Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Η μεγάλη απόφαση

Αντίκρισα για άλλη μία φορά την βαριά ξύλινη πόρτα που επέμενε να στέκει μπροστά μου κάθε φορά που ένοιωθα την ανάγκη για ζωή να με πνίγει. Το χρώμα της παρέμενε πράσινο βαθύ και περίεργο, γιατί έγερνε σε εκείνο του κυπαρισσιού των νεκροταφείων που τα σούρουπα το μπέρδευα με το μαύρο. Οι κάθετες τάβλες της, παχιές και στέρεες καμωμένες από καλό τεχνίτη του μεσαίωνα θαρρείς, με μεράκι και γούστο βαρύ. Οι αμπάρες και οι μεντεσέδες της όμως, είχαν επάνω τους όλα εκείνα που φοβόμουν γιατί η σκουριά είχε απλώσει την αγριάδα της σε όλη τους την επιφάνεια και με τρόμαζε αυτό γιατί κάθε που πήγαινα να αγγίξω το μεταλλικό της χερούλι, με αγρίευε μέσα από διάφορους συνειρμούς, εκείνη η τραχιά συμφορά του άγνωστου που καραδοκούσε πονηρά και ως αίσθηση απτή στο χέρι μου, αλλά και ως κάποια άλλη υποδόρια πονηρή σαν μια ενσάρκωση του κακού, βαθιά μέσα στο μυαλό μου. 
Ανάσανα. Ο πόνος χρειάζεται γενναιότητα, το ίδιο κι ο φόβος. Δεν ξεπερνιούνται αλλιώς. Η ζωή μέσα στο σίγουρο μοιάζει με εκείνη του ζώου του λεύτερου που αποφασίζει να ζήσει σε κλουβί τις υπόλοιπες μέρες του. 
Δεν θα γινόμουν μια τέτοια. Όχι εγώ...