Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Το νόμισμα της γνώσης.

Οι διδάκτορες κλειδωμένοι στα όρια των διδαχών τους. Η μοίρα επιφυλάσσει ετούτο το παιχνίδι στους ‘’πονηρούς’’ του είδους που κομπάζουν σοφίας διδάγματα.

Έρμαια ολόρθα, σθεναρά φαντάζονται πως οι ύμνοι ηχούν για αυτούς μα λαθεύουν και η ύστερη γνώση καταφτάνει ασθμαίνουσα, δρομαία, με το τικέτο στο χέρι.

Το χαμόγελο αυτό στα χείλη μοναχά μπορεί να σημάνει πως όλα όσα γνώριζα γινήκαν πουλιά σε χέρια παιδιών κι όχι σε νου ανθρώπου που έχει δεκαετίες φορτωμένες στη ράχη να σέρνει.

Ο απόηχος των ιαχών δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το χρήμα στα χέρια των άλλων εκείνων που μόνιμα κρατούσαν τα γκέμια και όριζαν τα ορθά και τα πρέποντα λέει...

Το χρήμα ουδέποτε ηττήθη, ομοίως κι η δόξα.

Κι η δόξα, η μετά θάνατον, τιμή μπορεί να σημαίνει στον αχό μονάχα τ’ αντίλαλου κι άρα ματαίως τα πάντα που ‘χαν σκοπό αυτήν.

Το χρήμα όμως! Το χρήμα αξίζει πανάθεμά το, κάθε κόπο και ματιά στον ύστερο σκοπό που γίνεται πρώτος, λαμπρός, κρυφός και άγιος καθαρτήριος ιδεών και πράξεων ...φωτεινών.

Δοσμένοι μεγαλοπρεπώς στο όραμα εκείνο της καταξίωσης, ουδέποτε γνωρίζουμε οι γνωστικοί της γνώσης την ίδια μας γνώση όντες δέσμιοι των ορίων των ιδεών και του πεπερασμένου –αλλοίμονο- νου μας. 

Εγκλωβισμένοι μένουμε στα κελιά που ορίσαμε χώρο μας.

Άλλοι πολλοί, μικρότεροι σαφώς ελευθερότεροι, απαλλαγμένοι παντός θεωρήματος ανασαίνουν θυμάρι και γνώμη απλή, παιδική.

Οι υπόλοιποι παγιδευμένοι σε ακροατήρια ερμηνεύουν τους ίδιους τους ομιλητές την ίδια ώρα που άλλοι ερμηνεύουν τις δικές τους κρίσεις. 

Παραναλώματα όλοι μιας παρατρεχάμενης σπονδής στο θεό της τρέλας όπου θέλει τα πάντα ρευστά και πολλαπλώς ερμηνεύσιμα. Το βράδυ η μία κουβέντα γίνεται δυό και την επόμενη τρείς. Η ιδέα του καλλιτέχνη που ο ίδιος πια έχει ξεχάσει το βαθύ νόημα της σπουδαίας του ρίμας, την θαυμάζει ο επόμενος κριτής που έρχεται καμάρι γεμάτος, ερμηνευτής πρώτος, σαχλός. Χειροκροτημένος.

Κι αν μας κρατήσει το σχοινί… θα φανεί  στην προβολή, στην διάθεση, του επόμενου σπόνσορα όπου θα κάνει τον τενεκέ της μορφής μας, μέταλλο ευγενές απαστράπτον πλαστική ομορφιά διά μια μονάχα νύχτα, την επόμενη ο επόμενος τενεκές ξεγάνωτος κι αυτός, περιμένει τα δικά του λεπτά δημόσιας προβολής.

Οι ελάχιστοι τίμια πράττοντες μακριά από το πανηγύρι με τα μάτια κλειστά. Ζωντανοί στον δικό τους επίσης πεπερασμένο κόσμο... Η γνώση μαντρώνει κι αυτή, ελάχιστοι ξεφεύγουν...

Η αγελάδα το ιερό ζώο που κερνάει γάλα περιμένει στη σειρά την άνθιση και το σφαγιασμό των ονείρων της, όχι από κάποιους άξιους του είδους μα από κάποιους άξιους της μπίζνας.

Όλα για το χρήμα λοιπόν και κατόπιν για τη δόξα. Αιώνες τώρα το ίδιο τροπάρι, γεννάει ταγμένους, λιπάσματα ενός τροχού που αδιάκοπα τρίζει.

Φοβού τη γνώση, ουδέν πονετικότερον αυτής και ιδίως της ύστερης, εκείνης που λένε στερνής…

Η πορεία που πάρθηκε λάθος, αναστρέφεται, ο χρόνος όμως ουδέποτε γυρίζει και όταν αυτός ελλείπει αποκτά αξία άριστη, των ολίγων πραγμάτων στο όριο, στο χωράφι, που έχει ταγμένο η μοίρα, το κιτάπι άλλως του καθενός μας.


Τίποτα πλέον του μηδενός αγαπητοί μου. Τίποτα. Η αξία του καθενός ημών πέραν της σκέψης του. Μην απατάσθε, όλοι ομοίως γνώστες αγωνιούν περί των ιδεών τους, εμείς ας κάνουμε τη διαφορά να τους δώσουμε τα πρωτεία σκλαβώνοντας τους στα πεπερασμένα νομίσματα των δοξασιών τους…