για λόγους χαζούς.