Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Πότε ένα βιβλίο είναι καλό;


Πότε ένας άνθρωπος έχει απόλυτο δίκιο; Πότε ένας άνθρωπος εκφέρει μια απόλυτη ηθική αλήθεια;*  

Η απάντηση είναι ποτέ! 


Ίσως αυτό φαίνεται δύσκολο να γίνει αντιληπτό και ακολούθως αποδεκτό από όλους, όμως στο τέλος και εκείνοι που σφόδρα διαφωνούν, θα συμφωνήσουν.

Ποιο χρώμα είναι το πιο ωραίο; Ο διπλωμάτης θα απαντήσει το απαλό, όλοι οι υπόλοιποι εκείνο της επιλογής μας και θα έχουμε αμφότεροι δίκιο. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ άπειρον αναφέροντας παραδείγματα όπου η υποκειμενική κρίση και η προσωπική διάθεση θα στέφονται βασιλείς καθώς η αντικειμενικότητα θα υφίσταται συνεχείς ήττες και μάλιστα από τις πλέον βαριές.

Σύμφωνοι μέχρι εδώ.

Όμως ακούμε και κριτικές από ανθρώπους με γνώσεις, από ειδικούς, για βιβλία –μια που για αυτά μιλάμε- που δεν είναι καθόλου, για κάποια από αυτά, κολακευτικές. Καμία αντίρρηση.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να δώσουμε μεγάλη προσοχή. Εάν ερωτηθεί ο αναγνώστης του υφιστάμενου κακή κριτική βιβλίου και απαντήσει περί της ποιότητας του αναγνώσματος θετικά, τότε ποιος ειδήμων κριτικός θα μπορέσει να του αλλάξει γνώμη; Ποιος και από πού θα αποκτήσει το δικαίωμα περί της ορέξεώς του; Ποια επιχειρήματα θα καταφέρουν να πάρουν πίσω την ευχαρίστηση που πήρε ο όποιος –ασφαλώς- τυχερός διαβάζοντάς το;

Κανείς, είναι η απάντηση.

Το 'κακό' για τον κριτικό, βιβλίο, θα παραμένει στον αιώνα άριστο για τον θετικό αναγνώστη και θα προτείνεται εσαεί ως τέτοιο. Και ορθώς θα το κάνει, όταν η γνώμη του ζητείται.

Σαφώς πλέον αυτών, κατά την κρίση όλων ημών των υπολοίπων, υπάρχουν καλά και λιγότερο καλά βιβλία. Κανείς δεν το αρνείται. Ο διαχωρισμός αυτός γίνεται στο νου μας με τρόπο απόλυτο και από πολλούς ταχύ. Συμβαίνει και αποτελεί πραγματικότητα όπως είναι άλλωστε απολύτως φυσικό. 

Λογικά όμως, κάποιος τρόπος θα υπάρχει ώστε να προσδώσουμε κατά το δυνατόν αντικειμενική βαθμολογία για το κάθε ένα ανάγνωσμα…

Ακούγεται λογικό.

Πριν το κάνουμε όμως θα πρέπει να ορίσουμε κατηγορίες, αλλιώς επίπεδα. Όχι επίπεδα βιβλίων, αλλά επίπεδα αναγνωστών! Για τα επίπεδα των βιβλίων θα μιλήσουμε αργότερα εάν χρειαστεί.

Βιβλίο είναι λοιπόν και: τα ‘Φυσικά’ του Αριστοτέλη, βιβλίο και το ‘Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο’ του Μαρσέλ Προυστ, βιβλίο και το ‘Μάζευα στην αμμουδιά λουλούδια’ (φανταστικός τίτλος). Όλα αυτά τα βιβλία, κρίθηκαν από κάποιους αναγνώστες άριστα. Διαφορετικούς την κάθε φορά για το κάθε ένα. Ποιος θα μπορέσει τώρα να πει στην κυρία ή στον κύριο που λάτρεψε το τελευταίο, να διαβάσει Προυστ; Και εάν θα το κάνει, μετερχόμενος ποια επιχειρήματα θα το τολμήσει; Τον Αριστοτέλη ας τον αφήσουμε καθόσον και ο δυσκολότερος…

Θεωρώ πως συμφωνούμε. Έχει τύχει σε όλους να αφήσουμε βιβλίο που μας προτάθηκε στην μέση κρίνοντας το ανιαρό, ομοίως και κάποιος φίλος δικός μας παράτησε στην άκρη τη δική μας προς αυτόν πρόταση...

Πέραν όλων των επιχειρημάτων η γνώμη μου είναι πως ο αναγνώστης εκπαιδεύεται. Ομοίως και ο συγγραφέας (άλλη μεγάλη συζήτηση). Θα επέμενα πως οφείλουν να το κάνουν και οι δύο συνειδητά...

Ας επανέλθουμε.

Θα συμφωνήσω προλαμβάνοντας όλους και όλες εκείνες οποίοι θα αντιλέξουν πως: ‘Απλά θέλουμε να περάσουμε την ώρα μας διαβάζοντας κάτι της αρεσκείας μας όσο ελαφρύ και εάν είναι αυτό’’ Καμία αντίρρηση, περί ορέξεως άλλωστε δεν υφίσταται λόγος. Εκείνο που επιθυμεί ο κάθε ένας εκείνο θα διαβάσει και θα το κρίνει ελεύθερα ως άριστο, μέτριο ή (κατά την γνώμη του σε κάθε περίπτωση), κακό.

Δεν υπάρχει διαφωνία, ερωτώ όμως έχοντας ανάγκη τη γνώμη όλων αυτών: Πόσο ωραιότερο θα ήταν, εάν διάβαζαν κάτι για τον εαυτό τους σε ένα μυθιστόρημα; Εάν αναγνώριζαν στην πένα εκείνου του τυχαίου συγγραφέα μια πτυχή του εαυτού τους;  

Δελεαστικό ακούγεται.

Εάν άφηναν για λίγο στο πλάι την υπόθεση ‘’παραμύθι γιαγιάς με τις χίλιες ανατροπές και τους απωθημένους ιδανικούς ήρωες’’ και διάβαζαν κάτι (π.χ.) για μία ψυχολογική κατάσταση την οποία ενδεχομένως να γνώριζαν επειδή κάποτε την είχαν βιώσει ή εξακολουθούν να βιώνουν ή τυχαίνει να τη βιώνει μια φίλη τους; Και όλα αυτά μέσα από μία ρεαλιστική υπόθεση με αρχή μέση και τέλος, χωρίς υπερβολές και ζωγραφισμένα φινάλε που βιώνουν πνοές …στους αιθέρες;

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Όταν ο σκοπός καταπίνει την ουσία


Θα επιμείνω πως η μεγαλύτερη παγίδα είναι η έπαρση. Η ιδέα πως κάποιος κάτι είναι επειδή απέκτησε είτε βήμα, είτε ένα –πρόσκαιρο ενδεχομένως- ακροατήριο.

Στο μεγάλο αυτό λάκκο πέφτουν συνήθως εκείνοι οι αιφνιδίως αφυπνισθέντες ενός λήθαργου ετών. Όλοι εκείνοι οι οποίοι ‘την είδαν’ αλλιώς και είπαν ένα πρωί : ‘Bρε λες να είμαι κάτι και να μην το ξέρω; Λες να πηγαίνω χαμένος’

Η αλήθεια είναι πως απλά τίποτα δεν είναι.

Η νόσος, εάν μπορεί να λεχθεί τέτοια, κτυπάει συνήθως καλλιτέχνες. Τραγουδιστές, ζωγράφους, συγγραφείς, χορευτές, κ.α.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι όλοι μας έχουμε προικισθεί με κάποιο ταλέντο. Σε κάποιους αυτό το ταλέντο είναι απολύτως εμφανές και σε άλλους αχνοφαίνεται κατόπιν μεγάλης προσπάθειας. Εκεί εστιάζεται η διαφορά. Επίσης θα πρέπει πάντα θυμόμαστε, πως ακόμα και ένας απλά ταλαντούχος άνθρωπος παραμένει ελάχιστος στο να διαμορφώνει ρεύματα στις κοινωνίες. Τουλάχιστον αυτό, είναι σαφές και παραδεκτό από όλους θαρρώ.

Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Ελλάδας ή θα συγγράφει ή θα χορεύει ή θα τραγουδάει ή θα ζωγραφίζει. Το υπόλοιπο θα παίζει άριστη μπάλα… Οι μόνοι που δικαιολογούνται έπαρση, είναι οι πατεράδες των πεντάχρονων υιών που θαρρούν πως γέννησαν Μέσι, οι υπόλοιποι χρειάζεται να σκεφθούν… Εντάξει και πολλές μαμάδες που θάρρησαν για ένα φεγγάρι πως η κόρη τους θα γινόταν πρώτη μπαλαρίνα ή κολυμβήτρια.

Ας έρθουμε στο προκείμενο.

Το όποιο ταλέντο -που υπάρχει ως δώρο της φύσης στον άνθρωπο- επιτελεί έναν σκοπό που δεν άλλος από το να τον κάνει να αισθάνεται όμορφα εκτελώντας το. Εάν αυτή η εκτέλεση είναι απολύτως ξεχωριστή -προς το καλύτερο ασφαλώς- από τις όμοιες άλλες των άλλων εχόντων όμοιων δεξιοτήτων, τότε προοδεύει στον τομέα αυτόν και απολαμβάνει της αποδοχής των υπολοίπων. 
  • Εδώ λοιπόν είναι το ζήτημα… Στη δόλια ιδέα πως το υποκείμενο φαντάζεται-υποθέτει ότι είναι, κάτι πλέον αυτού που πράγματι είναι.
Αυτή η κακούργα ιδέα έρχεται και του αλλάζει τα μυαλά κάνοντάς τον να υποστηρίζει έναν τρόπο ζωής που δεν του ανήκει, που δεν είναι γεννημένος να ζήσει ή να υποστηρίξει. Με αυτό το επιχείρημα δεν ισχυρίζομαι πως κάποιοι δεν έζησαν τον τρόπο που μιμείται το υποκείμενο, όμως εκείνων το επέτασσε η ψυχή και όχι κάποια ιδέα.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Το κακό ως μέτρο πάντων.

Η κάθε ανακρίβεια μπορεί να θεωρηθεί ψεύδος. Η μόνη ειδοποιός διαφορά που μπορεί να αθωώσει είναι η εκ των προτέρων γνώση. Το τίμιο λάθος με άλλα λόγια είναι εκείνο που καταφέρνει να σταθεί ορθό έναντι της εν γνώσει ειπωμένης ανακρίβειας που αναγάγεται άμα τη αποδείξει σε ψεύδος.

Κάθε κουβέντα αποτελεί μία αλήθεια τη δεδομένη στιγμή. Μία αλήθεια η οποία ισχύει για τον ελάχιστο εκείνο χρόνο που μεσολαβεί της επεξεργασίας. Είναι η αλήθεια της πράξης η οποία δεν ενδιαφέρεται για τη ορθότητα των συμβολισμών των λόγων αλλά για αυτήν καθ’ εαυτή την πράξη. Συμβαίνει άρα υφίσταται.

Έχοντας ως μέτρο κοινό ‘το καλύτερο’, την αυτόματη σύγκριση με κάτι άλλο, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι μέτρο πάντων είναι το κακό ή το λιγότερο καλό και όχι το ανάποδο*. Οι αρχές από τις απαρχές των κοινωνιών βασίζονται σε νόμους, οι νόμοι περιορίζουν το μη αντικειμενικώς αποδεκτό, το οποίο ορίζεται ως 'κακό'.

Το 'κακό' που από μία θεώρηση αποτελεί τη βάση όπου πατούν τα λιγότερα κακά και ακολούθως τα λιγότερα, λιγότερα, έως τα καλά και τα άριστα.

Το σχήμα βεβαίως είναι αυθαίρετο, αλλά βοηθάει την κατανόηση.

Ακόμα και όταν αναφερόμαστε σε κάποιο καλύτερο του καλού έχουμε στην βάση του μυαλού μας ένα κάποιο κακό, απευκταίο ή κάποιο άλλο λιγότερο άξιο. 

  • Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το κάθε καλό-καλύτερο, αποτελεί κάτι χειρότερο σε σχέση με το αμέσως καλύτερο, έως το άριστο το οποίο δεν μπορεί παρά να είναι ένα και μοναδικό σε κάθε περίπτωση.
Ο Σαίξπηρ στο σημείο αυτό θα πρέπει να ομολογήσουμε πως είχε δίκιο ‘’Δεν υπάρχει κάτι τόσο κακό όσο και τόσο καλό. Η σκέψη είναι που το κάνει έτσι’’.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Η ξύλινη ρητορική και μερικά άλλα….

Είναι πράγματι δύσκολο να ξεφύγει κανείς από όλα εκείνα που έχει μαθημένα. Θα ήταν ως να παραδέχεται την λαθεμένη του πορεία. Πράγμα δύσκολο για εγωιστές και κεφάλια αγύριστα.

Ας περάσουμε κατ’ ευθείαν στο θέμα.

Ο Τσίπρας δεν είναι ψεύτης. Είναι υπηρέτης του μνημονίου –με την καλή έννοια. Όλοι όσοι ενέκριναν την επιλογή του με την ψήφο τους τον Σεπτέμβρη το ξέρουν και εάν δεν το ήξεραν (ως αμάθητα μαθητούδια) το έμαθαν. Κάποιοι ακόμα προσπαθούν να εμπεδώσουν…

Το ‘’υπηρέτης’’, συμφωνώ, ακούγεται κάπως άσχημα αλλά έτσι είναι. Από την αντίπερα όχθη οι επίδοξοι αρχηγοί της Ν.Δ. επιδίδονται σε μία ρητορική που σκοπό έχει την εσωτερική κατανάλωση.

Μάχονται για το ποιος θα βρίσει περισσότερο, ποιος θα κατακεραυνώσει ευστοχότερα και ποιος κρατήσει μια σκληρότερη στάση προς άγραν ψήφων.

Ειλικρινά δεν είμαι με κανένα από τα δύο κόμματα, είμαι απλά κατά του μνημονίου κάτι που επίσης είναι –όπως δηλώνουν- και οι περισσότεροι εκλεγμένοι. (πλην ελαχίστων)… Εφαρμόζουν εκείνο που δεν θέλουν, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Επανερχόμενος αναφέρω ότι είναι πράγματι κωμικό να ακούει ο οποιοσδήποτε από ανθρώπους που επιθυμούν να αναλάβουν την αρχηγία ενός μεγάλου κόμματος, ώστε να κυβερνήσουν αγότερα τη χώρα, να μετέρχονται ομοίων κραυγών. Να ξεχνούν ότι οι ίδιοι πριν από ελάχιστο χρονικό διάστημα έλεγαν και δικαιολογούνταν με τις ίδιες δικαιολογίες που επικαλείται το κυβερνών κόμμα: Δεν θέλουμε αλλά μας αναγκάζουν να εφαρμόσουμε! 

Μοναχικότητα. H επιταγή της προόδου.

Η τάση προς απομόνωση του ανθρώπου είναι πλέον εμφανής. Ήδη ως άτομα έχουμε σήμερα πολλές περισσότερες στιγμές μοναξιάς από οποιεσδήποτε άλλες περιόδους της ζωής μας. Σε αυτές συγκαταλέγονται και εκείνες εμπρός στην οθόνη του υπολογιστή.

Ο θεσμός της οικογένειας κλυδωνίζεται και ο τριγμός της ακούγεται. Η παραδοσιακή σύσταση της εστίας, από μητέρα, πατέρα, παππούδες και παιδιά έχει από καιρό πάψει να υφίσταται.

Καλά, και είναι απαραίτητα κακό αυτό;

Από κάποιες σκοπιές όχι, αλλά από κάποιες άλλες, ναι.

Ασφαλώς και δεν είμαστε εκείνοι οι οποίοι θα σταθούμε σε στερεότυπα την ώρα όπου τα πάντα αρχίζουν να δείχνουν στους ιδεασμένους την όψη που οφείλουν να δείχνουν καθώς οι πραγματικότητες που θεωρούσαμε αληθείς υποχωρούν, αλλά όταν κοιτώντας αλλιώτικα και διαπιστώνουμε ότι ο νέος τρόπος ζωής εξυπηρετεί καταστάσεις τότε επίσης αναδιπλούμεθα.

Είναι γνωστό σε όλους ότι τα άτομα ως μονάδες χειραγωγούνται σαφώς ευκολότερα. Είναι επίσης γνωστό, ότι χειραγωγούμενα υποκύπτουν δεχόμενα όχι πράξεις μικρές -αυτές μοιάζουν ως το λιγότερο κακό-, αλλά –υποκύπτουν- αποδεχόμενα ιδέες προς υλοποίηση πακέτα πράξεων! Ιδέες οι οποίες είναι οι αιτίες, οι πρόξενοι των γενικευμένων πράξεων και των οποιαδήποτε πρακτικών.

Η μοναχικότητα μέσα στην εικονική πραγματικότητα των υπολογιστών προσφέρει ευχαρίστηση, αλλά όχι χαρά. Οι άνθρωποι οι οποίοι στερούνται χαράς, γίνονται σκληρότεροι, ανεκτικοί στον πόνο και στις δυσκολίες. Μεταλλάσσονται –με αργούς ρυθμούς- καθώς η φυσιολογία όλων ημών δεν είναι η κατά μόνας παρουσία στον κόσμο, αλλά η συναναστροφή με όλους τους υπολοίπους.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Προστάγματα ποιητών...

Κι έρχονται οι ποιητές να μιλήσουν για τον ωραίο τρόπο ζωής αγνοώντας πως όλοι εμείς, σκλαβωμένοι από μια κοινωνία νόμων και συνεχώς αναδιαμορφούμενης ηθικής, μονάχα ως ανυπότακτοι και κατακριτέοι θα καταφέρουμε να ζήσουμε... 

Βαλλόμεθα ακόμα και για τις γνώμες μας, πού να μιλήσουμε για πράξεις... 

Μια και στο σύνολό τους οι διακινητές ιδεών μιλώντας περί ζωής άξιας (χωρίς καταναγκασμούς, ζωής από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο) αναφέρονται στο βάθος των λεγομένων τους για ελευθερία (βούλησης και πράξης. Περί κάποιας -έστω κόσμιας- επανάστασης.) προτείνω να κοιτάξουμε κάπως προσεκτικότερα μερικά από τα λόγια του μεγάλου ποιητή Πάμπλο Νερούντα.

  • Θα πρέπει –πριν ξεκινήσουμε- να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψη μας, πως λαμβάνουμε -ως άτομα- ενεργό μέρος μονάχα σε ένα μικρό κομμάτι της ζωής μας, όσο και εάν αυτό μας φαίνεται παράξενο. Συνήθως ακολουθούμε τον τρόπο του βίου που μας προτείνεται τόσο από τις παγιωμένες ως άριστες διδαχές, όσο και από την αμφίβολη ηθική τους. 

Αμφίβολη* διότι άπασες οι νουθεσίες-προτροπές-προσταγές, κρύβουν στο βάθος τους συμφέροντα. Εμφανή ή όχι. Το ένστικτο, το μόνο υγιές (με την έννοια του παρθένου) κομμάτι του εαυτού μας τιθασεύεται τόσο από τους νόμους όσο και από τους γεμάτους θλίψη ηθικούς και όχι μόνο φραγμούς. 
*Αμφίβολη διότι ουδέποτε παρέμεινε σταθερή στους αιώνες!

Μα δεν γινόταν αλλιώς! 

Οι κοινωνίες από μόνες τους σημαίνουν νόμους. Ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος μονάχα μέσα από την κοινωνικότητα του, κοινωνικότητα, που εκφράζεται μονάχα από νόμους-περιορισμούς ή όπως άλλως θέλετε ονομάστε το. 

Πίσω λοιπόν από αυτή την παραδοχή, γινόμαστε μάρτυρες μιας χίμαιρας. Ρωτάω λοιπόν εάν επιδιώκουμε πέραν αυτής, την απομόνωση, τη μοναξιά... Και εάν όχι, τίνι τρόπο την αποφεύγουμε καθόσον ακόμα και στο σύνολο μερικών ανθρώπων οι κανόνες θεωρούνται προϋπόθεση;

Η ευτυχία -με την έννοια της μη έλλειψης του οτιδήποτε- της οποίας προϋπόθεση είναι η απόλυτη ελευθερία απαντάται μονάχα στην μοναξιά. Επί του πρακτέου –υποχωρούμε- συναναστρεφόμενοι τους ελάχιστους ικανούς ομοϊδεάτες.

Ας έρθουμε στα λόγια του ποιητή.

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Το ζήτημα των Ποντίων.

Πίσω από τις δηλώσεις των εμπλεκομένων πολιτικών ή μη, ξεχωρίζουμε δύο λέξεις: Εθνικό συμφέρον και γενοκτονία.

Δύο σπουδαίες λέξεις που κρύβουν πίσω τους μεγάλες ιστορίες, πολλά συμφέροντα (κρατών), αίμα, πόνο -για τον λαό που υφίσταται- και τέλος όπως είδαμε οργή.

Θέλω να επισημάνω ότι η κάθε ομάδα ανθρώπων που στηρίζει ή, τη μεριά Φίλη ή, την άλλη των οπαδών της λέξης ‘’γενοκτονία’’ –και ακολούθως την αναγνώριση των γεγονότων- αγωνίζεται με φόντο τα πιστεύω της. Και καλά κάνει.

Υπάρχει όμως ένα ζήτημα το οποίο ενσκήπτει από την όλη πρακτική.

  Το κατά πόσο μπορεί κάποιος να εκφράζεται ελεύθερα όταν η έκφρασή του προσκρούει είτε στο Εθνικό Συμφέρον, είτε στα βαθιά πιστεύω τού καθενός και ακολούθως σε σύνολα ανθρώπων, είτε ακόμα και στα ήθη ενός έθνους.
  • Η φιλοσοφία, η ηθική και η πολιτική, βρίσκονται ακόμα σε διάφορους κόσμους, ομοίως και η αλήθεια.
Στο σημείο αυτό ξεκαθαρίζω τη θέση μου λέγοντας ότι απέχω της τοποθέτησης για το εάν επρόκειτο περί γενοκτονίας ή όχι. Όχι γιατί δεν έχω γνώμη αλλά γιατί δεν είναι ο σκοπός του άρθρου. Σαφές. Σκοπός μου είναι να διερευνήσω τις παραμέτρους και τα ζητήματα τα οποία εγείρει η αντιπαράθεση.

Για την αναζήτηση της πραγματικότητας λοιπόν καμία προσπάθεια. Από κανέναν. Μπορεί και να μην υπήρχε χρόνος... 

Καμία αντιπαράθεση επιχειρημάτων ως το γεγονός να είναι σε όλους γνωστό. Επιμένω λοιπόν ότι ελάχιστοι γνωρίζουν την ιστορία των Ποντίων, ...αλλά και λάθος να κάνω, ακόμα και το πασιφανές οφείλει να αποδεικνύεται διαρκώς.

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Η λεμονόκουπα…

Σε ένα κράτος όπου κατακρημνίζεται αναζητούμε εξηγήσεις για τα μπάζα που σωρεύονται.

Η διαχείριση πλέον των θεμάτων που αφορούν τα της χώρας μας έχει καταστεί αδύνατη ή δυνατή μόνο τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών, οι οποίοι από τη μεριά τους απλά δεν θέλουν διότι εφαρμόζουν τη δική τους πολιτική ασφαλώς προς δικό τους όφελος… Το έχουμε πει πολλές φορές όμως ο Έλληνας υπεύθυνος ακόμα προσπαθεί σαν τον Σίσυφο να ανεβάσει τον βράχο στην κορυφή.

Αλήθεια πόσος καιρός πέρασε από τότε που κάποιοι πίστευαν πως η Ευρώπη, οι δανειστές, οι διαμορφωτές πολιτικών, πως: 
  1. Ήθελαν να μας σώσουν 
  2. Πως μάλλον ήθελαν να μας σώσουν.
  3. Που δεν μπορεί θα θέλουν να μας σώσουν, βρε αδελφέ…
Σήμερα υπάρχουν σαφώς λιγότεροι που πιστεύουν κάτι από όλα αυτά, όχι όμως τόσο λίγοι ώστε να μην μπορούν να στηρίξουν μία κυβέρνηση και άλλη μία αντιπολίτευση που ακριβώς τα ίδια πρεσβεύει ασχέτως εάν τσακώνεται, απλά, γιατί πρέπει να τσακώνεται. Όλοι γνωρίζουν ότι στη θέση της κυβέρνησης θα έκανε τα ίδια, μπορεί και χειρότερα για κάποιους. Υπάρχει άλλωστε η καταγεγραμμένη ιστορία, τα υπόλοιπα –που λέγονται ως δικαιολογίες- απλά θίγουν τη νοημοσύνη μας.
  • Υπάρχει έστω και ένας λογικός άνθρωπος, οπαδός, αδιάφορος πολίτης, ο οποίος να φαντάζεται ότι με μια άλλη κυβέρνηση (την οποιαδήποτε) εν μέσω μνημονίου, πως κάτι αλλιώτικο προς το φιλολαϊκότερο θα μπορούσε να συμβεί;
Πώς είναι δυνατόν η πορεία της ισοπέδωσης κάθε Ελληνικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας να μην λαμβάνεται υπ’ όψη από πάντες; Πώς είναι δυνατόν να παζαρεύεται η εμφανέστατη ισοπέδωση της όποιας Ελληνικής προσπάθειας παραγωγής; Παραγωγής του οτιδήποτε. Σήμερα η μπύρα, χθες το γάλα, αύριο κάτι άλλο… Πώς είναι δυνατόν να μην καθίσταται εμφανές το σχέδιο ισοπέδωσης του ντόπιου επιχειρηματία και ακολούθως το άλλο της υπαλληλοποίησης πάντων αναπνεόντων;