Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Η κατεστημένη μορφή του κόσμου.


Δεν θα ήταν καθόλου παράλογο εάν λέγαμε ότι σε κάθε δύσκολη στιγμή κάθε έθνους ότι υπάρχει μία αυτόματη στροφή προς τα έσω.

Ως έθνος εννοώ το σύνολο των ανθρώπων που ζουν σε μία σαφώς οριοθετημένη περιοχή.

Η όμοια γλώσσα, τα όμοια ήθη, η όμοια θρησκεία έπονται, καθώς ασφαλώς και συγκροτούν-συσφίγγουν δεσμούς μεταξύ υπηκόων, αλλά δεν είναι και απολύτως απαραίτητα, ιδίως όταν εξετάζουμε το θέμα από την πλευρά της οικονομίας.

Η οικονομία απαιτεί αγορά. Διαφορετικά συμφέροντα (όπως και η πολιτική, αλλιώς δεν μπορούν να υπάρξουν, διότι τι να πολιτευθεί κανείς εάν υπάρχουν μόνο όμοιες επιδιώξεις με ένα τρόπο, με μία πρόταση; Ποια επιλογή να υπάρξει πέραν της μιας;)

Η οικονομία λοιπόν επαναλαμβάνω απαιτεί αγορά. Η αγορά προϋποθέσεις ώστε να υπάρξει-αναπτυχθεί. Τα όρια-σύνορα προστασίας της αγοράς αυτής, είναι απαραίτητα-αδιαπραγμάτευτα. Η δασμολόγηση πέραν αυτών (συνόρων) άκρως επιβαλλόμενη.

Σε ένα έθνος-κοινωνία καταφέρνουν να συνυπάρχουν δύο θρησκείες, δύο γλώσσες, ακόμα και διαφορετικά ήθη, σε μία ευρεία αγορά όμως, ομοίας εμβελείας διαφοροποιήσεις* όχι.

Παράδειγμα πρόσφατο έχουμε με την επιχειρούμενη παγκοσμιοποίηση και τις στρεβλώσεις τις οποίες καλούνται να αντιμετωπίσουν οι επί μέρους ασθενέστερες αγορές. (Βλ. Κινέζικα προϊόντα  σ.σ. και όχι μόνο μέσα στην Ελλάδα)

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Το βήμα προς τη δικαίωση.


  Η προσπάθεια κατάκτησης της άπορης ιδέας ομοιάζει με εκείνο το πάλεμα του σκύλου που κυνηγά την ουρά του. Η αγωνία της επιτυχούς έκβασης της σύλληψης, ρόγχος, θηλιά στο λαιμό, απουσία αιτίου.

Ο λόγος για την εμμονή της ιδέας περί ενός εαυτού ο οποίος στενάζει αγωνιζόμενος να αποδείξει-αποκτήσει όλα εκείνα τα οποία θαρρεί ότι του ανήκουν.

Τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν.

Κανείς δεν είναι αξιότερος εαυτού και όποιος θελήσει να υπερκεράσει τα δεδουλευμένα  θέτει τη μοίρα που του ανήκει σε εκείνη της αενάου ψυχοφθόρου κίνησης. Στην άνευ ουσίας πάλη. Ο καθένας απολαμβάνει το μερίδιο χαράς που του αναλογεί. Το απρόσωπο δεν μάχεται το προσωπικό. Δεν μπορεί, διότι δεν υφίσταται λόγος. Ως απρόσωπο εννοώ το πλήθος, την τυχαία σύναξη μιας ανθρώπινης μάζας.

Προς τι λοιπόν ο αγώνας; Σίγουρα ο κόσμος δεν ήταν ποτέ δίκαιος, μα με τη βουκέντρα δεν γίνεται και δικαιότερος.

Μια απάντηση στο ερώτημα θα μπορούσε να είναι: Η ανάγκη καταξίωσης και ενδεχομένως μια ευρύτερη αποδοχή.

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Δυο αλλιώτικοι κόσμοι


Η γυναίκα κατεβαίνει  από το αεροπλάνο απαστράπτουσα. Δεν την είδα. Το άκουσα. Την είπαν λέει με κοχύλια στα βυζιά, (όχι στο στήθος) με κοιλιά έξω. Απευθύνεται με λατρεία στους υπηκόους. Φούστα δίχτυ. Χέρια ψηλά. Απευθύνει χαιρετισμό. Αυτοκράτειρα. Προσκυνήστε!
Νέοι φερέλπιδες, αγόρια και κορίτσια τρελά από χαρά. Τα σουξέ της θα ακουστούν μόνο για αυτούς. Νόημα, σκοπός ζωής. ‘’Είδα τη Lady’’. Κομπασμός απίστευτος. ‘’Σοβαρά ρε;’’
Κοιτά γύρω. Απολαμβάνει μεγαλεία. Τα τερατάκια της! Άλλως τους υπέροχους θαυμαστές του τρισυπερπαμμέγιστου ταλέντου της. Από πίσω string να γυρνά και να φαίνεται ο κώλος μέσα από το δίχτυ.
Επίπεδο και θέαμα συγχρόνως.
Κορμί ευλύγιστο και ιδέες πρωτοκλασάτες. Το χρήμα να ρέει και οι πιστοί να ακολουθούν στην καλύτερη των περιπτώσεων. Στην χειρότερη, να αλαλάζουν φρενήρεις. Να προσκυνούν να υποτάσσονται.
Τόσες χιλιάδες πιστών.
Τόσα πολλά τερατάκια. Όλα γλυκά μέσα στη νιότη τους.
Το στάδιο θα βοά και τα μέσα ενημέρωσης δράττονται της ευκαιρίας και αναφέρουν, προτρέπουν με τον τρόπο τους (τον δοτό, εκείνο του χρήματος). ‘’Έρχεται να μεγαλουργήσει. Μας τιμά με την παρουσία της. Εισιτήρια στο τάδε μέρος.’’
Προλάβετε χριστιανοί…
Ένας ολάκερος κόσμος γύρω από ένα σαρκίο και μία φωνή. Από έναν ρυθμό.
Το κατασκεύασμα δεν μπορεί παρά να είναι τέτοιο. Κατασκεύασμα.
Κάποιοι παίρνουν ένα τενεκέ και τον κάνουν λαμπρό αστέρα.


Σε κάποιο αμφιθέατρο της Αθήνας, περιμένουμε δέκα το πολύ άτομα στο πεζοδρόμιο.
Μας πλησιάζει ένας άντρας ακαλαίσθητος. Εντελώς εκτός, σαν ζητιάνος. Κάποιοι τραβιόμαστε, φοβόμαστε μη και μας αγγίξει. Περνά ανάμεσά μας. Ματιά σχεδόν λυπημένη. Σακίδιο πάνινο στην πλάτη. Μαλλί άλουστο. Κουβέντα δεν βγάζει. Προσπερνάει τους πάντες και μπαίνει στην είσοδο του κτηρίου. Κάποιοι θέλουν να τον ρωτήσουν τι να ζητάει μα βαριούνται. Μπορεί και να σιχαίνονται λίγο.
Πού να μπλέκουμε τώρα;

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Περί ουσίας και πίστεως 2


Είναι πράγματι οξύμωρο σχήμα ο φόβος ενός πιστού (με την αρτιότητα της φιλοσοφικής αριστείας) για τον θάνατο. 

Οφείλεται θεωρώ, τουλάχιστον στο μέτρο που ισχύει αυτό, η πλήρης αναθεώρηση τόσο της βαθύτητας της πίστης του όσο και εκείνης της πειστικότητας του δόγματος. (Η απαλλαγή λόγω της ανθρώπινης υπόστασης του υποκειμένου εξαιρείται-αναιρείται διότι ετέθη πρωτίστως το άριστον της πίστεως)

Ο παράδεισος και μόνον αυτός είναι ο μοναδικός στόχος του μόνου εν Χριστώ αδελφού. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι το μεσοδιάστημα που χωρίζει τον κοινό θνητό- μέτοχο του προπατορικού, από την πλήρη-ολοσχερή απαλλαγή του και ακολούθως μετάληψη των ‘’δεδουλεμένων’’ της αφοσίωσης-πίστης στον Κύριο.

Η βάδισις λοιπόν (όσο ακραίο και εάν ακούγεται το παράδειγμα) σε τεντωμένο σχοινί δίχως δίχτυ ασφαλείας από κάποιον αδαή(σχοινοβάτη)- πιστό, κάλλιστα θα μπορούσε να είναι μία πρόκληση τεκμηρίωσης της απόλυτης πίστης, μια και το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι καλό διότι 
α) Ή, η πορεία θα είναι επιτυχής και θα ομιλώμεν περί θαύματος ή έστω κάποιας άνωθεν βοηθείας 
ή 
β) και πάλι επιτυχής(!) γιατί ο θάνατος (θέλημα Θεού είναι*, όπως θα δούμε παρακάτω) θα επιφέρει στον ‘’ευτυχή’’, όλες εκείνες τις απολαβές που διακαώς επιθυμεί και υπόσχονται οι γραφές. Περί παραδείσου ο λόγος.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Η πολλαπλή ειλικρίνεια της αληθείας



Οι συναισθήσεις μεταξύ ημών πόρρω απέχουν. 

Αλλιώτικα νιώθει τη θάλασσα ένας ποιητής, αλλιώτικα ένας ψαράς και διάφορα ένας τυφλός. Περί αυτού θεωρώ πως ομονοούμε.

Ομοίως θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι με τρόπο διάφορο συναισθανόμεθα την ηθική μας, μια και όλοι σχεδόν στο σύνολό μας αντιλαμβανόμαστε το κάθε τι με τρόπο υποκειμενικά ισχυρό. Το κάθε τι.

Η συναίσθηση και συνεκδοχικά η αλήθεια η οποία ακολουθεί το όποιο ερέθισμα φιλτράρεται στο νου μας (περνάει, διηθείται από τις γνώμες που έχουμε  γενικώς δια παν ζήτημα) και εξάγει συμπέρασμα (περί του καλού ή  μη) από την προσδοκία του αποτελέσματος.

Η αντίληψη λοιπόν του εαυτού μας σχετικά με οτιδήποτε γύρω μας είναι καθαρά υποκειμενική, τείνοντας να γίνει αντικειμενικότερη με την πληθώρα των γνωμών τις οποίες με κάποιο τρόπο θα καταφέρναμε υποθετικά να συλλέξουμε. (Με τον λόγο αυτό επ' ουδενί αθωώνω την πλειοψηφούσα γνώμη)

Η αλήθεια* αποτελεί μία πολλαπλότητα η οποία με τη σειρά της μπορεί να διασπασθεί σε χιλιάδες άλλες μικρές που και αυτές ανασυντιθέμενες θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν μία νέα, ομοίως διασπάσιμη (αλήθεια).