Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Αγάπες στα κάγκελα πίσω.


Θα μπορούσε πίσω από το αγνό συναίσθημα να καραδοκεί η ανάγκη. Η ανάγκη εκείνη που κάνει τον δρόμο να χάνει το προορισμό του και να γίνεται μια κίνηση κυκλική ατέρμονη επιληπτικά σφαδάζουσα εν όψει του μεγάλου κινδύνου της απώλειας. 


Μέσα από όλες τις δίκαιες απολαβές που χάνουν στο 'όριο'* το χρώμα τους, η όψη του αναγκαίου ‘’μαγαρίζει’’ και τον σκοπό, αλλά το όραμα της σχέσης καθώς, τίποτα έξω από το λευκό δεν θα άρμοζε στο ευγενέστερο των συναισθημάτων. Η απαίτηση ποτέ δεν είχε αγαστή συνεργασία με την ηρεμία της απόδοσης, κάτι τέτοιο άλλωστε πολύ φυσικά θα σηματοδοτούσε τον ορισμό του οξύμωρου…

Η απαίτηση, καταντά την ελευθερία της απόδοσης(1) σε καθημερινή τυραννική μαρτυρία (του συναισθήματος) καθώς η τελευταία αγωνιά αναγκαζόμενη -εκ των πραγμάτων- να εφευρίσκει τρόπους, μια και τα λόγια από πολλού έχουν πάψει την αξία τους.

Κακά λοιπόν τα ψέματα. Ας μιλήσουμε την γλώσσα που καταλαβαίνουμε καλύτερα:

· Σε αγαπάω αλλά έχω ανάγκη τις καθημερινές σου οφειλές στο συναίσθημα-ανάγκη, που νιώθω για σένα όντας ανασφαλής και μετέωρος. Χρειάζομαι την παρουσία σου δίπλα μου γιατί συμπληρώνω με αυτήν όλα εκείνα που με κάνουν να πιστεύω πως χαίρω της αποδοχής όχι μόνο της δικής σου αλλά και των υπολοίπων ανθρώπων που συναναστρέφομαι. (για να είναι -ο υποφαινόμενος- μαζί με την τάδε, δεν μπορεί παρά είναι καλός ή έστω ανεκτός…) 

· Σε κρατάω καλά κλεισμένο/η μέσα στα όρια που ορίζουν την ελευθερία σου, της οποίας δραγουμάνος είμαι εγώ. 

· Σε αφήνω ελεύθερο/η να κάνεις εκείνα που δεν τροφοδοτούν με υποψίες και ανασφάλειες τον ηττημένο ψυχισμό μου που όμως αντρειώνεται σε στιγμές έντασης, απειλώντας, φορώντας την πλέον πρόχειρη λεοντή πως: εμένα κανείς δεν χειραγώγησε, πως εμένα κανείς και καμιά δεν διέταξε,πως πουθενά δεν υπέκυψα. Κατόπιν αυτών απολαμβάνω μια πύρρεια νίκη που αναπαύεται στο δικό σου μεγαλείο (ανοχής), στις δικές σου άφατες ανάγκες ή στους όμοιους φόβους σου. 

· Δυναστεύω με τρόπο έξυπνο κάθε σου ελευθερία. Σε εμπιστεύομαι εμπρός, αλλά αδυνατώ ενδομύχως να πράξω το αυτό με τα ενδεχόμενα κάποιας υπαναχώρησής δικής σου υπό το πνεύμα της άξαφνης ευδοκίμησης των ακραίων συναισθημάτων σου που θα σημάνουν την 'επιπόλαιη' δοκιμή μιας ηθικής ανταρσίας… και αυτό όχι για το ενδεχόμενο της ψυχικής σου φθοράς αλλά απεναντίας για εκείνο της ίδιας σωματικής-πνευματικής σου ανάτασης και πιθανής λευτέρωσης από τα δικά μου δεσμά. Τρομερό; 

· Σε αγαπάω, αλλά σε προτιμώ πλάι μου. Μέσα στην οικεία συναισθηματική μας κατάπτωση(2) παρά ξέγνοιαστο/η στο πλάι του χώρου όπου θεωρώ και ενδεχομένως θεωρείς πως θα μπορούσες με ευκολία να υπάρξεις. Ανθρώπινο ή ιταμό;

Καλώς ή κακώς οι περισσότερες σχέσεις (στο ρηχό ή το βαθύ τους επίπεδο) σε αυτή τη ‘πλατεία’ συχνάζουν. Ξεκινούν τη διαδρομή τους με τις καλύτερες προϋποθέσεις μια και οι συμβαλλόμενοι κρατούν ακέραιες, σε βαθμό εγγύησης, τις δυνάμεις τους και ομοίως το παρένθετο(3) προφίλ τους. (Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε πως δεν είναι απαραιτήτως κακή -με την έννοια του μη ηθικού, η ‘’ελεγχόμενη’’ παρέκκλιση από την ακέραια μορφή τής πραγματικότητας του χαρακτήρα, υπό το βλέμμα της μαγείας η οποία και συνιστά ακαταμάχητο αφροδίσιο συστατικό- μία ελάχιστη υπόδυση η οποία όμως δεν θα πρέπει να ανατρέπει ολοσχερώς τα ειλικρινή δεδομένα και σαφώς θα εμπεριέχει κόσμιο* στόχο). 

Κατόπιν, με την πάροδο του χρόνου και καθόσον η αποκάλυψη των χρονιζουσών αναγκών ξεδιπλώνονται, το ‘συρματόπλεγμα’ καθίσταται αναγκαίο τόσο για τη περιφρούρηση των κεκτημένων όσο και για τη διατήρηση αυτών. Το ευθύ νόημα χάνεται και το κέντρο βάρους μετατοπίζεται: Δεν είμαι πλέον μαζί σου κατόπιν επιλογής. Είμαι στο πλάι σου γιατί δεν μπορώ να απέχω από αυτό. Συντηρούμαι και εξακολουθώ μέσα από την παρουσία σου το βίο μου, τον οποίο αποκαλώ ζωή. Εμμένω. 

Και το νόημα έχει σιγά-σιγά εξατμιστεί. Τόσο αργά που κανείς των εμπλεκομένων δεν έχει καταλάβει το παραμικρό γιατί έχει μπερδέψει το ενδιαφέρον και την αγάπη με τον φόβο της απώλειας και την ανάγκη που ποτίζεται κυρίως από την συναισθηματική ανεπάρκεια και την ανασφαλή άνδρωση. Συνηθίσαμε. Ξεχαστήκαμε μεταξύ μας σε μία ζωή που μας ρίζωσε για καλό ή κακό. 

Με την δύναμη που καταβάλλει συν τω χρόνω τις αντοχές της (φυσικό επακόλουθο), το εγγυημένο δικαίωμα μεταβάλλεται. Το υποκείμενο νιώθει ξεκρέμαστο στο τρομερό ενδεχόμενο (της απώλειας του συντρόφου) και ανακαλύπτει την ανάγκη του να περιφρουρήσει. 

· Και ποιος περιφρουρεί; Εκείνος που φοβάται μη χάσει. Και ποιος φοβάται μη χάσει; Εκείνος που δεν νιώθει αυτάρκης, σίγουρος, ώριμος, καλός, έτοιμος… Ο ανασφαλής. 

Επομένως η ειλικρίνεια είναι η λύση. Η μόνη αλήθεια που μπορεί να συνετίσει τα συναισθήματα. Όχι η απόσπαση οίκτου. Όχι αυτή, διότι από μόνος του ο οίκτος αποδιώχνει, καθώς οι ισορροπίες παύουν ομολογουμένως να ισχύουν. Το ένα μέρος αισθάνεται περισσότερο ασφαλές έχοντας εκμαιεύσει τις απαραίτητες αποδοχές και πιθανότητα θα κληθεί να εξαργυρώσει… 

Η ειλικρίνεια από μόνη της αρκεί, μια και κανείς από όλους εμάς δεν είναι άριστος. Ομοίως δεν είναι άριστος/η και ο/η σύντροφός μας: Νοιώθω στο πλάι σου όλα αυτά (……) που τόσο καιρό ντρεπόμουν να σου αποκαλύψω. Σε πειράζει που δεν είμαι τέλειος/α; 

Και πάλι κακά τα ψέματα. Ελάχιστοι είναι εκείνοι/ες που έχουν το θάρρος να δουν τα πράγματα με την ωριμότητα που τους αξίζει. Απλά θα πρέπει όλοι μας να θεωρήσουμε πως τίποτα δεν ισχύει για πάντα, όσο και αν αυτό πονάει, ώστε πίσω από ετούτο το δεδομένο να αναδιαμορφώσουμε όλα εκείνα τα σχέδια των εφηβικών μας χρόνων. 

Ενστερνιζόμενοι αυτή την θεώρηση οφείλουμε να γίνουμε δυνατότεροι, 'υποδυόμενοι' –στους άλλους- τον εαυτό μας που κατά γενική ομολογία είναι και πολύ καλύτερος από εκείνον που θα θέλαμε να επιδείξουμε προς εντυπωσιασμό. Η φύση σπάνια λαθεύει… (εμείς το κάνουμε συχνότερα). Φτιάχνει και δράσεις και αντιδράσεις. Ροπές και αντίρροπες δυνάμεις σε απολύτως όμοιες δόσεις. Κάθε άνθρωπος έχει πολλά ταίρια να το πω απλά, που με όλα κατά μόνας θα μπορούσε να έχει μία αποδεκτή ζωή. Εκείνο όμως που χρειάζεται πάνω από όλα είναι η αυτογνωσία. Είναι η αυτοπεποίθηση και η τιμιότητα. Η ειλικρινής διάθεση καθώς αν το σκεφθούμε καλά, έχουμε ελάχιστα να μοιράσουμε οι σύντροφοι μεταξύ μας. 

Ο κίνδυνος της απώλειας του συντρόφου θα είναι δεδομένα μικρότερος ελεύθερος ων ή ούσα, μια και κάτι που είναι να χαθεί, θα χαθεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, εκείνο που διαφέρει είναι ενδεχομένως η χρονική στιγμή του γεγονότος… Πέραν αυτών θαρρώ πως καταλαβαίνουμε όλοι το μάταιο της απόκοψης. Το μάταιο της οικειοποίησης του κάθε ανθρώπου, μια και δεν είναι από την φύση δυνατό να τιθασευτεί το πνεύμα χωρίς να αλλωτέψει το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης. Και ποιος ακέραιος άνθρωπος θα ήθελε πλάι του μία κουτσουρεμένη μορφή; 

Ας απαντήσουμε σε τούτο μόνο. Αρκεί.


1των περί της αγάπης αποδείξεων.

2με την έννοια της μη εξέλιξης. Κάθε τι που δεν εξελίσσεται μοιραία καταπίπτει όχι μόνο αφ’ εαυτού, αλλά και λόγω της προόδου των περί αυτού συναφών πραγμάτων ή ιδεών.

3 Το προφίλ εκείνο που θα ήθελαν να είχαν. Την υποκριτική μορφή τους. Μην ξεχνάτε, πως ο κάθε ένας από εμάς υποκρίνεται σε μικρό η μεγάλο βαθμό, καθώς δεν υπάρχει πέραν του φιλοσοφικού επιπέδου σχέση απολύτως απόλυτα ειλικρινής.


* ''το όριο'' εννοείται στην άκρη του διακιώματος της διεκδίκησης δηλ. ασκώ το διαίωμά της άντλησης συναισθήματος με τρόπο απόλυτο, αναγκαίο, επιτακτικό.
*Κόσμιος, θεωρείται ο στόχος οποίος έχει ως σκοπό την ελαφρά εξαπάτηση προς ανάταση κοινών συναισθημάτων και πάντα στο και από τους δύο αποδεκτό χώρο συναλλαγής.


  •  Τα sites που επιθυμούν να αναδημοσιεύσουν το άρθρο παρακαλούνται να χρησιμποιούσουν τον ακόλουθο συνδεσμο: Γράφει ο  Γιώργος Σ. Πολίτης

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Το αιώνιο τρίγωνο. Το ερωτικό! (1)



Πέρα από τα δικαιώματα των εραστών (τα οποία και αναμφίβολα υπάρχουν όσο και αν η άρνηση της πλειοψηφίας στέκει σθεναρή, καταρώμενη), υπάρχουν και τα άλλα της άλλης πλευράς, εκείνης της οποίας μοιάζει περισσότερο μακρινή και κάπως αδικημένη. 

Βεβαίως, παρά την ήττα της (διότι παραμένει ο ασθενής κρίκος της υπόθεσης) δεν είναι όλα δικά της –τα δίκαια- διότι σε μία διένεξη σχεδόν ποτέ δεν φταίει ο ένας, μιας και ο άλλος επηρρεάζει και με τον τρόπο του τροφοδοτώντας τα αρνητικά συναισθήματα του/της ''δράστη''. (αντιπαρέρχομαι των πάγιων επιχειρημάτων περί υπομονής, περί προσπαθείας, περί  υποχρέωσης ειλικρινείας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και περί της αντικειμενικώς ορθής αντιμετώπισης των πραγμάτων, όχι διότι τα θεωρώ άνευ εδάφους, αλλά διότι δεν είναι του παρόντος.  

Όλοι έχουν τα δίκια τους. Περισσότερα ή λιγότερα.


Όμως…  Ας σκεφθούμε πού αποσκοπεί η παράνομη σχέση, τι οφέλη αποκομεί πέραν των ευρέως γνωστών (κατανόηση, αποδοχή κ.ά) αλλά και σε ποια σημεία κάνει τους παρτενέρ να χάνουν.


Πρώτα από όλα ο/η δράστης κερδίζει τη μαγεία της ίντριγκας. Δεν είναι λίγο το κέρδος μέσα στην ανυπόφορη* οικογενειακή ζωή καθώς δίνει στο τελματωμένο μυαλό σκέψη δείχνοντάς του παράλληλα την ατραπό τής 'σωτήριας' δραπέτευσης. Βεβαίως μια και τίποτα δεν παρέχεται δωρεάν, το υποκείμενο χάνει τον ύπνο του, τον ειρμό της σκέψης του, και ίσως την ηρεμία του μια το αγχος της απόκρυψης ή το άλλο της εναγώνιας συνεύρεσης κυριαρχεί εξουθενώνοντας, αλλά επί του παρόντος ολίγον ενδιαφέρεται…

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Η αγάπη μας. Το δικαίωμα του ''πλησίον''



Μου λες να σ’ αγαπώ μα πριν παλέψω να βρω το πώς, πες μου εμένα ποιος με δίδαξε τον τρόπο να αγαπάω τον δικό μου τον εαυτό πρώτα; 

Ποιός με άφησε να νιώσω όμορφα με όλα εκείνα που μου αρέσουν; Να με δω, να με μάθω, να με αποδεχθώ; Ποιος μου έδειξε την αγάπη του στις αόριστες εμμονές μου; Ποιος άφησε μέσα στα περιθώρια τα ‘θέλω’ μου; Ποιος με κανάκεψε για τα λάθη μου; Ποιός τα κοίταξε με συμπάθεια; Ποιος μάζεψε το δάκτυλο από το πρόσωπό μου όταν είχε το δικαίωμα να το απλώσει; Ποιος; Ποιός μου χάρισε το δικαίωμα, όταν του ανήκε;

Και στο τέλος, άνθρωπε, ποιος σου είπε πως σε αγαπάω λιγότερο από όσο αγαπάω εμένα; Τι μου λες; Δεν σου αρέσει η αγάπη μου; Τότε πριν μου τη ζητήσεις θα έπρεπε πρώτα να αναρωτηθείς τον τρόπο που αγαπιέμαι.

Μην αγωνιάς, μην θλίβεσαι για εμένα, και μην τρομάζεις ύπουλα πως τάχα με νοιάζεσαι, ετούτο που βλέπεις στα μάτια μου δεν είναι μίσος ούτε οτιδήποτε άλλο.., αγάπη είναι. Μην ταράζεσαι. Αγάπη μιας ιδιαίτερης μορφής. Αυτήν έχω και αυτή σου δίνω. Ετούτο δεν παρακάλεσες; Αν δεν σου αρέσει μάθε με τον τρόπο. Δείξε μου την δική σου αγάπη, τον δικό σου έρωτα, τον προσωπικό σου τρόπο να δίνεις. Μετά απαιτείς. Φίλα μου το δάκτυλο που σε δείχνει γιατί εγώ δεν είμαι τέλειος. Είμαι γεμάτος ειλικρινείς κακίες και οι κακίες που φανερώνονται μοιάζουν λιγότερο επικίνδυνες από τις αλήθειες που κρύβονται. Τι λες, συμφωνείς; Αποδέξου με πρώτα, εμπράκτως για να με πείσεις.

Δύσκολο ε; Δεν σε κατηγορώ. Κι εγώ σαν και εσένα είμαι, μονάχα που εγώ το λέω. Δεν ντρέπομαι. Είμαι κακός και αγαπάω τα λάθη σου γιατι είναι και δικά μου. Πλάκα δεν έχει; Άλλοι άνθρωποι, όμοια λάθη. Να μια άλλη θεώρηση. Άκου τι σκέφθηκα τώρα... Να αφήσουμε όλοι τα λάθη μας στο τραπέζι .

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Η βιομηχανία της μαζικής* δημοκρατίας.




Η πολύπλευρη ‘ηθική’ εν πρώτοις και η παρέκκλιση από αυτήν, εμπλέκονται με σαφήνεια στο πρόβλημα αφήνοντας τις μονάδες που συνθέτουν την μάζα του λαού να μάχονται περί ενός ορθού που κατά βάση εδρεύει στην φαντασία τους μόνο ή …στην μετά θάνατον ανταμοιβή.

Οι βασικές πολιτικές ιδεολογίες –πλην της αριστεράς**- στη χώρα μας, κρίνονται ασαφείς και περιπλέουσες ενός συμφέροντος το οποίο αποδεικνύει διαρκώς την πλαστικότητά του και καθώς η ρητορική –των ιδεολογιών αυτών- απλώνεται να αγκαλιάσει το νέο κύμα πολυποίκιλης έκφανσης που αναζητά λιμάνι, απολύουν μέρος της κεκτημένης τους πιστότητας στην αγωνιώδη προσπάθεια να αυξήσουν το ‘εμβαδόν’ τους, να αυγατίσουν τις δυνάμεις τους.

Τα ισχυρά δεσμά της παγκόσμιας οικονομίας από την άλλη, κρατούν αιχμάλωτο και το έσχατο κύτταρο του μέσου ατόμου μια και η αποκατάσταση της ασφάλειας του ιδίου και των μελών της οικογενείας του αποκτά πρωταρχικό ρόλο. Το μη θετικό όλον(αρνητές, φοβισμένοι, καχύποπτοι, ανήσυχοι), υπερέχει αφήνοντας έντονες οσμές-αχνάρια για τους επίδοξους ακολουθητές, οι οποίοι και αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Ο τρόμος ανέκαθεν ήταν μεταδοτικός.

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Ο παρήγορος μηδενισμός.



Ασφαλώς και δεν είναι τυχαία η εκμηδένιση της αξίας. Ασφαλώς και η συνεχώς αυξανόμενη έλλειψη αβολεψίας συνδράμει στο επιχείρημα. Ρέπουμε στο μηδέν εκουσίως, στο τίποτα, στο γενικότερο κενό, ως να είναι η πράξη μονόδρομος με στόχο ένα όραμα το οποίο δεν έχει στην ουσία εμπεδωθεί.

Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια ώστε τα γεγονότα να βάψουν στο χρώμα της υποχρεωτικής ταγής, της κατάφασης στην θεωρεία του Νίτσε που σε παράφραση λέει, πως: το ορμητικό ποτάμι που ρέει παράφορα δεν έχει πλέον το σθένος, το θάρρος, να προβεί σε σκέψεις…

Ορμώμενοι από μία τυφλή ορμητικότητα που στην άκρη της χορεύουν οι παρδαλές κορδέλες της ευγενούς καλοπέρασης, εξακολουθούμε να χαιρόμαστε τη μείωση κάθε αξίας, αρνούμενοι έστω και την ελάχιστη γνώση χαμηλώνοντας εκουσίως ξεκούραστα τον πήχη φορώντας μονάχα τις κάλτσες μας.

Στην αρχή, μπροστά στην πύλη του νου στέκει η υλική απαξία. Η λατρεία της γνώσης του τρωτού τής απόλυτης διαρκείας. Η (ορθή) γνώση του περιστασιακού τής εξυπηρέτησης του αντικειμένου και ακολουθεί η σαφώς επικινδυνεστέρα προοπτική του εκφυλισμού της ψυχής που όμως εάν ιδωθεί από κάποια άλλη σκοπιά δεν ομοιάζει με οδυρμό, αλλά κυρίως με απόταξη* και ακολούθως με λύτρωση.

Τίποτα δεν διαρκεί πέρα από ‘’τόσο’’ και άρα η αξία του παραμένει άρρηκτα δεμένη με το μάταιο ‘όσο’, το οποίο και έχει τέλος και μάλιστα ανθρωπίνως ορατό. Ομοίως και κάθε ηθικότητα της στιγμής η οποία καταντά υπό το πρίσμα του πεπερασμένου, ουτοπική.

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Σύν+φέρον. Ο υπέρτατος Θεός τής οικουμένης.




Θα μπορούσε να είναι και ιδέα τού ένστικτου με πορεία στρεβλή,   μερδεμένη. Θα μπορούσε να είναι και ανάγκη διαρκής για επικράτηση έναντι παντός τρίτου χωρίς νόημα με σκοπό την πλήρωση ενός δοχείου, μεγέθους απροσδιόριστου ή συνεχώς μεταβαλλόμενου, με χαρτί που η αξία του είναι πεπερασμένης διαρκείας (Αντέχει, η βαθύτερη αξία του, όσο και μία ζωή πλην τα χρόνια τής άνοιας ή τα άλλα τής γνήσιας ανάγκης).

Συν+φέρω. Η κίνηση η οποία με κάνει να αποκτήσω όλα εκείνα που εξυπηρετούν το άτομό μου ή την ομάδα που υπηρετώ (σε μία κάπως πιο αλτρουιστική εκδοχή).

Επι+λέγω. Ομιλώ για όλα εκείνα που συν+φέρουν στο άτομό μου ασχέτως εάν αυτά βλάπτουν ή όχι τον συνδιαλεγόμενο εμού, τους συνδιαλεγόμενους εμού ή το κοινωνικό σύνολο γενικότερα. Αναγκάζομαι, πιέζομαι και στο τέλος αυθορμήτως ενεργώ, υπο+κρίνων, συνδιάζοντας ανάλογα τόσο τα λεγόμενα όσο και τις μέλλουσες πράξεις μου με το βλέμμα στην απόκτηση κέρδους. (Υλικού ή μη)

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Η τελειότητα τής δημοκρατίας




Είναι πραγματικά δύσκολο να μπορέσει να σταθεί έστω και θεωρητικώς μια τέλεια δημοκρατία, για την πράξη -ιδίως- σήμερα ούτε λόγος… 

Δεν γνωρίζω δηλαδή και εάν κάποτε υπήρξε ως αρίστη με την στεγνή φιλοσοφική βεβαιότητα και σε αυτή την αμφιβολία μου συνάπτω ασφαλώς και εκείνη τής εποχής τού Περικλέους μια και πρακτικώς ανέκαθεν κάποιοι ήταν λίγο υπεράνω γιατί πολύ απλά, δεν γίνεται αλλιώς… Πότε ο λαός και πότε οι άρχοντες. Πότε τα μέτρα υπέρ τού λαού περιέκοπταν τα (αναμφίβολα) δικαιώματα των αρχόντων και πότε εκείνα των τελευταίων –πλειστάκις- τα δικαιώματα τού λαού. Δεν είναι τής παρούσης να αναζητήσουμε  τον περισσότερο θιγέντα ούτε να αναλύσουμε περεταίρω το θέμα.

Το μέγα –ρητορικό- ερώτημα είναι εάν η δημοκρατία μπορεί-δικαιούται να μας προφυλάξει από τον εαυτό της. Εάν για παράδειγμα ο λαός επιθυμούσε με νόμιμες διαδικασίες φασισμό για παράδειγμα, θα μπορούσε να τον έχει; Θα μπορούσε, θα ειχε την δυνατόττηα ασκώντας το δημοκρατικό του δικαίωμα να καταλύσει τον μηχανισμό τής λειτουργίας αυτού τού δικαιώματός του; Θα μπορούσε να ανεβάσει τον πήχη τόσο ψηλά; Τής ‘’επιλογής’’ και τού ‘’δικαιώματος’’ -τον πήχη- εννοώ.

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Παλιές αγάπες



Σαν τα δειλινά κάποιου καλοκαιρού πέρα στην άβυσσο της μνήμης. Θερμές, απαλές, δεσποτικές, αιώνιες. Ζωηρά κόκκινες.

Σαν τα χερούλια κάποιου γερού άλλοθι που επιμένει πως κάποτε υπήρξαμε ζωντανοί, αρεστοί και ικανοί να κινήσουμε τα μεγάλα αισθήματα. Nα γίνουμε κάτι για κάποιον.

Σαν τα όμορφα όνειρα απαλές, γεμάτες τρυφερότητα και νοσταλγία τροφοδοτούν κάθε ευγενικό συναίσθημα παιδικής αφέλειας και κάθε άλλο άδολης καλοσύνης και αποδοχής. Δεν μπορεί στο βάθος μας ήμασταν καλοί. Δεν μπορεί να κάνουμε τόσο λάθος…

Σαν τα τραγούδια τής παραλίας, τής φωτιάς, τα ειπωμένα σε παρέες τής εφηβείας που ποτέ δεν θα σμίξουν ξανά. Σαν τον σπουδαίο αυτό λόγο που τις κάνει τόσο σημαντικές ή τόσο απαραίτητες.

Σαν το χαλί που προστατεύει τα γυμνά μας ποδάρια και λέει πως κάποτε ήταν αλλιώς.

Σαν τη θωριά εκείνη των πραγμάτων που αδυνατούσε να δει λίγο μακρύτερα από ένα κορμί, από δύο μάτια και από μία φρούδα ελπίδα.

Σαν το περίπατο στα μέρη τής Άνοιξης που όλος ο κόσμος άνθιζε ένα παραμύθι τόσο χρειαζούμενο όσο και η επόμενη ανάσα τού κάθε ενός από εμάς.