Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Περί κακότητας ο λόγος. (Μέρος 1)

Πριν ξεκινήσουμε θα πρέπει να δώσουμε τον ορισμό του κακού. Τι είναι κακό, ποιο πράγμα θεωρείται κακό και γιατί. 

Είναι πράγματι αυτό που μάθαμε να λέμε ''κακό'', κακό ή μήπως είναι κάποιο, λιγότερο καλό;

Φαίνεται σχετικά εύκολη η απάντηση μα δεν είναι. Για παράδειγμα θα πει ο πρώτος πως, το να σκοτώνεις είναι κακό. Σύμφωνοι με την ευρεία έννοια του όρου, όμως θα αναρωτηθεί-αντιτάξει ένας δύσπιστος δεύτερος, εάν είναι πράγματι κακό να σκοτώσεις τον άνθρωπο που ''αναίτια''1 ετοιμάζεται να σκοτώσει κάποιον ανυπεράσπιστο αθώο ή κάποιο μέλος της οικογενείας σου λίγο πριν το ληστέψει;

Μήπως το κράτος σε κάποια μέρη του κόσμου δεν σκοτώνει για συνέτιση-τιμωρία των υπολοίπων στερώντας από κάποιους το δικαίωμα της πλήρους μετάνοιας, αναμόρφωσης ακόμα και μέσω της Θείας χάριτος; (έχουν και οι θεοκράτες το λόγο τους). Ο πολιτισμός μας είναι αποδεκτός όταν επιτρέπει χάριν τιμωρίας-παραδειγματισμού, τον θάνατο και εάν ναι, πότε θα πρέπει να κάνουμε εξαιρέσεις, με ποία δικαιολογητικά και με πόση αντικειμενική παραδοχή αυτών...

Ο πόλεμος; Συμφωνούμε όλοι ότι στον πόλεμο είναι θεμιτό ο σκοπός στέφεται νικητής, αφήνοντας κατά μέρος όλα τα υπόλοιπα φιλοσοφικά-ανθρωπιστικά θεωρήματα (και όχι μόνο) και γιατί; Οι αιτίες ανακηρύσσονται νικήτριες και εάν ναι, υπό το βλέμμα ποίου κριτή;

Όλα αυτά αποτελούν ένα μόνο παράδειγμα μη ομοφωνίας.
Επανέρχομαι λοιπόν λέγοντας ότι δύσκολα οριοθετείται ο ορισμός του κακού, ομοίως και του καλού θα επιμείνω, αποφεύγοντας -πλην ενός-, άλλα παραδείγματα, λέγοντας ότι εκείνο που φαντάζει ‘’καλό’’ για κάποιον, για κάποιο άλλον κάλλιστα μπορεί να σημαίνει ή και να είναι την ίδια ώρα, κάτι το ‘μέτριο’ ή το ‘κακό’. Π.χ. Βοηθάει κάποιος κάποιον σε κάτι και του στερεί (εμφανώς ή στο βάθος της ουσίας) το δικαίωμα της δια του πόνου μάθησης… και τα εκατέρωθεν παραδείγματα δεν έχουν τέλος και είναι όλα ορθά, σύμφωνα με την γωνία θέασης του καθενός εξ’ ημών. Θα επανέλθουμε σε αυτά στο δεύτερο μέρος καθιστώντας τη θέση περισσότερο σαφή.

Επομένως μέχρι στιγμής μπορούμε να πούμε ότι και το καλό και το κακό είναι έννοιες απολύτως σχετικές!

Όμως εάν το ένα -ασφαλώς και- προϋποθέτει και το άλλο -διότι άνευ του ενός, καθίσταται μη ούσα, η έννοια του άλλου-, τότε, το καλό και το κακό είναι θα λέγαμε τα δύο άκρα που βασίζουν στο ενδιάμεσο, τον χώρο στον οποίο συνήθως κινούμεθα. Άρα υπάρχει ένα αντικειμενικώς καλό και ομοίως ένα κακό τούτο, που όμως αποκτούν τη 'σάρκα' τους στην ιδέα της προσωπικής περί των πραγμάτων θεώρησης. ‘’Είπα ή έπραξα ούτως, διότι τούτο θεώρησα πρέπον’’

Το ‘’πρέπον’’ λοιπόν αποκτά άλλη ουσία καθώς τείνει να θεωρείται το αντικειμενικώς ορθόν, το οποίον ορθόν βασίζεται κυρίως τόσο στους νόμους και στην κουλτούρα (ηθικές απαγορεύσεις κ.α.) του κάθε ανθρώπου, όσο και στα προσδοκώμενα αποτελέσματα της ενέργειάς του στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον, πράγμα που κάλλιστα μπορεί να σημαίνει πρόσκαιρο κακό, για ένα μελλοντικό μεγαλύτερο καλό… Ο σκοπός λοιπόν ευλογεί την πράξη καθιστώντας το όποιο ‘κακό’, βέλτιστο και άρα για την ώρα ‘καλό’, πίσω την αναμενόμενη διαμόρφωση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Και πάλι συμπεραίνουμε πως δεν υπάρχει απόλυτο ‘’κακό’’ και άρα ούτε απόλυτα ‘’καλό’’, όμως ΚΑΤΙ ΚΟΙΝΟ θα πρέπει να υπάρχει επάνω στο οποίο θα βρούμε έδαφος κοινό να υπογράψουμε.

Ας το πάρουμε αλλιώς…

Υπάρχει μια κοινή συνισταμένη σε όλες τις έννοιες και αυτή είμαστε εμείς. Οι άνθρωποι. Εμείς ορίζουμε όλα όσα άπτονται της υπόστασής μας, άρα ο τόπος συνάντησης των πάντων καταλήγει σε εμάς.

Αν μπορούμε να δεχθούμε ότι δεν υπάρχει απόλυτο καλό ή κακό όπως είπαμε, θα πρέπει επίσης να δεχθούμε ότι δεν υπάρχουν καλοί ή κακοί άνθρωποι και θα πρέπει να το πράξουμε με το ίδιο σθένος. Λογικό ακούγεται…

Μπορεί όμως να υπάρχουν άνθρωποι που συναισθάνονται2 περισσότερο και άλλοι που το πράττουν λιγότερο, λόγω της φυσιολογίας τους. Ο εξωτερικός φλοιός του εγκεφάλου μας ο οποίος είναι και υπεύθυνος για τις συναισθήσεις μας σε κάποιους ανθρώπους από κατασκευής τους είναι λιγότερο ευαίσθητος με αποτέλεσμα να χρειάζονται μεγαλύτερο ερέθισμα ώστε να νοιώσουν εκείνο το οποίο κάποιος άλλος θα ένιωθε με το πρώτο.

Παράδειγμα: Για μία μάνα αρκεί να ακούσει το ξάφνιασμα του παιδιού της ώστε να την πιάσει ταραχή και ανησυχία, το πρώτο κλάμα του ίσως, ώστε να τρομάξει ή να λυπηθεί, κάποια άλλη όμως, ανησυχεί λιγότερο, θεωρώντας ότι το παιδί της πρέπει να σκληραγωγείται και ευαισθητοποιείται μετά από αρκετή ώρα κλάματος ή από το πρώτο του αίμα… (Θα ακολουθήσουν και άλλα παραδείγματα στο δεύτερο μέρος)

Ομοίως λοιπόν διαχωριζόμεθα από τη ίδια την φύση, σε ομάδες, σύμφωνα με το μέτρο της φυσιολογίας μας σε ευαίσθητους, λιγότερο ευαίσθητους έως και αναίσθητους... αντιδρώντας αναλόγως στα όμοια ερεθίσματα. Βεβαίως και παίζει ρόλο το περιβάλλον στο οποίο έχουμε γαλουχήσει χαρακτήρα και η ανατροφή μας, αλλά και τα δύο πατούν στα γονίδιά μας.

Οι αντιδράσεις λοιπόν ημών, οι οποίες και μοιάζουν λογικές στο δικό μας πρόσωπο και απολύτως δικαιολογημένες (διότι απαντούν στα αίτια που τις έχουν προκαλέσει), σε άτομα διαφορετικής ευαισθησίας μοιάζουν παράλογες και είναι απολύτως φυσικό καθώς έχουν τεθεί σε λειτουργία (λόγω της ευαίσθητης φυσιολογίας τους) άμυνες που δεν έχουν προλάβει να κινητοποιηθούν σε εμάς. 

Όταν αυτή η ευαισθητοποίηση καθυστερεί να κάνει την εμφάνισή της οι άνθρωποι παρουσιάζονται ως σκληροί οι ανεκτικοί στον πόνο του άλλου, την ίδια ώρα που τα συγκεκριμένα άτομα κινούνται ακόμα στο επιτρεπτό τους μεσοδιάστημα (μεταξύ καλού και κακού) που αντέχεται από τη συνείδησή τους… κανείς από αυτούς δεν θεωρεί ότι πράττει κάτι κακό και είναι απόλυτα φυσικό.

Στο επόμενο θα δούμε πίνακες και εκτενέστερα παραδείγματα καθόσον κρίνονται απαραίτητα.

1 Δεν υπάρχει τίποτα που να μην κρύβει πίσω του μία αιτία.
2  Ενσυναίσθηση η απόλυτη επίγνωση μιας κατάστασης με νου και συναίσθημα.

Συνεχίζεται…