Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Πίστεις: Συναλλαγές συμφέροντος.

Ο φόβος και η αγωνία γα το μέλλον μας, ανοίγει την όρεξη σε κάθε είδους πειρατές.

Σχεδόν όλοι μας έχουμε μάθει να ζούμε μέσα σε οικογένειες που παρέχουν στήριξη, ασφάλεια, χάδι κι ελπίδα. Αυτή η ανάγκη όσο κι αν μοιάζει αθώα, είναι ολέθρια για το –ελεύθερο- μέλλον όχι μόνο το προσωπικό δικό μας αλλά και για εκείνο μιας πραγματικά ελεύθερης ανθρωπότητας.

Τον νεοσσό αν τον βοηθήσεις να σπάσει το κέλυφος για να βγει από το αβγό, δεν θα κάνει ποτέ του δυνατά φτερά. Τον άνθρωπο όταν τον κανακεύεις σε όλη του την ζωή πως τίποτα δεν τελειώνει με τον θάνατο, δεν θα ζήσει, δεν θα δει ποτέ την ζωή του με τα μάτια εκείνα που θα μπορούσε, που θα έπρεπε, που θα του άξιζε να την δει. 

(Στο σημείο αυτό επισημαίνω τη γνωστή δοκιμασμένη συνταγή τού πως να δημιουργήσεις ένα πιστό ακόλουθο της οποιαδήποτε ορθής ή λαθεμένης πίστης -αλήθεια υπάρχουν ορθές και λαθεμένες πίστεις; θα πρέπει να ρωτήσουμε τους απανταχού πιστούς για τις θρησκείες των άλλων και να συγκρίνουμε τις γνώμες τους. Θα έχει πράγματι μεγάλο ενδιαφέρον- 
Πρώτα λοιπόν παίρνεις ένα μωρό και το πηγαίνεις στον τόπο λατρείας του θεού σου. Μόλις κάπως μεγαλώσει και αρχίσει να καταλαβαίνει, του μιλάς συνεχώς για τον θεό που πιστεύεις, το παίρνεις από το χέρι εξακολουθείς να το πηγαίνεις υποχρεωτικά σε κάθε εκδήλωση της αποδεδειγμένα -κατ' εσέ- μόνης ορθής ανά τον κόσμο θρησκείας που υπηρετείς ώστε να συνηθίζει τα ακούσματα, τις ομιλίες, τις προτροπές, τα επιχειρήματα. Να μάθει ολόκληρη τη θεωρεία. Να βλέπει τον πιστό κόσμο, να λέει πως όλοι οι καλοί έτσι είναι. Πώς όλοι οι τυχεροί γνώστες άξιοι, βρίσκονται εδώ. Του τάζεις τα πάντα, το επιβραβεύεις σαν καλό παιδί που είναι, του υπόσχεσαι μια ολόκληρη μέλλουσα ζωή αν ζήσει όπως επιμένουν-καταδεικνύουν οι προφήτες παράλληλα του δείχνεις την καταστροφή αν παρακούσει τις εντολές τους... Του μιλάς για θαύματα, για τιμωρίες, για χαρές. Το μαθαίνεις να αρκείται στο πως: ''Αυτό έτσι είναι επειδή το είπε εκείνος που του το είπε ο  θεός. ΤΕΛΟΣ. 
Ως αποτέλεσμα έχεις ένα υπέροχο αγωνιστή πιστό ο οποίος θα δίνει την πάμφθηνη πλέον ζωή του για το όραμα...) 

Παραδείγματα έχουμε πολλά και ως τέτοια μην θεωρείτε μονάχα εκείνα που ζώνονται βόμβες αλλά και όλα τα άλλα που απλά ζουν μονάχα εκουσίως υπηρετώντας. (Ασφαλώς και είναι δικαίωμά τους -καθόσον είμαι βέβαιος πως το κάνουν μέσα από την (μαθημένη) ευτυχία τους-, όμως είναι και δικαίωμα δικό μας να έχουμε-καταθέτουμε τις αντιρρήσεις μας)

Συμμέτοχες στο ρόλο του σκληρού πειρατή οι θρησκείες. Κανείς σχεδόν δεν μιλάει για τα δικαιώματα και τις επιθυμίες των μονάδων-ανθρώπων. Οι δομή των κοινωνιών δεν είναι αμέτοχη ευθυνών καθόσον τιμά αυτές -τις θρησκείες- προκειμένου να τιθασεύσει έκνομες ροπές. 
Η πολιτική ουδέποτε απεσχίσθη των εκκλησιών-θρησκειών. Η μία βοηθούσε την άλλη, μαντρώνοντας τους ατίθασους λαούς. Θεσπίστηκαν νόμοι κοινή συναινέσει. Κάποτε θα πρέπει να μιλήσουμε για την ηθικότητά τους. 

Και είναι τόσο όμορφα μέσα στο παραμύθι, τόσο γλυκά στην ιδέα της αιώνιας απόλαυσης, υπακοής, που εγκαταλείπεται ο εαυτός και η ζωή του ανθρώπου καταντά στην ουσία φθηνό αναλώσιμο, ένα αναγκαίο στάδιο αγώνα προς απόκτηση του πολυπόθητου εισιτηρίου με προορισμό το μέρος όπου κανείς ουσιαστικά δεν έχει αποδείξει πως υπάρχει. Κάποιοι θα προφτάσουν να επιχειρηματολογήσουν ‘’Πως και κανείς δεν απέδειξε πως ΔΕΝ υπάρχει. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε την παγίδα του επιχειρήματος: Δεν οφείλουμε εμείς να αποδείξουμε πως κάτι δεν υπάρχει... Απεναντίας είναι υποχρέωση εκείνου που επιμένει, που προτείνει την ύπαρξη, που επιμένει εκθέτοντας τη θεωρία-πίστη του, να μας αποδείξει με όποιο τρόπο νομίζει την θεωρία του και εμείς θα κρίνουμε…

Τα πάντα γίνονται από μια πίστη σε μία ιδέα που κολακεύει, που υπόσχεται, που ξοφλάει την ζωή, το παρόν, με αντάλλαγμα μία χαρούμενη υπόθεση, μία ένδοξη πίστη –προς πάσα θρησκευτική κατεύθυνση- .

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Άνθρωποι και κοινωνίες.

Οι άνθρωποι ζουν για τις κοινωνίες. Για την ευημερία αυτών  ή αλλιώς για το κοινό ανώνυμο συμφέρον που μοιράζεται δια μέσου της θυσίας των μονάδων της σε ένα σύνολο αδηφάγο, πλεονεκτικό και αδιάντροπο.

Κατηγορούμαστε για τις πράξεις μας όταν δεν συμφέρουν το σύνολο. Κατηγορούμαστε ότι δρούμε εγωιστικά, κοιτώντας τον εαυτό μας –που η λογική και η φύση μας καλεί να σκεφτόμαστε πρώτο-. Αλήθεια υπάρχει κακό σε αυτό;

Η κοινωνία αντιδρά μέμφεται κατηγορεί και καταδικάζει, μαζί της και όλοι εμείς, πιόνια,  κομμάτια άμορφα βαμμένα στα χρώματα της προσδοκίας εκείνων που νέμονται τις θυσίες μας.

Κάθε πράξη που δεν συμφέρει το κοινό καλό καθαίρεται,  λοιδορείται, αναφέρεται ως παράδειγμα προς αποφυγή των υπόλοιπων υποψήφιων ανταρτών που κοιτούν πρώτα το δικό τους καλό και όχι των όλων των απρόσωπων υπολοίπων.

Είναι μια πάγια τακτική εκείνη του αλτρουισμού να προσπαθεί διαμέσου των κανόνων και των εύφημων μνειών, να αποξενώσει το άτομο από το ένστικτο. Να προσπαθεί με νύχια και με δόντια να τα χώσει (τα άτομα) ίσαμε τον λαιμό στην υποχρέωση που ποτέ δεν καταδέχτηκε με αυτούσια θέληση, κανένα να υπογράψει.

Ποια κοινωνία νοιάζεται για την ευτυχία των υπηκόων της; Καμία απολύτως.

Όλες σε κάθε γωνιά του πλανήτη ενδιαφέρονται για την ευημερία του συνόλου τους που από το σύνολο αυτό τελικά επωφελούνται λίγοι. Οι έχοντες τα σκήπτρα τις πρώτες καθέδρες. 

Χρόνια δασκαλεμένοι πολίτες, μυρμήγκια πασχίζουν γιατί έτσι πρέπει, γιατί έτσι ορίζει το σύνολο της οικουμένης, γιατί έτσι έχουν ορίσει εκείνοι που γνωρίζουν καλύτερα και κρατούν τους επαίνους στα χέρια. Και οι πολίτες έχουμε μάθει να θέλουμε τους επαίνους, τα χαρτιά με το μελάνι, θαρρώντας πως πρόκειται για κάτι σπουδαίο. Δέσμιοι πονηρών στόχων και παμπόνηρων αμοιβών.

Πριν το βραβείο θα πρέπει να έχει αξία εκείνος που το απονέμει. Θα πρέπει να έχει αξία ο λόγος που δίνεται αυτό κι όταν ο λόγος αυτός είναι η αιτία καταστροφής του ίδιου του ατόμου, τότε μάλλον η αλτρουιστική πράξη στρέφεται δια μέσου της μονάδας κατά του εαυτού της πραγματικής κοινωνίας.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Όταν οι θρησκείες δυναστεύουν.

Ένα θέαμα που από μόνο του θα έπρεπε να μας προβληματίζει όχι για τη μεγάλη αυτή καθ' εαυτή ενδυματολογική αντίθεση, ούτε για την αντίληψη της όποιας –πλέον- έκπληξης στα μάτια της μουσουλμάνας αθλήτριας –η οποία πιθανώς να υποχρεώνεται να ακολουθεί την ενδυματολογική αντίληψη της θρησκείας της- αλλά για το τι μπορεί να καταφέρει η παράλογη πίστη-θρησκεία στον άνθρωπο.

Και ποιος θα μπορούσε να μιλήσει, να ονομάσει, να ισχυρισθεί το ποια είναι η παράλογη και ποια η ορθή πίστη; 

Ασφαλώς και κανείς. 

Απολύτως κανείς, οποιοδήποτε θρησκευτικού δόγματος. Άπειρα τα επιχειρήματα με πρώτο και κύριο την επιρροή των προσωπικών ''πιστεύω'' του καθενός (ως καθένας νοείται τόσο το μεμονωμένο άτομο όσο και η ομάδα) τα οποία ''πιστεύω'', δεν δέχεται ο ''αντίδικος' και δικαίως διότι η πίστη δεν είναι θέμα απόδειξης αλλά ...πίστης(!) και η οποιαδήποτε πίστη μια και απέχει της απόδειξης σημαίνει απλά, στο έσχατο βάθος της: Γιατί έτσι θέλω, γιατί έτσι μ' αρέσει (!)

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε κάτι πολύ σοβαρό, κάτι στο οποίο όλοι θα πρέπει να συμφωνήσουμε:
  •  Ο τόπος γέννησης του κάθε ανθρώπου προδικάζει τη θρησκεία του.
Ο φανατικότερος μουσουλμάνος γεννημένος σε μια χώρα της Δύσης θα γινόταν φανατικός χριστιανός και εάν όχι φανατικός (διότι εδώ υπάρχουν περισσότεροι διέξοδοι), χριστιανός στα σίγουρα. Ομοίως στο σύνολό τους οι ένθερμοι οπαδοί του χριστιανισμού θα γινόταν μουσουλμάνοι εάν είχαν γεννηθεί  σε κάποια χώρα της Ασίας. 

Όλοι εκείνοι λοιπόν, που ωρύονται φανταζόμενοι πως κρατούν τη μία και μόνη αλήθεια, θα διατηρούσαν –και πάλι ίσως, λόγω των διαφορετικών επιρροών τους- τον φανατισμό ή την θέρμη τους υπέρ του ‘αντιπάλου’ όμως δόγματος…

Μοιάζει αστείο και όμως ισχύει. 

Έχω συχνά ακούσει το επιχείρημα πιστών που συμφωνούν με τη σχέση: Τόπος καταγωγής-θρήσκευμα, να δικαιολογούνται: ''Εμείς έτσι τα βρήκαμε έτσι τα συνεχίσουμε''. Το επιχείρημα αφοπλίζει! Καλώς, περί ορέξεως άλλωστε του διπλανού, δεν πέφτει λόγος σε κανέναν.

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Το βάρος της δυστυχίας και η ελαφράδα της ευτυχίας.

Είναι κάπως δύσκολο να μην συμφωνήσει κανείς –όσο αισιόδοξος και εάν είναι- με τον Σοπενχάουερ προσυπογράφοντας στο ότι η δυστυχία χρωματίζει τη ζωή μας περισσότερο από την ευτυχία. (Η δυστυχίες μας δεν ξεχνιούνται και λειτουργούν προσθετικά, οι ευτυχίες μας, ακολουθούν, έπονται.)


Είναι ακολούθως πολύ δύσκολο ο οποιοσδήποτε να μην νιώθει μέσα στη ευτυχία του το μικρό πετραδάκι στο πλάι του παπουτσιού του –κυριολεκτικά αναφέρομαι- κι επίσης θα συμφωνήσουμε πως αν εξακολουθήσει να προχωράει μ’ αυτό, στο τέλος του δρόμου η σκέψη του θα σκαλώσει εκεί, σε αυτό το ασήμαντο γεγονός. Αρκεί μια μικρή δυστυχία να εξουδετερώσει μια σαφώς μεγαλύτερη ευτυχία.



Οι άνθρωποι στεκόμαστε πολύ περισσότερο στις δυστυχίες μας. Σχεδόν μετράμε τις ευτυχίες μας υπολογίζοντας αυτές -τις δυστυχείς στιγμές μας-. Η έλλειψη δυστυχίας –δυστυχώς τείνει να-προσμετρά το μέγεθος της ευτυχίας που βιώνουμε.

Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι, οι άνθρωποι του μισογεμάτου ποτηριού θα συμφωνήσουν πως στην πρώτη άτυχη στιγμή τους σκέφθηκαν τα χειρότερα των συνανθρώπων τους ώστε να καταφέρουν να αισθανθούν καλά. Καλύτερα. ‘’Κοινός ο πόνος. Μόνο που εγώ υποφέρω λιγότερο άρα είμαι ευτυχέστερος, σε καλύτερη μοίρα’’ Ο πόνος η δυστυχία των άλλων μας κάνει όσο και εάν δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε να νοιώθουμε -έστω- κάπως καλύτερα... (όσοι διαφωνούν ας ομολογήσουν πως ποτέ δεν αισθάνθηκαν καλύτεροι (ευτυχέστεροι) σκεπτόμενοι κάποιους άλλους (δυστυχέστερους). Το καλό φέρνει χαρά, η χαρά ευτυχία. Το να είναι κανείς καλύτερος από κάποιον άλλον και να χαίρεται γι' αυτό, εκτός από ανθρώπινο, -αν δεν το παραδέχεται ευθέως εμπρός τους, που μεταξύ μας κανείς δεν το παραδέχεται- είναι και υποκριτικό.) Οι συγκρίσεις είναι μέρος της ζωής μας όπως και η υποκρισία καθαρό καθημερινό φαινόμενο και αφορά όλους μας.

Η ηρεμία, η έλλειψη κάποιας δυσκολίας στη ζωή μας, θεωρείται από όλους μας η βάση. Το σύνηθες αναμενόμενο αποτέλεσμα μίας κανονικά ρέουσας ζωής, οπότε η απουσία τής οποιαδήποτε τύπου δυσκολίας, ψυχικής, σωματικής κ.ά. -κάκιστα- δεν συνιστά μέσα στη καθημερινότητά μας ένα διαρκές ευχάριστο γεγονός, παρά μια κάποια τρόπον τινά υποχρέωση της φύσης. Κάκιστα θα επαναλάβω.

Στον αντίποδα η όποια δυσκολία συνιστά εμπόδιο που κινητοποιεί μυαλό και σώμα, θέτει το άτομο σε δράση, ώστε να επανέλθει και πάλι ο οργανισμός μας σε ισορροπία. Αυτή την ισορροπία θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε προσδίδοντάς της τον αριθμό: ΜΗΔΕΝ.

Λογικό ακούγεται. (Ασχέτως αν θα έπρεπε να θεωρείται λανθασμένο. Η ανικανότητα της αίσθησης της ευτυχίας από το υποκείμενο δεν συνιστά την απουσία αυτής)