Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Ειλικρίνεια ή ασφάλεια; Επιλογή του συγγραφέα. Μέρος 1

Ένας απλός τρόπος γραφής, ο καθιερωμένος, είναι η πλεύση σε ήρεμα νερά. Ομοίως και το θέμα -αλλά με αυτό θα ασχοληθούμε σε επόμενο άρθρο-. Ο εκάστοτε λοιπόν, συμβιβαζόμενος ή αδαής υπογράφων που υιοθετεί τον συγκεκριμένο τρόπο γραφής, απολαμβάνει της ασφαλείας και επιδοκιμάζεται αναλόγως της προσπαθείας του για την ήρεμη-σίγουρη μεταφορά του αναγνώστη από το ένα σημείο στο άλλο. Από σημείο που τον παρέλαβε στο μέρος που ''ασφαλώς'' τον πήγε.

Στο μυθιστόρημα: Η γυναίκα της ''υπόθεσης'', ο άντρας με την πρώτη ή τη δεύτερη ζωή, με το εξώγαμο ή μη, με το μπέρδεμα το απλό ή το σύνθετο ειπωμένα με λέξεις και περιγραφές μέσα στα πλαίσια που ορίζει το κάδρο. Εντός των ειωθότων. Περιπέτειες απαλές, αστυνομικά μπερδέματα, ψυχογραφήματα επιδερμικής υφής που χαϊδεύουν…

Το μυθιστόρημα είναι πρωτίστως ταξίδι. Η θεώρηση αυτή είναι μια πάγια άποψη και εν τέλει ορθή. Η ''ασφαλής'' μετάβαση, ομοίως, ένας τρόπος ευρέως αποδεκτός μια και υιοθετείται από το σύνολο σχεδόν όλων των μη ιδεασμένων αναγνωστών, εάν όχι επιδιώκεται. Για το εάν είναι ορθή επιφυλάσσομαι. Η επιλογή βεβαίως ανήκει στον αναγνώστη. Με το βιβλίο μερικές μέρες συντροφιά στην παραλία, στο λεωφορείο στον καναπέ …και μετά το τεύχος πέταμα! Εκείνο που είχε να προσφέρει το έκανε. Με τιμιότητα ίσως. Είναι όμως το ζητούμενο του κάθε ανθρώπου με βιβλίο μυθιστορήματος ανά χείρας ο απλός περίπατος;
Αναρωτιέμαι...

Συνηθίζεται ο τρόπος γραφής, το ύφος της συγκατάβασης, η βόλτα από το πεζοδρόμιο να κερδίζει τη μερίδα του λέοντος στις εκδόσεις. Το μέσο, ο λόγος δηλαδή, ομοίως. Απλός ή γλαφυρός με τα επίθετα τα οποία καλούνται να βοηθήσουν και να επιτείνουν τα νοήματα των ουσιαστικών να είναι εκείνα που πρέπει, στις στιγμές που πρέπει και οι περιγραφές των μυθιστορηματικών γεγονότων να ιστορούνται από την απόσταση που αρμόζει: Την πατροπαράδοτη. Μαμάς προς παιδί, δασκάλου προς μαθητή, επιστήμονα προς ευρύ δημόσιο καταξιωμένο κοινό. Οι λέξεις και οι εκφράσεις της αγοράς να παραλείπονται ως μη υπάρχουσες, ως αφορισμένες έως το τέλος της πλεύσης και …τέλος καλό όλα καλά -μια η Ελληνική διαθέτει πληθώρα εκφράσεων και αποδεκτών συνωνύμων-, αλλά ακόμα και οι φορές που -οι αγοραίες εκφράσεις-αναφέρονται το κάνουν -συνήθως- ως να μην είναι μέρος του έργου, αλλά με τρόπο αναγκαίο που αποζητά άλλοθι, δηλαδή σαν να μη μπορούσε να γίνει αλλιώς.

Ο αναγνώστης δεν ξεβολεύεται, δεν δυσανασχετεί, δεν προκαλείται από λέξεις -που γνωρίζει- και από νοήματα ''αγενή'' που ευγενώς παρίστανται με την υπομονή του Ιώβ για χρόνια πίσω από τη πρώτη γωνία του νου, κουτσουρεμένα. Αποπαίδια. 

Αφήνεται λοιπόν μακάριος στο ράθυμο ανασκάλεμα των όμοιων ιδεών του, στην άριστη εμπέδωση των κοινών λεγομένων τού (καλώς) γράφοντα καθώς το παιχνίδι πλέον παίζεται στην ασφαλή μεριά του ποταμού. Σε εκείνη του χαμόγελου, της γραβάτας και της χειραψίας. Της κανάκεψης του πελάτη-αναγνώστη. Το βιβλίο στο τραπέζι.
«Εξαιρετικός ο/η συγγραφεύς»
«Και λίγα  λέτε…»

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Φιλία και αποδοχή. Δύο διάφορες έννοιες.

Θα έλεγα ότι οι σχέσεις των ανθρώπων μοιάζουν με τη θάλασσα. Κάποτε ηρεμούν και κάποτε αγριεύουν. Κάποτε βρίσκουν την ισορροπία αποδεχόμενες την ταραχή τους και κάποτε μαθαίνουν να βρίσκονται, συνηθίζουν, στην ήρεμη πλευρά της συνύπαρξης μια και η κάθε πλευρά αντιλαμβάνεται τα δικά της όρια.

Πίσω από κάθε ηρεμία, μέσα στη σκιά τής κάθε αποδοχής του κάθε φίλου παραμένει κρυφή η ιδέα της άπλας του ήδη διαμορφωμένου χώρου, της ήδη διαμορφωμένης αξίας του κάθε ανθρώπου μέσα μας. Είναι ανθρώπινο και απολύτως αποδεκτό. Πιθανώς να είναι και αναγκαίο. (στην έννοια ‘’φίλος’’ συμπεριλαμβάνεται όλο το πλήθος των γνωστών εκείνων με τους οποίους οι σχέσεις μας είναι καλές. Αδιατάραχτες. Στο προσωπικό μας κύκλο κατανέμονται και όλοι εκείνοι με τους οποίους κατά καιρούς βρισκόμαστε και πίνουμε ένα καφέ, συμφωνώντας στα περισσότερα θέματα που θίγονται και συζητούνται, αλλά και εκείνοι με τους οποίους συναλλάσουμε μία απλή συμπαθή ή μη, καλημέρα. Με άλλα λόγια όλος ο κύκλος των γνωριμιών μας) 

Επανερχόμενος αναφέρω ότι από αυτή την κατάσταση της αποδεκτής ηρεμίας λαμβάνουμε και συμφωνούμε με κάθε αντανάκλαση, με κάθε αντίδραση του κάθε αποτελέσματος τής κάθε πράξης μας που σχετίζεται με το συγκεκριμένο άτομο και την δικαιολογούμε αναλόγως είτε μας αρέσει είτε όχι –η αντίδραση, η κουβέντα του ατόμου- ανάλογα με τη θέση που έχουμε προσδώσει μέσα μας στο άτομο αυτό. Αξιολογούμε με άλλα λόγια τις αντιδράσεις του φίλου-γνωστού-συγγενή, οι οποίες σαφώς και βρίσκονται μέσα σε ήδη προκαθορισμένα πλαίσια. Μέσα στο κάδρο των προσδοκιών μας. Έξω από αυτά επέρχεται σύγκρουση.

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Η διαρκής τυραννία των λαών.

Η ιστορία της δυνάστευσης έχει ρίζες βαθιές ανθίζοντας άνθη μαβιά από καταβολής κόσμου και όταν κάτι επαναλαμβάνεται επί μακρόν στα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης δεν αποτελεί εξαίρεση μιας χρονολογικής περιόδου, συνήθεια μιας περιοχής, μιας χώρας, αλλά πανανθρώπινο κανόνα.


Οι κανόνες ουδέποτε είχαν την όψη τους καθαρή με την έννοια της τίμιας ή της ειλικρινούς δικαιοσύνης (υπάρχει και ανειλικρινής δικαιοσύνη. Είναι εκείνη που στηρίζεται σε αίολα επιχειρήματα που όμως είναι εκ των προτέρων γνωστά) καθώς πολλοί από αυτούς επιβάλλοντο και εισέτι επιβάλλονται (!) τις περισσότερες φορές δια της βίας ή της πλειοψηφίας ...στο όνομα του λαού, ερήμην αυτού.


Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Η επιλογή τής λιγότερο όμορφης ερωμένης

Φαντάζει κάπως περίεργο το γεγονός, αλλά τελικά δεν είναι, καθώς συχνά συμβαίνει ένας άντρας να απατά την ωραία γυναίκα του με κάποια άλλη σαφώς υποδεεστέρας εμφάνισης.

Το θέμα τείνει σχεδόν να γίνει κανόνας μια και όλο και περισσότεροι δείχνουν (τεκμαίρεται εκ του αποτελέσματος) να ''αδιαφορούν'' για την εμφάνιση των ερωμένων τους. Τα αυστηρά κριτήρια είναι και παραμένουν στους τύπους. Στις παρέες όλων των αρσενικών όπου εν μέσω γελώτων δεν υπάρχει καμιά άξια για κανέναν, καθώς όλες έχουν και από κάτι στραβό. Υποκρισία; Όχι. Παιδικότητα, ανασφάλεια, διάθεση για καλαμπούρι… Όλοι από εκείνους τους παντρεμένους που θα ήταν να ‘’πάνε’’, θα πήγαιναν και με πολύ μετριότερες των απορριφθεισών. Όλοι!

Ας είναι…

Ας μιλήσουμε τώρα για όλους εκείνους που τολμούν το βήμα και φθάνουν στη απέναντι όχθη, στο μέρος εκείνο όπου η απάτη φαντάζει γλυκιά, συμπαθής, όμορφη σαν όνειρο, πολλά υποσχόμενη πίσω από το χαμόγελο της καταδεκτικής καλοσύνης την ώρα που αναμφίβολα προσφέρει το είδος μιας άλλης ασφάλειας το οποίο είναι ικανό να καλύψει το μέγεθος της χρονίως καλλιεργούμενης αμφίβολης υπόστασης.

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Ήφαες, Αδελαή;

Οφείλω σε όλους και όλες εσάς, που όλο αυτό τον καιρό μοιραζόσαστε τις σκέψεις μαζί μου, ένα μεγάλο ευχαριστώ. Είναι απολύτως φυσικό σε αρκετές περιπτώσεις οι απόψεις μου να μην συνέπεσαν με τις δικές σας, αλλά αυτό είναι απολύτως υγιές ακόμη και θεμιτό, πάντοτε χρειαζόταν  η άλλη άποψη, ως έναυσμα συζήτησης, αναθεώρησης ή ισχυροποίησης της ήδη υπάρχουσας γνώμης ενός εκάστου εξ’ ημών. 
Προσφάτως κυκλοφόρησε το βιβλίο μου ‘’ΗΦΑΕΣ, ΑΔΕΛΑΗ;’’ (Έφαγες Αδελαή;). Θεωρώ ότι έχω υποχρέωση σε όλους εκείνους τους οποίους θελήσουν να με τιμήσουν με την ανάγνωσή του, να τους προσφέρω την δυνατότητα να το κάνουν αποκτώντας το σε τιμή απολύτως προνομιακή η οποία μόλις και μετά βίας θα αγγίζει το όριο του διψήφιου νούμερου. (Η τιμή στα βιβλιοπωλεία θα είναι 16 ή 18 ευρώ, μέχρι αυτή την ώρα δεν έχει ακόμα αποφασισθεί). 
Ο τόπος αγοράς του βιβλίου θα είναι τα γραφεία τού εκδοτικού οίκου ΗΡΟΔΟΤΟΣ, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω, με τίμησε με την απόλυτη αποδοχή του. 
Για την απόκτησή του στην τιμή που ήδη προανέφερα θα απαιτείται απλά, η αναφορά του ονόματός μου: ''Εκ μέρους του κ. Πολίτη''
Θα υπάρχει επίσης η δυνατότητα προμήθειάς του (κατόπιν τηλεφωνικής παραγγελίας) για τους εκτός Αθηνών φίλους και φίλες και η παραλαβή του μέσω ταχυδρομείου (με την ίδια προνομιακή τιμή, πλέον των εξόδων μεταφοράς -5 ευρώ-
Φιλικά
Γιώργος Σ. Πολίτης

                 Διεύθυνση Εκδοτικού Οίκου Ηρόδοτος:
                 Οδός Μαντζάρου 9 Αθήνα τηλ. 210 3626348.
                 (έναντι Νομικής σχολής Αθηνών)
  • Το βιβλίο θα διατίθεται και σε όλα τα βιβλιοπωλεία σε τιμή εμπορίου.

Λίγα λόγια για το έργο: Η ιστορία έχει την βάση της σε πολλά πραγματικά γεγονότα από την καταστροφή της Σμύρνης τα οποία μας μεταφέρονται μέσα από τα μάτια ενός επτάχρονου κοριτσιού. Ο μύθος αναλαμβάνει την συνέχεια πολύ αργότερα, κυρίως από την στιγμή που η ηρωίδα θα περάσει και πάλι στα είκοσι χρόνια της από την Σάμο, απέναντι στα χώματα που μεγάλωσε σπρωγμένη από μια βαθύτερη ανάγκη να δει, να θυμηθεί και να γνωρίζει εκ νέου το υπόλοιπο τής ζωής που άφησε εκεί και που φαντάζεται πως υπάρχει ακόμα…

Ο υπογράφων γνώρισε την ηρωίδα η οποία και έπαψε την ζωή της στις μέρες μας. Πράγματι το κορίτσι αυτό πέρασε μόνο του απέναντι στην Σάμο τον Σεπτέμβρη του '22 και όντως σήκωσε το χέρι του στον πρώτο άνθρωπο που βρήκε βολικό, λέγοντάς τον ‘’μπαμπά’’…

Περίληψη: 
Στην Σμύρνη του 35 ανοίγω τα σπλάχνα μου. Γυρεύω την άλλη σύνδεση εκείνη που με ενώνει με το πονεμένο μου παρελθόν. Προσκυνώ τις αναμνήσεις που θα έπρεπε να ξεχνώ ή όχι; Ψάχνω με αγωνία ενόχους, για προσπαθώ να καλύψω τις δικές μου ανάγκες; Στο σπίτι της Ναξντίλ η σάρκα γιορτάζει και καθώς γίνομαι ένα με όλη την Ανατολή, το όπιο μου ψιθυρίζει λόγια που δεν θα έπρεπε να θυμάμαι. Παρασύρομαι στη λιτανεία τής μύησης… Αφήνω στο τέλος τής μεγάλης γιορτής μία και μόνη κληρονομιά μέσα σε ένα γράμμα με ένα και μοναδικό παραλήπτη. Είναι ο μόνος που θα έπρεπε να γνωρίζει και ο μόνος που θα μπορέσει να κρίνει. Χαμένες βουές αντιτάσσονται, κρύβονται και τρέμουν τον κάθε μου λόγο. Είθε το μεγάλο μου μυστικό να βρει τον αναπαμό στη φανέρωση…
 Ο Αλέξης του σήμερα, περνάει απέναντι στα χώματα της Τουρκίας σπρωγμένος από τις οδηγίες τού χαρτιού που κρατάει στα χέρια του. Στο πλάι του, βοηθός, η Κλειώ που μόλις έχει γνωρίσει. Κανείς τους δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως η γραφή που θα ανακάλυπταν θα στεκόταν ικανή να αλλάξει τις ζωές και των δυό τους. Κανείς τους δεν θα ήθελε το πρόσωπο εκείνου του μύθου να είναι αληθινό…


(Απόσπασμα)*


Μένουμε κολλημένες στον τοίχο. Λίγα μέτρα μπροστά μας άλλοι Τούρκοι κάμουν σειρά. Κανείς δεν περνάει. Ξεχωρίζουν τους άντρες, αιχμάλωτοι λένε. Τα πόδια τους τα έχουν ανοιχτά, τα όπλα στα χέρια. Κάποιοι κρατάνε σπαθιά. Έτοιμοι δείχνουν… Μερικοί από δαύτους ξεκόβουν. Αρπάνε απ’ τα λαιμά και τα χέρια των γυναικών κοσμήματα. Από τ’ αυτιά τους σκουλαρίκια. Κάποιες τα κρύβουν, στα φουστάνια τους μέσα. Χέρια βρόμικα τις πιάνουν στα στήθια, στα σκέλια. Γελούνε. Το δίκιο του ισχυρού. Το αεράκι φυσάει. Κανείς δεν το νοιώθει. Ο ήλιος ζεσταίνει …λίγες εκατοντάδες μέτρα από τη θάλασσα, από τους συμμάχους, από το δίκιο…
Κάνουμε προς τα πίσω. Ο κόσμος συνεχίζει να κατεβαίνει. Προχωράμε με δυσκολία ανάποδα.
«Τον μπόγο μας μάνα. Πρόσεχε τον μπόγο μας»
«Κράτα μου το φουστάνι»
Αλαφιασμένη είναι. Φοβισμένη τη θαρρούσα, μα είναι πανικόβλητη. Μισά λόγια λέει. Τα κόβει στην μέση. Αλλάζει συνέχεια γνώμη. Ο πανικός βαραίνει το μυαλό. Το σκαλώνει, του κλέβει την κρίση την ορθή. Ένας τούρκος την αρπάζει από τα μαλλιά. Ακούω την φωνή της. Βλέπω το στόμα της ανοιχτό, μέχρι τα μέσα. Το ένα της χέρι αφήνει τον μπόγο και του αρπάει το χέρι. Γέρνει το κεφάλι της. Φωνάζω τ’ όνομά της. Ακούω την φωνή της. Νοιώθω τον πόνο της. Της τραβάει το μαντήλι. Λαχταρώ τα μαλλιά της. Πρώτη φορά τα βλέπω τόσο όμορφα να γεμίζουν τους ώμους της. Της λέγει κουβέντες τούρκικες. Της φωνάζει και στο τέλος την κτυπάει με το χέρι του.
Προσπαθεί να βγάλει τα σκουλαρίκια της να του τα δώσει. Παρακαλάω μέσα μου να το κάνει γρήγορα. Μου αφήνει το χέρι. Της βουτάω το φουστάνι και με τα δύο τα χέρια. Βάζω όλη μου την δύναμη. Μουρμουράω λόγια μισά. Τελικά καταφέρνω να φωνάξω.
«Μαμαά» Για κείνη φοβάμαι. Δεν ξέρω τι να κάνω. Για μένα δεν νοιάζομαι. Ακόμα και τα σκυλιά, τα προσέχουν τα παιδιά. Έτσι με είχαν δασκαλεμένη.
Ο τούρκος της παίρνει ότι αστράφτει πάνω της. Κάνει ένα βήμα πίσω. Μας κοιτά και τις δύο. Απλώνει το χέρι του και μας δείχνει. Κάτι μας προστάζει. Κλωτσάει την πρώτη πόρτα που βλέπει μπροστά του. Την ξεμασχαλιάζει από τις ραφές της. Σκλήθρες πετάγονται στον αέρα. Το ένα της φύλλο γέρνει νικημένο προς τα μέσα. Βουτάει την μάνα μου από το μαλλί και την τραβάει μέσα. Εμένα με αφήνει.
Πιάνω την μάνα μου από το φουστάνι και προσπαθώ να την κρατήσω. Φωνάζω. Ακούω τις φωνές μου, χωρίς να γνωρίζω τα λόγια τους.
 Το βλέμμα μου συναντά εκείνο του τούρκου. Μαύρο το πρόσωπό του από την καπνιά. Τα χείλη του τραβηγμένα σ’ ένα χαμόγελο διαρκές. Τα μαλλιά του πηγμένα. Οι αρβύλες του σκισμένες σε δύο μεριές. Βρομάει ιδρώτα και τη μυρωδιά της φυλής του. Η στολή του ματωμένη και ρυπαρή.Η μάνα μου στριγγλίζει. Εκτός από μένα, κανείς δεν την ακούει, κανένας δεν τη νοιάζεται. Ποιος να συντρέξει ποιον; Ο καθένας μονάχος του παλεύει. Για τον εαυτό του και μόνο. Τέρμα οι δεσμοί. Μοναχά εκείνος της μάνας-παιδιού κρατάει ακόμα.
Πάλευε η μάνα. Κουνούσε τα χέρια της. Κλώτσαγε τα πόδια της. Ξεφυσούσε, να πάρει νέα δύναμη και εγώ έλιωνα βουβά. Δάγκωνα τα χέρια μου στην γωνία της σάλας του ξένου σπιτιού. Μούγκριζα κιόλας χωρίς να το νοιώθω.
Ο Τούρκος με ένα μαχαίρι τη σπρώχνει σε ένα τραπέζι.
 Της μιλάει γλυκερά. Τα δόντια του φαίνονται, καφετιά είναι. Είμαι βέβαιη πως το στόμα του, θα μυρίζει την μυρωδιά κάποιας πείνας. Μερικά ποτήρια σπάνε. Μαζί τους κι ένα πιάτο ξεχασμένο. Ο ήχος και τα κομμάτια τους, ταιριάζουν απόλυτα με την ώρα, με τις φωνές, με την κατάσταση. Το φουστάνι της μάνας μου σηκωμένο μέχρι τις ρίζες των ποδιών της. Παλεύει ακόμα. Για πόσο; Κοιτάω τα πόδια της. Ποτέ μου δεν τα είχα φανταστεί τόσο λευκά. Ποτέ μου δεν πίστεψα τόσο, στην καθαρότητα τους. Τα δικά μου, είναι σχεδόν πάντα βρόμικα, από το παιχνίδια και πιο σκούρα από τη φύση τους. Και χτυπημένα είναι. Την πλησιάζω της τραβάω το φουστάνι προς τα κάτω. Ο Τούρκος με σπρώχνει. Μου αγριεύει, με απειλεί με τα μάτια. Η μάνα μου με βλέπει. Μου απλώνει το χέρι. Κλείνει τα μάτια της και βάζει τα κλάματα. Σπάει. Παραδίνεται. Λυγίζει. Αφήνεται…
«Φεύγα Αντέλα. Τρέχα» μου ουρλιάζει.
Ο τούρκος δεν μου δίνει σημασία. Μια ματιά, μου χαλαλίζει μονάχα.
Υποχωρώ στην γωνία. Με ξενίζει η θέα της μάνας μου. Με διώχνει ο πόνος που μου προκαλεί, αλλά δεν έχω που να πάω. Δεν μπορούσα να αφήσω την φιγούρα της πάνω σε ένα τραπέζι, με το ρούχο της σηκωμένο και τον παραδαρμό, ένα με τ’ ανάκατα μαλλιά της, με το έντρομο πρόσωπό της.
Ένας λυγμός με τράνταξε αιφνίδια. Σαν κεραυνός σε ουρανό γαλάζιο έσκασε κι έτρεξα. Έφυγα. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι πριν διαβώ το κατώφλι, ήταν λευκό κρέας των μηρών της, που ‘τρεμε καθώς ο τούρκος έπαιζε μαζί της, κάτι που δεν ήταν για παιδιά. Αν δεν ήταν εκείνο το κλάμα μου κι εκείνος ο μακρόσυρτος θρήνος, που ‘βγαινε πεντακάθαρος απ’ τα στήθια της, μπορεί να στεκόμουν ακόμα εκεί, να χαζεύω το μιαρό θέαμα, που καμιά μάνα δεν θα’ θελε να προσφέρει στο κορίτσι της.
Ξεγλιστρώ απ’ την πόρτα. Στέκομαι το κατώφλι.
Χαλασμός. Φωνές και τρεχάματα. Πιστολιές. Οι αισθήσεις παραδίνονται στην αλλοφροσύνη. Μένω κολλημένη στον τοίχο για λίγη ώρα και μπαίνω ξανά μέσα. Με τρόπο. Φοβισμένη. Η μάνα μου δεν φωνάζει πια. Καλό αυτό. Ο τούρκος έρχεται προς μέρος μου. Στριμώχνομαι στην γωνία. Σιάχνεται. Βολεύεται στα ρούχα του. Σκύβει και με κοιτά. Γελάει. Μου δείχνει τα δόντια του. Τα μάτια του στενεύουν. Δύο γραμμές γίνονται.
Βγαίνει γελώντας. Χώνομαι μέσα. Την βλέπω να στέκει ακόμα πάνω στο τραπέζι. Η μπεζ φορεσιά της σηκωμένη, μα τα πόδια της κατεβασμένα. Κρέμονται άβολα από τον πάγκο του τραπεζιού. Η μέση της κυρτώνει. Λευκά και κόκκινα τα μπούτια της. Το αίμα ξεπηδάει ακατάσχετα από τα μέσα τους. Στο βάθος του μοιάζει μαύρο, πηχτό σα μέλι, μετά αραιώνει και παίρνει τη γνώριμη χροιά του. Σταλάζει από της γάμπες της και τ’ ακροδάκτυλά της, στο πάτωμα του ξένου σπιτιού. Την πλησιάζω αργά. Κάτι μου γδέρνει την ψυχή και κάτι άλλο μου κεντά το στομάχι.
«Μαμά»
Αμάσητα τριαντάφυλλα σα να είχα καταπιωμένα, με μίσχους κι αγκύλια.
«Μαμαά»
Χαμογελάω γκριμάτσες απόγνωσης. Στεγνή μορφή, ολάκερο το πρόσωπό μου. Τα σωθικά μου ανακατεύονται.
Δεν έπρεπε να δω. Δεν έπρεπε να ξέρω, αλλά πώς να φύγω;
Την πλησιάζω. Της κατεβάζω το φουστάνι. «Τα πόδια των γυναικώνε, τα βλέπει ο άντρας τους μονάχα κι αυτό μετά την ευλογιά του παπά» Έτσι μου ‘χε πει κάποτε, σαν με μάθαινε πώς να κάθομαι «μεγαλώνεις» είχε προσθέσει με γλύκα. Τότε…
Τη βλέπω να κουνάει τα χείλια της. Προσπαθεί να μιλήσει.
«Μαμααά» Παράκληση. Προσευχή. Ικεσία σε κάθε Θεό.
Όχι. Τίποτα δεν είπε. Ούτε συγνώμη, ούτε βοήθα Παναγιά, ούτε καμιά συμβουλή. Τίποτα. Το χέρι της κρέμασε άψυχα. Τα δάκτυλά του σχημάτιζαν μικρά τόξα. Ο δείκτης της έδειχνε τον ουρανό. Τυχαία.


     *Το απόσπασμα είναι από το πρωτότυπο κείμενο του συγγραφέα χωρίς  τις παρεμβάσεις των επιμελητών.