Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Καιρός για πλύσιμο με σφουγγάρι.

Τα πράγματα είναι απλά. Δεν έχω λεφτά και θα τα μου δώσεις εσύ κι αν δεν μου τα δώσεις, θα στα πάρω με το ζόρι, με τρόπο που θα τον κάνω να φαίνεται νόμιμος. Το αν θα είναι ηθικός ή δίκαιος δεν με απασχολεί.

Κάλλιστα τούτα τα λόγια θα μπορούσε να είναι τα λόγια ενός ευγενικού ληστή. 

Ενός Έλληνα κακοποιού ή κάποιου μετανάστη  και όχι του κράτους.

Προσωπικά ληστές δεν μου τύχανε, κράτος μου έτυχε.

Τα λεφτά κλάπηκαν, φαγώθηκαν καταπιωθήκανε. Γλεντήθηκαν!

Κι εγώ τι φταίω, εσύ τι φταις;

Μπορεί να μην φταίει κανείς μας όμως θα πληρώσουμε γιατί τυχαίνει να ζούμε εντός των συνόρων. Βεβαίως εντός όποιων συνόρων και να ζούσαμε θα πληρώναμε (να λέμε του στραβού το δίκιο) αλλά θα πληρώναμε λεγογισμένα και δίκαια.

Εδώ πληρώνουν όσοι δεν μπορούν να ξεφύγουν.

Τα ανασφάλιστα τα βρήκαν σε μια μέρα. 

Σε μία τα βρήκανε εδώ και δυο χρόνια, άσχετα αν για λόγους πολιτικής -συμφέροντος δηλαδή- δεν τα χαρατσώνανε, τις λίστες Λαγκάρντ ακόμα τις κλώθουν. Τέτοιοι ξεφτιλισμένοι!

Έχουμε βαρεθεί να ακούμε από τη γέννα μας για τα σωστά και τα δίκαια. Από τη μια οι παπάδες από την άλλοι οι αστυνόμοι. Μόνο εμείς είμαστε υπαίτιοι, οι διδάσκοντες ανοσιοργούντες ποτέ. Στο διάλο.

«Πώς κυκλοφορούν με ανασφάλιστο όχημα, καλά κάνουνε και τους γεμίζουν πρόστιμα». 

Αυτή είναι εκδικητική ρητορική εχόντων –άσχετα αν πράγματι πρέπει να ασφαλίζεται το κάθε όχημα- η σωστή πολιτική είναι το σημείωμα που λέει: ανακαλύψαμε πως είσαι ανασφάλιστος, ασφάλισέ το άλλως θα σου αφαιρέσω τις πινακίδες. Κανείς που έχει λεφτά και νου, δεν μένει ανασφάλιστος…

Να είναι βέβαιοι και οι δημοσιογράφοι των καναλιών που μας κουνάνε σαν δασκαλίσκοι το δάκτυλο και οι πολιτικοί, πως τα σωστά τα ξέρουμε καλύτερα από αυτούς απλά αν δεν τα εφαρμόζουμε το κάνουμε για άλλους λόγους…. (προσωπικά δεν έμεινα ποτέ ανασφάλιστος γιατί είχα την τύχη να μην μου λείψουν τα χρήματα, όμως δεν μπορώ να μην συμμερίζομαι εκείνον που δυσκολεύεται και βάζει τάλιρο βενζίνη) Το να μην το βγάλει στο δρόμο είναι μία κουβέντα. 
Μια άλλη είναι, εκείνος που καταδεικνύει, κατηγορεί και μέμφεται, να πληρώνει στο ακέραιο τους φόρους του, ούτε να κοιτάζει την πλουμιστή κοπελίτσα που περνάει από το πλάι του, καθόσον είναι παντρεμένος... Η τιμιότητα και η ταγή στους νόμους, πηγαίνει πακέτο με τη ηθική. Με αντιλαμβάνεστε.  Όλοι, υποκριτές και μη, γίναμε κριτές.

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Κοινωνία συμφερόντων.

Οι κοινωνίες επιμένω πως νοιάζονται για την αγαστή συνεργασία των μελών τους και όχι για την ευτυχία τους. Όλοι οι τρόποι που μας καταδεικνύουν θεμιτούς ως δρόμους προς την επιτυχία μας και ακολούθως την ευτυχία μας, έχουν να κάνουν με την παραδοχή του συνόλου των αξιών τους και μόνον.

Αξίες που σίγουρα αν κάποτε συνομολογήσαμε στο σύνολό τους, το κάναμε μη έχοντες γνώση και άρα διεξόδους διαφυγής. Πώς να αντιδράσει κάποιος αδαής ων, ενάντια σε ένα σύνολο πεπεισμένων;

Η πειθώ λοιπόν που έχει υποστεί η πλειοψηφία δεν σημαίνει ελεύθερη αποδοχή της όποιας ιδέας, αλλά πίστη σε διδαχή. Ενστερνισμό σε αληθοφανές επιχείρημα και τέτοια υπάρχουν πολλά.

Γενικώς αρκεί ένα βραβείο ενός δημόσιου φορέα ώστε το άτομο να υποκύψει στην άποψη. Αρκεί επίσης ακόμα και μια ευρεία αποδοχή συμπολιτών με έργα ή λόγια στα έργα ή τα λόγια, για το ίδιο αποτέλεσμα… Αυτός είναι τρόπος που λειτουργεί η κοινωνία ώστε να προωθεί νόμους, ιδέες και αξίες που την εξυπηρετούν.

Θα επέτεινα πως πλέον έχει ξεφύγει των δυνατοτήτων του καθενός, μιας και οι ιδέες-προτάσεις της, όπως συμβαίνει και με τις θρησκείες έχουν καταντήσει να θεωρούνται έμφυτες.

Ο αλτρουισμός για παράδειγμα (που αναφέρει και ο Νίτσε) εξυπηρετεί το απρόσωπο σύνολο ενός πλήθους φέροντας το υποκείμενο όχι σε δεύτερη αλλά σε έσχατη μοίρα. Ο ήρωας θυσιάζει τον εαυτό του για το καλό όλων παραχωρώντας τη ζωή του -αναφέρω για παράδειγμα-. Η πολιτεία απονέμει ένα μετάλλιο που έχει μηδενική υλική αξία και ανεκτίμητη ηθική στους περί του εκλιπόντος κομπάζοντες περί της γνωριμίας του. Το ανεκτίμητο της αξίας του μεταλλίου ή των ευσήμων αν προτιμάτε εκθειάζεται από τα δημόσια (πεπεισμένα) πρόσωπα, ώστε να υπάρξουν μιμητές. Με όσο περισσότερους μιμητές-αρνητές εαυτού, οι υπόλοιποι θα ζούμε καλύτερα. 

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Η τρομοκρατία αποτέλεσμα φονταμενταλισμού.


Πώς θα μπορούσε να τα βάλει κανείς με την πίστη των ανθρώπων; Πώς θα κατάφερνε να αντεπεξέλθει με το όραμα εκείνων που θαρρούν πως βλέπουν ως μόνη ελπίδα της σωτηρίας της ψυχής τους την επιστροφή στον δρόμο των παλαιών σκληρών θρησκευτικών πρακτικών; 

Η απάντηση είναι πως δεν υπάρχει τρόπος έξω από έναν διαρκή ατελεύτητο πόλεμο (μεταφορικά και μη), πέρα από μια καταστρεπτική διαμάχη με έναν εχθρό που δεν έχει στην ουσία σώμα, που δεν είναι ορατός, που δεν αντιμετωπίζεται με συμβατικά όπλα. (Το να κάνει κανείς μια επιχείρηση και να σκοτώσει εκατοντάδες από δαύτους δεν λύνει το πρόβλημα, μάλλον το οξύνει...)

Μη σας παραξενεύει το γεγονός του φανατισμού των ανθρώπων του ISIS. Ακούγεται απόλυτα λογικό στα μυαλά του κάθε ενός διαποτισμένου με ιδέες θρησκευτικού φανατισμού και αυτός ο φανατισμός είναι χειρότερος όλων διότι του αποδίδονται όλα τα δίκαια και όλα τα εύσημα του Υπέρτατου Όντος και ακολούθως οι εξαιρετικές απολαβές.

Όσο λογική φαίνεται σε εμάς η ιδέα του χριστιανικού παραδείσου και στο πλάι αυτής ολόκληρη η κοσμοθεωρία, της δικής μας πίστης, άλλο τόσο συνετή μοιάζουν σε εκείνους οι δικές τους διδασκαλίες όσο άγριες και παράλογες αντικειμενικώς είναι. Ποιος μίλησε για ήμερο κόσμο;

Ζητάμε άραγε λογική από τους τζιχαντιστές; Με ποιο σκεπτικό; Με εκείνο της άρνησης των πατροπαράδοτων -μεταλλαγμένων- αξιών τους;

Μα είναι είναι αξίες οι φόνοι, τα μακελέματα, οι σφαγές αθώων πολιτών; 

Ασφαλώς και όχι. Ασφαλώς και όχι, αλλά με τη δική μας λογική. Με τη δική τους να, που αποτελούν επιτέλεση θεάρεστου έργου.

Όσοι λοιπόν αναρωτιέστε πώς είναι δυνατόν να πιστεύουν λογικοί άνθρωποι τέτοια πράγματα, αναρωτηθείτε το πώς φαίνονται σε αλλόθρησκους όλα εκείνα που πιστεύουμε εμείς οι δυτικοί. 

Αναρωτηθείτε ακόμα το πόσο παράλογα μοιάζουν σε έναν άθεο π.χ. τα τυπικά των εκκλησιών που ομοιάζουν τα μάτια τους με τις τελετές βουντού στη Αφρική ή κάποιων άλλων ανούσιων τελετών,  οι υποταγές σε διάφορες αιρέσεις, σε υποσχέσεις μελλουσών ζωών, οι προσευχές…

Πώς είναι δυνατόν κάποιος άπιστος να 'ξεκολλήσει' τη πίστη από κάποιον πιστό που τη θεωρεί εκτός από ορθή και αποδεδειγμένη; Απλά δεν είναι δυνατόν, αυτή είναι η αλήθεια. Και εδώ δεν μας ενδιαφέρουν οι λόγοι, μας ενδιαφέρει το αποτέλεσμα που δεν άλλο από το δικαίωμα του καθενός να υπηρετεί και να ασπάζεται μέχρι θανάτου την πίστη που του δίδαξαν για αληθινή! (Μη μου πείτε πως δεν διδάχτηκε ο κάθε πιστός;)

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Αρχές…

Ανατροφές από αυστηρούς γονείς με νου και όμματα στη θέα της  γνωστής
πεπατημένης.

Η περιφρόνηση της επιθυμίας του ατόμου αυτοσκοπός ιερός. Τιμώμενος.


Θρήσκες διδαχές, υποχρεώσεις, τιμωρήσεις, απειλές. Βέργα ως εργαλείο συμμόρφωσης. Δάσκαλοι, γονείς και αυστηρές διαλέξεις, θεμέλιοι λίθοι μιας κοινωνίας η οποία θεωρεί πως η λευκότητα ορίζεται-επιτυγχάνεται με όρους.

Αποτελέσματα όλοι χριστής διαπαιδαγώγησης. Χριστής και με την έννοια της σώφρονος πέραν της -απαραίτητης- χριστιανικής. Της άμωμου εκείνης όπου ποτέ δεν αντιστέκεται σε εκείνους που δεν πρέπει και κάνει τα παιδιά να γίνονται μεγάλοι ζώντας με την ελπίδα της ανταπόδοσης, της αποζημίωσης εκείνων που παράτησαν με βαριά καρδιά πίσω τους.

Ανατροφές με σημαία το πρέπον, το είθισται. Η ζωή αφιερωμένη στο κοινό καλό. Αλτρουισμός, υποκρισία, ταγή υποχρεωτική, χάριν ενός συνόλου που το νέμονται λίγοι. Βέργα στα νιάτα, απειλή και φοβέρα στους ενήλικες. "Να, η απόρριψη (της κοινωνίας και του Ύψιστου) καραδοκεί και η φωτιά θερμαίνει το καζάνι της απόδοσης του δίκαιου.

Η καταστροφή της προσωπικότητας θεμιτή εάν άλλα προστάζει η ατίθαση βούληση.

Στο τέλος ο στόχος επιτυγχάνεται. Ο αγέρωχος νους καταντά να μισεί τον εαυτό του. κοιτά τις πράξεις του και αυτομαστιγώνεται.

Κοιτιέται στον καθρέφτη και αγωνίζεται να δει πέρα από την κατάντια του τα κάποια οφέλη του. Παλεύει να αναγνωρίσει την προσωπικότητα του. Τη διαφορά εκείνη που φανταζόταν πως θα τον έκανε ευτυχισμένο. 

Οι κοινωνίες αδιαφορούσαν ανέκαθεν για τις ευτυχίες των μελών τους. Την πάρτη τους κοιτούσαν μόνο και φρόντιζαν για αυτό θρησκεία και άρχοντες. Οι νομείς της υποταγής του πλήθους.

Μιλούν για αλτρουισμό, παινεύουν τις θυσίες, χαρίζουν τσίγκινα μετάλλια σε εκείνους που μάσησαν το παραμύθι και απαρνήθηκαν τον εαυτό τους χάριν των όποιων αφεντάδων και υπάρχουν πολλοί σήμερα. Σχεδόν ο κάθε ένας από εμάς εξουσιάζει και έναν ακόμα. 

Γεννιόμαστε όχι όπως λέει ο Καμύ, αθώοι αλλά ένοχοι. Φορτωμένοι βαριές ενοχές που χρειάζεται αγώνας διαρκής να αποβάλλουμε. Έντιμος είναι εκείνος που υποτάσσεται, εκείνος που απαρνιέται τις επιθυμίες του και γίνεται ένας καλός χριστιανός, ένας χρήσιμος πολίτης για το κοινωνικό-πολιτικό σύνολο, όπου μαζί με το θρησκευτικό βαδίζουν χέρι-χέρι για το κοινό συμφέρον, ενάντια στο όφελος εκείνο που κάνει κάπως πιο ξεκάθαρη την παρουσία του όταν το μυαλό αδειάσει από δόγματα και καταφέρει να δει από ψηλά ολόκληρη την ιστορία της δημιουργίας των θρησκειών και των πολιτικών ρευμάτων.

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Από τον Ανδρέα έως τον ΣΥΡΙΖΑ.

Οι παλαιότεροι θα θυμούνται αλλά οι πιο νέοι σίγουρα θα πρέπει να μάθουν ή έστω να διαβάσουν εν τάχει την ιστορία της καθημερινότητας των δεκαετιών που τους είναι σχεδόν άγνωστη. 
Άγνωστη, ωστόσο εν μέσω πολλών κοινών στοιχείων της με το σήμερα.

Την εποχή που έπιασα δουλειά στην οδό Ερμού τον Σεπτέμβρη του ’77 ήταν εκείνη που μόλις είχε τελειώσει -στους μικρούς σε ηλικία υπαλλήλους- εργαζόμενους- η καρπαζιά. (αναφέρομαι ασφαλώς στον ιδιωτικό τομέα) Προσωπικά, παλαιότερος υπάλληλος με είχε κτυπήσει με το μέτρο γιατί είχα ξεχάσει το χέρι μου στη τσέπη.  «Έξω το χέρι ρε από την τσέπη πού νομίζεις που βρίσκεσαι; Στο διάολο από κει πέρα…» 


Η καρπαζιά, σωστά ακούσατε. 


Άλλα αφεντικά σε κάποια επίσης μεγάλα και γνωστά μαγαζιά που υπήρχαν κοντά στην εκκλησία της Καπνικαρέας (ονόματα δεν λέμε) έβριζαν και ειρωνευόταν υπαλλήλους που βρισκόταν ακόμα και σε ηλικία σύνταξης. Κανένας σεβασμός. Η καλημέρα του συγκεκριμένου -δεν ήταν όλοι έτσι- αφεντικού ήταν: Δέκα εκατομμύρια πληθυσμό έχει η Ελλάδα 50 μαλάκες δουλεύουνε για μένα. Πλήρωνε όμως πέραν του μισθού και ποσοστά τίμια. Καβάλα στο μισθό και σχεδόν άλλον μισό ακόμα. Ποιος να κουνηθεί και πού να πάει. Όλοι είχαν οικογένειες... Όταν πωλητής έχανε τον πελάτη ερχόταν και του ψιθύριζε στο αυτί ''Δεν μου λες αγόρι μου η πελάτισσα τι ήρθε να κάνει στο μαγαζί; Ήρθε μήπως να σου ζητήσει αυτόγραφο; Τράβα στο υπόγειο δυό ώρες'' Στο υπόγειο υπήρχαν πολύ λιγότερες πιθανότητες να 'πιάσει' πελάτη και άρα έχανε ποσοστά...

Τότε οι υπάλληλοι δεν ήταν όπως τις χρυσές μετέπειτα δεκαετίες. Τότε υπήρχε ακόμα ας πούμε ένα κάποιο είδος τρομοκρατίας ακόμα και στους παλαιότερους καθόσον κανείς δεν ήθελε να βρεθεί στο δρόμο, ασχέτως εάν κάπου θα εύρισκε δουλειά. Μπορεί να υπήρχαν δουλειές αλλά και τότε δεν ήταν εύκολες (σε καμιά βεβαίως περίπτωση στον βαθμό που είναι σήμερα).

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

«Έλληνες δε βαριέστε, συνήθεια είναι όλα…»

Τι μπορεί να περιμένει κανείς από μια χώρα όπου το δίκαιο είναι απόλυτα συνυφασμένο με το δίκαιο του δανειστή;

Πού μπορεί να αποταθεί ο πολίτης ώστε να ζητήσει εκείνα που του αναλογούν όταν τα πάντα κρίνονται με γνώμονα το συμφέρον του απαίτη του κεφαλαίου και των σκληρών τόκων -που με σκοπό δάνεισε- ο οποίος παραμένει ενδεδυμένος τον μανδύα με τα εθνικά χρώματα;

Ποιος μπορεί να ελπίζει σε ένα μέλλον όχι όμοιο με εκείνο των ευκλεών εποχών, μα σε ένα κάποιο με τίμια απόδοση των κόπων του;

Ποιος μπορεί να ελπίζει στη διάσωση της περιουσίας του; Των δεδουλευμένων κόπων του, όταν πρώτιστος στόχος είναι το κέρδος των μεγάλων fans και έσχατος, η καπελωμένη επιστροφή του κόπου των Γερμανών(κυρίως) από τους άνευ ουδεμίας αξίας Έλληνες εργαζόμενους, τους επονομαζόμενους και τεμπέληδες ή και γλεντοκόπους καταχραστές;

Ποιος νέος μπορεί σήμερα να ελπίζει νοιώθοντας την ελάχιστη έστω σιγουριά πως θα διατηρήσει το όποιο εισόδημά του ώστε να σχεδιάσει το μέλλον του; (Σε περίπτωση που βρει εργασία)

Ποιος Έλληνας πολίτης είναι χαρούμενος ατενίζοντας το χαρμόσυνο φως της εξόδου από την κρίση στην οποία σημειωτέον δεν μπήκαμε με ευθύνη δική μας οι πολίτες;

Ποιος ηγέτης εξακολουθεί να δανείζεται ώστε να παράσχει κυρίως σε ημέτερους, όταν αντιλαμβάνεται πως δεν καταφέρνει να αποπληρώσει;
Ο απατεώνας ματαιόδοξος που αρέσκεται στο μπαλκόνι.

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Οι έσω και οι έξω τειχών.

Τα κράτη ανέκαθεν ύψωναν τείχη. Το έκαναν συνειδητά προσπαθώντας να κρατήσουν έξω από αυτά τους εχθρούς συνομολογώντας (οι έσωθεν) όμοιες προσδοκίες, όμοια –κατά το δυνατόν- πιστεύω και πάντα όμοιους στόχους.

Οι πόρτες έκλειναν και άρχιζαν οι θεωρίες να αναπτύσσονται όπως είναι απόλυτα φυσικό. Οι σκεπτικιστές αμφέβαλλαν σχεδόν για τα πάντα, οι φιλόσοφοι ανέλυαν θεωρίες και πρότειναν νέες οι οποίες έπεφταν όπως ήταν φυσικό σε μυαλά δύσπιστα. Κάθε νέο χρειάζεται χρόνο αφομοίωσης. Στην αρχή πολεμάται κατόπιν ανιχνεύεται και τέλος, αν έχει πείσει, γίνεται αποδεκτό έχοντας περάσει τα μύρια.

Είναι αδύνατον ένα κράτος να πλέει υπερασπιζόμενο πάγιες-παρωχημένες αξίες σε μέλλον που ελπίζει ένδοξο. Θα ήταν άτοπο, μιας και δεν θα υπήρχε ρούπι προόδου καθόσον οι εξελίξεις-βελτιώσεις στην βαριά τους πλειοψηφία συμβαίνουν από διαφοροποιήσεις σε κατεστημένες θεωρήσεις από μειοψηφίες.

Οι πολλοί όπως είπαμε μαθαίνουν να στηρίζουν το δόγμα. Το κράτος. Το κράτος, που στέκει αρωγός σε ιδέες, σε πρακτικές. Το κράτος που εγγυάται όλα εκείνα που οι μειοψηφίες εκ των πραγμάτων δεν καταφέρνουν. Ο λαός πορεύεται όπως είναι φυσικό την πλατιά οδό.

Βεβαίως συν τω χρόνω λησμονείται ότι και η κάθε πλειοψηφία από μειοψηφία ξεκίνησε και προχώρησε και εκείνη δια πυρός και σιδήρου, πείθοντας τους αμφίβολους στην αρχή, και ως ρεύμα, αργότερα, τους περισσότερους.

Οι θεσμικοί πάντοτε είχαν τον πρώτο λόγο. Πάντοτε όριζαν τα όρια της πόλης, τα τείχη, το μαντρί κατά το κοινώς λεγόμενο όπου εντός του οποίου παρεχόταν απλόχερα η ασφάλεια. Λέγοντας ασφάλεια, πέραν των γνωστών επιβουλευτών της εδαφικής ακεραιότητας του κράτους, παρεχόταν και το δηλωμένο εκείνο της προστασίας των ουσιωδών ιδεών.

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Κράτος και θεός

Έννοιες ξέχωρες. Δύο έννοιες οι οποίες δεν θα έπρεπε επ’ ουδενί να συναντώνται.

Το κάνουν όμως προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης πλευράς.

Κάποτε και των δύο, όταν η κάθε πλευρά έκανε πως ξεχνάει τα συμφέροντά της και συνέπραττε με την άλλη με τρόπο αδιάρρηκτο.

Άλλοτε και για άριστο σκοπό ευλογώντας τα όπλα η μια, παρουσία γονυπετών υπουργών η άλλη. (οι τσέπες ψαχνόταν συνεχώς για ρέστα δεκαετίες αργότερα)


Ο λαός σε κάθε περίπτωση συρόταν. Βαυκαλιζόταν με επιχειρήματα που εξυπηρετούσαν σκοπούς και μόνον. Ένθεν κακείθεν.

Θα πρέπει ο πολίτης να είναι απολύτως συνειδητοποιημένος ώστε να απόσχει της καθοδήγησης. 

Ας έρθουμε στα δύσκολα δικά μας τώρα, διότι την ώρα που διαλαλούμε ανεξίθρησκοι και πολιτισμένοι, καταδικάζοντας τους γείτονες Τούρκους της μαντήλας, όχι για την πίστη τους (το τι πιστεύει ο καθένας είναι δική του επιλογή ή επί το ρεαλιστικότερον των διδακτόρων του) αλλά για τον φανατισμό τους και ίσως για τη αγριοσύνη τους, αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε το κράτος από την εκκλησία, λες και με τον διαχωρισμό, κάτι θα συμβεί στις ψυχές των πιστών. Τι άλλαξε με το θρήσκευμα που που έπαψε να αναφέρεται στις ταυτότητες; Τίποτα απολύτως, σχεδόν ξεχάστηκε.

Οι ευθύνες, αν υπάρχουν τέτοιες (διότι για να υπάρξουν προϋποτίθεται πως αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα) μοιράζονται.


Το κράτος μοιάζει να είναι μαθημένο στη ποδιά της εκκλησίας και η εκκλησία δείχνει να αδυνατεί να αφήσει τη γροθιά της από το φόρεμα του κράτους.

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Ωραία λοιπόν, εθνικό νόμισμα;

Ναι. Πριν από την κατάφαση όμως στο ερώτημα, οφείλει να υπάρχει μια απολύτως συνειδητοποιημένη πλειοψηφία που να συντρίβει κάθε αντίλογο περί της μη ορθής επιλογής. 


Για να υπάρξει τείχος που να καταφέρει να σταθεί αξιόμαχο έναντι της κραυγής των αντιπολιτευόμενων καταστροφολόγων είναι απαραίτητο το παλλαϊκό αίσθημα περί του μονόδρομου της σπουδαίας απόφασης. Με αυτή την προϋπόθεση τα πάντα είναι εφικτά. Άλλως θα χρειαστεί περαιτέρω ωρίμανση.


Ένας λόγος που δεν αποφασίζεται η έξοδος είναι αυτός. Με ποσοστό 30% υπέρ του εθνικού νομίσματος και άρα της εξόδου κανείς δεν αποφασίζει το τόλμημα όσο κι αν παρελθόντος του χρόνου δείχνει υποχρεωτικό, καθόσον ο αντίλογος και οι πρώτες δυσκολίες θα υπερνικήσουν το ρεύμα κι αυτό θα ήταν ολέθριο.

Ό,τι πρόκειται να καταφέρει ο λαός θα το καταφέρει μόνο αν είναι απόλυτα συνειδητοποιημένος, ενωμένος, αποφασισμένος, οργισμένος την οργή του πολέμου έναντι των ντόπιων και των ξένων θηρίων. Κακά τα ψέματα εμείς δεν αντέχουμε τη σύγκριση με την Αγγλία…

Εμείς είμαστε έδαφος πρόσφορο δεινών, σκλάβοι που επαναστάτησαν, που έβγαλαν ψεύτες τα μεγάλα κεφάλια και τα μεγάλα κεφάλαια, ο πέλεκυς λοιπόν δεν συζητείται απλά, είναι η πρώτη κίνηση του εχθρού γιατί πίσω από μια επιτυχία δική μας θα ακολουθήσουν και άλλοι. Ο Σπάρτακος εναντίον της Ρώμης. Κανείς αυτοκράτορας δεν πρόκειται να δεχθεί εύκολα την απόσχιση της επαρχίας του. Αμφιβάλλετε πως είμαστε τέτοια;

Φωτιά και τσεκούρι λοιπόν στους Έλληνες επαναστάτες. Σπαθί, αλλά με τρόπο πολιτισμένο, διπλωματικό. Σύγχρονο καλλυμένο με τον μανδύα του αναγκαστικού δικαίου. Του καπιταλιστικώς οριζόμενου. 

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Μόνο μαστίγιο, το καρότο τελείωσε.

Και πολύ κράτησε θα λέγαμε. Πόσο να αντέξει κι ο δανειστής τα σάλια μας; Μας βαρέθηκε. Πάει… Γουστάρεις ευρώ; σου λέει, πλήρωνε. Πελάτης δικός μου είσαι δεν πας αλλού κι αφού ξέρω πως δεν πας αλλού και με έχεις ανάγκη, δεν στο δίνω τζάμπα. Στο πουλάω όσο θέλω. 
Και μεταξύ μας σαν καλός έμπορος που είναι, καλά κάνει. Μια παροιμία που λεγόταν μεταξύ παλιών εμπόρων στην αγορά, ήταν η εξής: Εγώ στραβώνω και πουλώ εσύ ίσιωνε και πάρε!

Θα ήταν ωραίο όλο ετούτο σαν κωμωδία αλλά σαν πράξη γίνεται κάπως χειρότερο αφού το έργο πονάει. Η διαδρομή των επτά περίπου χρόνων μέσα στο περιβόλι της ευρωπαϊκής απαίτησης-συμμόρφωσης-διδαχής-έως και τιμωρίας, θα έπρεπε να μας έχει μάθει κάποια πράγματα, θα έπρεπε να μας έχει κάνει να σταθούμε ένα σκαλί ψηλότερα ώστε να μπορέσουμε να αντικρίσουμε ολόκληρη την εικόνα του χάρτη κι όχι μονάχα την τετράγωνη πλάκα που πατούν τα πόδια μας η οποία περιλαμβάνεται, απεικονίζεται, μέσες-άκρες στις φράσεις: Δεν είμαστε ικανοί για τίποτα, δεν φταίνε εκείνοι εμείς φταίμε, οι άνθρωποι θέλουν τα λεφτά τους και πολλά άλλα εμβόλιμα, βολικά όλα. Η αλήθεια άλλωστε δεν έχει ποτέ μία όψη, καλό θα ήταν να κοιτούσαμε πού και πού και τη δικιά μας.

Βεβαίως από την άλλη δεν αποφασίζουμε εμείς για την τύχη μας, αποφασίζουν πρώτα οι κορυφαίοι διοργανωτές των πολιτικών παιχνιδιών μεταξύ τους κατασκευάζοντας το χάπι-εργαλείο και κατόπιν αναλαμβάνουν να το ζαχαρώσουν μετρέποντάς το σε φάρμακο αναγκαίο τα ΜΜΕ, κουλαντρίζοντας τα ηνία των επιθυμιών μας, των προσμονών μας, των ελπίδων μας, αλλά κυρίως των φόβων μας. Ιδίως αυτών.

«Μακριά από το ευρώ; Θάνατος»

Αν αναρωτηθούμε ποιοι το λένε, θα δούμε πως το κάνουν όλοι εκείνοι που έχουν συμφέρον από την παρούσα κατάσταση. Άμεσο ή έμμεσο. Ως άμεσο μπορούμε να δούμε το κέρδος σε χρήμα και ως έμμεσο (ως αντιμισθία δηλαδή) τον θώκο, τον διορισμό, τη θέση που με τον χρόνο και την σωστή συνδιαλλαγή (διαπλοκή) θα αποφέρει μακροπρόθεσμο κέρδος, τουτέστιν χρήμα ή δόξα. Μην λησμονείτε πως η ματαιοδοξία συναγωνίζεται με αξιώσεις σε πολλές περιπτώσεις το υλικό όφελος ιδίως όταν αυτό δεν έχει να προσφέρει τίποτα παραπάνω σε κάποιον χορτάτο.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Ανθρώπινες στιγμές.

Βρέθηκα με ένα φίλο της παλιάς γειτονιάς. Πριν πέντε χρόνια είχα βρεθεί και πάλι μαζί του σε κάποιο άλλο σημείο της Αθήνας. 

Μου φάνηκε κάπως παχύτερος με λιγότερα μαλλιά αλλά με το ίδιο στυλ. Το στυλ ποτέ δεν αλλάζει.

Στέλεχος με θέση διευθυντική σε μεγάλη γνωστότατη ιδιωτική εταιρία της Αθήνας, με δουλειά δέκα ώρες την ημέρας όχι δημοσιοϋπαλληλική, -με την κακή έννοια- αλλά κανονική, από εκείνη που κουράζει. Μόνος σε γραφείο δικό του. Η πόρτα ανοίγει ο υπάλληλος φέρνει το χαρτί, ο φίλος βάζει την υπογραφή και η πόρτα κλείνει. Στο περίπου δηλαδή...

«Έγινες κάποιος ρε συ, τα κατάφερες» του είπα βαδίζοντας πλάι του. «Πολύ σε χαίρομαι που σε βλέπω πετυχημένο»

«Μπα δεν έχει καμιά σημασία. Ευθύνες...»

«Σε φαντάζομαι αυστηρό» το ‘χε λιγάκι…

«Η δουλειά να βγαίνει άμα βγαίνει όλα είναι καλά. Άλλους τους παίρνεις με το ζόρι, άλλους με το φιλότιμο, όπως κρίνεις, δεν βαριέσαι, υπάρχει και άγχος και απ’ όλα»

Με γυναίκα ο φίλος, -ας τον λέμε έτσι μια που ο κόσμος είναι μικρός- και παιδιά που το ένα σπουδάζει στο πανεπιστήμιο, το άλλο στις πρώτες τάξεις Λυκείου, και το τρίτο ήδη ετοιμάζεται για εξετάσεις. Είχε παντρευτεί κάπως μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους της παρέας. 

Ηλικία όμοια με τη δική μου σκάρτα εξήντα.

Χωρίς πρόβλημα οικονομικό, με ταξίδια στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο πολλές φορές τον χρόνο. Επαγγελματικά ταξίδια αλλά καταφέρνει και παίρνει την οικογένεια συχνά-πυκνά.

Μέχρι εδώ όλα όμορφα. Εκείνος θα έλεγε 'κοινά'.

Καθίσαμε κάπου στο Κολωνάκι και τότε τον άκουσα να μου λέει πως:

«Καλή είναι η ζωή ρε Γιώργο αλλά αξίζει όταν τη ζεις στο όριο. Στο ίσο όταν την πάς, στη μέση του δρόμου που λένε, τελειώνει και δεν αφήνει τίποτα»

Ο φίλος από παιδιά όπως τον θυμάμαι ήταν ορθολογιστής τώρα –μπορεί κι από τότε δεν θυμάμαι- δηλώνει και πιστός –με την έννοια της θρησκείας- καταφέρνοντας να ταιριάξει τα μαχόμενα. Καλά κάνει αφού μπορεί και καταπραΰνει με τον τρόπο αυτό την ψυχή του.

Του είπα πως πως το αν είναι χριστιανός είναι από τύχη. Συμφώνησε πως τη θρησκεία του καθενός μας την κανονίζει ο γενέθλιος τόπος του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Επέμενα πως με τον τρόπο του εθελοτυφλεί. Συνέχισα εκθέτοντάς του τις αντιθέσεις των θρησκειών, πως κοροϊδεύει κατά κάποιον τρόπο τον εαυτό του υπογράφοντας στο σημείο όπου θα έπρεπε να ψάξει κάπως περισσότερο πριν πάρει τις αποφάσεις του.

«Εμένα μου κάνει καλό» μου απάντησε

«Αφού σου κάνει, καλά κάνεις» Συμφώνησα.

Τον θυμάμαι πάντοτε τιμητή του δίκαιου και του νόμιμου. Φρουρό του πρέποντος και όπως μου είπε και σαν γονιός στάθηκε –και στέκεται- αναμφίβολα άξιος παρέχοντας στα παιδιά του όλα εκείνα που πρέπει να δώσει. (Δώσετε σημασία στο ‘πρέπει’). Όχι πως δεν θέλει και από μόνος του αλλά κατά πως κατάλαβα ο κανόνας οφείλει να υπερισχύει της θέλησης. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς -σκέφτομαι- εκ των υστέρων θεωρώντας πως πρακτικά η διαφορά έχει ελάχιστα αξία γιατί το αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση θα ήταν όμοιο.

«Κάποτε πρέπει να κοιτάξουμε και τον εαυτό μας. Ζωή που δεν βιωθεί στο όριο δεν σου αφήσει τίποτα στο τέλος…» μου είπε.

Δεν ήταν ακριβώς αυτά τα λόγια του αλλά αυτό εννοούσαν. Τον άκουσα κατόπιν να εκφράζει άριστα τα επιχειρήματά του για κάποιο θέμα που αναφερόταν σε ένα άρθρο μου. Μου έκανε θετική εντύπωση που δεν χρησιμοποιούσε τις ίδιες λέξεις. Δεν είπα τίποτα.

Μετά από πέντε λεπτά αόριστης κουβέντας τον άκουσα και πάλι…

«Ξέρεις δεν γάμησα όσο θα ήθελα…»

«Γιατί ρε παντρεμένος είσαι, τι σε εμποδίζει» έκανα τον ανήξερο σαν ο κάθε παντρεμένος να οφείλει και τα άριστα των επιδόσεων και την πληθώρα των πράξεων.

«Δεν ταιριάζουμε… Άλλα θέλει εκείνη, άλλα εγώ»

«Τα είπατε; Τα μιλήσατε;» Μου έδειξε τη φωτογραφία της και τη έκρινα εξαιρετική από πλευρά εμφάνισης. «Ξέρεις αυτή που εσύ κρίνεις βαρετή, κάποιος άλλος μπορεί να τη βρει πολύ ενδιαφέρουσα...»

Σαν να κατάλαβα πως κι αν τα είπανε οι δυό τους ήταν άδικος κόπος. Η αλήθεια είναι πως με την ορμή της συζήτησης παρέλειψα να ρωτήσω συγκεκριμένα ετούτο το βασικό.

Σκεφτότανε τώρα -μου είπε- καμιά περιπετειούλα, κάποια σχέση με αποτέλεσμα. Με κατάληξη.

Είχα πολλά να του πω αλλά δεν με άφηνε. Δεν ενδιαφερόταν για γενικότητες ήθελε λύση εδώ και τώρα. Για παράδειγμα ‘’αυτό θα κάνεις και αύριο το πρωί θα βρουν λύσεις όλα εκείνα που σε απασχολούν εύκολα και οριστικά’’.

Ανέφερε αργότερα παραδείγματα φίλων που είχαν τολμήσει και τα είχαν πάει αρκετά καλά. Κάποιοι από αυτούς και ακόμα καλύτερα.

Πάντα ο φίλος ήταν κάπως απόλυτος και η απολυτότητα δίνει στον άνθρωπο την πατίνα της ψυχρότητας, της αφ’ υψηλού θεώρησης κάποιων έστω πραγμάτων, εκεί νομίζω πως χάνει το παιχνίδι.

Δεν ήταν διατεθειμένος να επενδύσει σε σχέση, να χαλάσει την άνεση, να θέσει σε αμφιβολία τη σιγουριά του, την καλοπέρασή του ίσως.

Μια σχέση βεβαίως -και δη παράνομη- προϋποθέτει πολλά. Από 'πεζά' έξοδα έως θερμά αισθήματα, όλα με το μέτρο που ορίζει η διαπροσωπική σχέση των δύο. Το σίγουρο είναι πως όπως σε κάθε τι, αν δεν δώσεις δεν θα πάρεις. Αν δεν δώσεις εαυτό –μειώνοντας τον εγωισμό σου- δεν θα καταφέρεις να πάρεις αποδοχές. Αν δεν πάψεις να σκέφτεσαι τα οφέλη και τις ευτυχείς καταλήξεις πριν από κάθε τι, δεν θα καταφέρεις να τα αποκτήσεις.

«Οι γυναίκες» του είπα «μυρίζονται τους 'κρύους' και τους αποβάλλουν όπως η θάλασσα το σκουπίδι»

Γελάσαμε.

Όχι πως άλλαξε τίποτα. Οι ιδέες του παρέμεναν οι ίδιες. Στο μυαλό του αναζητούσε τη θαυμάσια εκείνη γυναίκα που –όπως κατάλαβα- θα τον ήθελε δίχως όρια, τις ώρες που εκείνος επιθυμούσε και βολευόταν.

Υπήρχε μάλιστα κάποια –υποψήφια- η οποία προσφάτως του είχε πει καταλήγοντας κατόπιν συνεχών μεταξύ τους διαβουλεύσεων –φαντάζομαι- πως: «Για να μην κάνεις μια προσπάθεια να βρεθούμε τις ώρες που μπορώ μάλλον δεν θα με θέλεις πολύ»

Της έδωσα δίκιο καθόσον ο άντρας οφείλει ‘θυσίες’. Του το είπα, συμφώνησε μισά αλλά δεν άλλαξε γνώμη επιμένοντας πως αναζητούσε εκείνη που θα μπορεί όταν εκείνος βολευόταν.

Μπορεί να ακούγεται πεζό όλο ετούτο, όμως η πραγματικότητα τις περισσότερες φορές έτσι είναι.

Άνοιξε μονάχος του το κεφάλαιο της υποκρισίας. Ανέφερε πως ζούσε τον γάμο του μέσα σε αυτήν από την ώρα που διαλαλούσε αγάπες νόμιμες την ίδια στιγμή που δεν τις αισθανόταν. Θεωρώ πως τα πάντα ξεκίνησαν από τη διαφορά ορέξεων που υπήρξε στο κρεβάτι τους. Κακά τα ψέματα όταν υπάρχει αρεστό κρεβάτι σε μια σχέση, προσθέτει ένα ποσοστό καλό σε αυτήν, όταν όμως δεν υπάρχει αφαιρεί το διπλό.

Του είπα πως το επόμενο βιβλίο μου γι’ αυτό ακριβώς το θέμα μιλάει. Για την τόλμη τουλάχιστον της συζήτησης μεταξύ των ζευγαριών σε όλα εκείνα που ο καθένας τους ξεχωριστά επιθυμεί.

«Αυτό είναι απλό» με κοίταξε «σήμερα ο κάθε ένας λέει εκείνα που θέλει δεν ντρέπεται ο κόσμος, θα έπρεπε να λες πως ο κάθε ένας μας οφείλει να μαθαίνει τον εαυτό του. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν ποιοι είναι ή τι θέλουν. Αυτή η γνώση μας λείπει»

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την πρόταση, πως ο πολύς κόσμος εκμυστηρεύεται τη μύχια του επιθυμία -καλώς ή κακώς- ευκολότερα στην παράλληλη σχέση του παρά στον άντρα ή τη γυναίκα του.

«Δεν είναι απόλυτο» με έκοψε.

Ασφαλώς και δεν είναι συμφώνησα, όπως και τίποτα στον κόσμο, αλλά μπορούμε να πούμε πως η καθημερινή τριβή, τα παιδιά που μεγαλώνουν, η απόσταση που δημιουργείται χωρίς να το θέλουμε μεταξύ των συζύγων, κάνει να κρατάμε ανάμεσά μας μια κάπως πιο ευπρεπή στάση. Αυτή η ‘ευπρέπεια’ λοιπόν στα ερωτικά μας, είναι υπεύθυνη για πολλά. Οι περισσότεροι –που αυτούς που δεν αντέχουν- ψάχνουν κάποιον αναλώσιμο/σιμη έξω από τον γάμο, ώστε να του κάνουν τις προτάσεις εκείνες που δεν τολμούν στη χρόνια σχέση τους, αυτό προϋποθέτει γνώση του εαυτού αλλά τεκμηριώνει και τη δειλία ή την άρνηση από τη μεριά του κάθε συμβαλλόμενου μέρους.

Δεν αναζητούνται ούτε αποδίδονται ευθύνες σε κανέναν.

Φυσικά δεν βρέθηκε λύση. Η λύση δεν βρίσκεται έτσι απλά… 

Φύγαμε με τη υπόσχεση να τα ξαναπούμε…

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Αρχαία ελληνικά, ορθογραφία και απλουστεύσεις

Αφορμή για το άρθρο στάθηκε ένα κείμενο το οποίο ανέγνωσα στο facebook. Μιλούσε με λύπη και μια δόση νοσταλγίας για τις λέξεις που χάνουν την ορθή γραφή τους με το πέρασμα του χρόνου, υιοθετώντας μια άλλη απλουστευμένη. Π.χ. η ζήλεια έγινε ζήλια, το κρεββάτι μείωσε το εύρος του γινόμενο κρεβάτι, το αυγό, την ουσία του καθιστάμενο αβγό.

Η αλήθεια είναι πως η αρχαία ελληνική είναι μια από τις ωραιότερες γλώσσες του κόσμου, ομοίως και η νεώτερη αυτής, καθαρεύουσα που πολλοί διδαχθήκαμε στα σχολεία, καθόσον τεκμηριώνουν το ‘πώς’ και το ‘γιατί’ τους με τρόπο μοναδικό. Σε αυτό όλοι συμφωνούμε.

Συμφωνούμε, αλλά πίσω από αυτή την συμφωνία μας δεν πρέπει να αρνούμαστε την πρόοδο.

-Μα στο όνομα της προόδου χάνουμε την ταυτότητά μας… Την κληρονομιά μας ολόκληρη.

Η κληρονομιά δεν χάνεται εκ των πραγμάτων. Όσο για την ταυτότητά μας θα αντιλέξω πως, δεν είναι ο τρόπος που γράφουμε αλλά ο τρόπος που σκεφτόμαστε (και ακολούθως οι πράξεις που υιοθετούμε), καθόσον η σκέψη προηγείται της γραφής η οποία σε κάθε περίπτωση υπηρετεί τη νόηση.

Είναι σαφώς προτιμότερη η ύπαρξη μιας εποικοδομητικής σκέψης ή η ανάπτυξη μια νέας φιλοσοφικής θεωρίας από τον τρόπο αποτύπωσής της στο χαρτί. Ας μην ξεχνάμε πως ήδη μετερχόμεθα από κοινού λάθη, με τη συμφωνία  μάλιστα του λεξικού Μπαμπινιώτη, ο οποίος πολύ σωστά επισημαίνει το σφάλμα που μιας και το κάνουμε όλοι …αποφασίσαμε να το λέμε σωστό! Το αποδέχεται και εκείνος.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Αστοί, μικροαστοί και μπουρζουάδες


Πνιγμένοι ανάμεσα σε χιλιάδες επιθυμίες, απαγορεύσεις και πράξεις ακόμα αναζητούν εκείνο το ελιξίριο της άφεσης της ψυχής στην αρένα της υποχρεωτικής παράστασης.

Οι επιταγές χάσκουν οδυρόμενες πίσω από διδαχές και άλλες εκατοντάδες 'πρέπει' και κατοπινά από χιλιάδες χιλιάδων αμφιβολιών για το εάν επιτελέστηκε το έργο στη ζωή.

Ποια ζωή;

Οι μισοί τη λένε ολοκληρωτική αφοσίωση στο θεό, αναζήτηση της πνευματικότητας που είναι και σπουδαίο αν το δει κανείς από πολλές απόψεις μα είναι και δύσκολο γιατί είναι ωραίες κι οι ηδονές και τα παραστρατήματα κι οι υπόλοιπες βρομιές που κάνουν νόστιμες όσο να πεις τις μέρες που έχουν βαρεθεί τις ώρες τους.

Τις έχουν βαρεθεί όσο να πεις… κι έχει μείνει το 'εγώ' απροστάτευτο διότι ήταν ταμένο για μεγάλα πράγματα. Ποια; Ακόμα παραμένει απροσδιόριστο γιατί τα ταλέντα δεν βρήκαν χώρο ή ευκαιρίες να αναδειχθούν.

Ναι, η ακολασία θα ήταν κάποια λύση η φιληδονία μια ακόμα πινελιά ζωηρόχρωμη στο μουντό της ζωής μα και η επανάσταση θα μπορούσε να δώσει κάποιο νόημα.

Η επανάσταση ε;

Μα βέβαια η επανάσταση! Πώς μπορεί να ξεχνάει ένας βολεμένος αστός την επανάσταση στην οποία πολλά μπορούν να συμβούν, ένας έρωτας ας πούμε σπουδαίος την ώρα που το υποκείμενο απεχθάνεται το απόλυτο, που συνομολογεί πως οι σαρκικές ακολασίες μπορούν να περιμένουν την σειρά τους καθώς τώρα είναι η ώρα της ανάδειξης του περιτυλίγματος, η στιγμή του φιόγκου.

Η θέση του αστού (και αυτού και του μικρότερου του μικροαστού που λέγεται, μα ακόμα και του μπουρζουά) στην ουσία βρίσκεται ενδιαμέσως των δύο άκρων.

Σε εκείνη την περίοπτη πράσινη γραμμή όπου μπορεί ο καθείς να κομπάζει πως καλύπτεται από τις βίαιες καταιγίδες του χειμώνα αλλά και τις φρικτές θέρμες του καλοκαιριού, γιατί μην φανταστείτε πως οι θέρμες δεν πονάνε όσο κι οι καταιγίδες.

Μπουρζουάδες και μικροαστοί με τους πρώτους αναπαυμένους στην εύκρατη ζώνη του χρήματος της κενότητας και την έλλειψη λόγω δυνατότητας ισχυρής, περιορισμών και τους δεύτερους στην ανάγκη ανάδειξης του εαυτού σε κάτι καλύτερο, καθόσον το εγώ τους ταλαιπωρείται από ιδέες ανολοκλήρωτες που όμως έχουν δώσει παρόν στο νου τους και μ' εκείνο το παρόν, δεν υπάρχει ευκρινής εφησυχασμός. Σάμπως κάτι να μην πάει καλά, σάμπως και κάτι θα έπρεπε πλέον του τίποτα να έπρεπε να γίνει. Μια επανάσταση ίσως.. Ναι, αλλά σε τι;

Και εξακολουθούν να προτιμούν αμφότεροι το βόλεμα από την ελευθερία.

Φοβισμένοι κραυγάζουν φωνές πελώριες από την γωνία.

Με αδύναμες παρορμήσεις με ισχνή διάθεση ρόλου στη κοινωνία αφήνονται σε ράθυμες ηδονοπαραστάσεις, πρόβατα εν μέσω αγέλης που άγεται σε μία ράθυμη παρέλαση ξοδέματος ημερών.

Δεν υπάρχει γιατρειά, ο αδύναμος παλμός δεν ενισχύεται με καμιά ντόπα και αν ακόμα ανασαίνουν και περιφέρονται το χρωστούν κι αυτοί κι όλοι εμείς ίσως σε κείνους τους ξεχασμένους μοναχικούς επαναστάτες-αγωνιστές, σ’ εκείνους τους ατομιστές που απόσχουν ‘έννομων’ ιδεών -με την έννοια των καταξιωμένων- κι επωμίζονται τα βάρη όλων.

Το κάθε κακό οφείλεται σε μια βάση συναισθημάτων που φορτώθηκαν από τη παιδική ηλικία. Φορτώθηκαν και κατόπιν ράφτηκαν στη φόδρα του σακακιού του καθενός αστού, μικροαστού, η μπουρζουά, με τέτοια τέχνη που μοιάζει φυσική.

Και το συναίσθημα θεωρείται έμφυτο.

Οι θέσεις έναντι της κοινωνίας δεδομένες, ορθές ή λαθεμένες. Αδιαπραγμάτευτες όμως σε κάθε περίπτωση.

Δεν υπάρχει συμβιβασμός στην καταχνιά του καταλογισμού και αυτή είναι η πρώτη και καίρια ήττα.

Όσο δύσκολη ακούγεται η πορεία προς την αγιοσύνη και τη θέωση άλλο τόσο δύσκολη είναι και η πορεία προς την αντίπερα όχθη την ακολασία, όχι τόσο προς την πλευρά του κακόφημου δρόμου μα από την άλλη του καταλογισμού σε αστό με συναίσθηση.

Τα δύο άκρα αντίθετα θα μπορούσαν να συνυπάρξουν; Οι άτρομοι επαναστάτες με τους φοβισμένους αστούς;

Ίσως ο μόνος συνδετικός τους κρίκος να ήταν η διάθεση αστεϊσμού και των δυο τους σε μία κατ' ιδίαν συνάντηση.

Χρειάζεται σίγουρα ένας μικρός καθρέφτης σε κάθε αστό, μικροαστό, μπουρζουά μπας και μπορέσει και ανακαλύψει τον λουφαγμένο επαναστάτη που κρύβει μέσα του και τον έχει ντυμένο είτε άγιο, είτε ακόλαστο, είτε ακόμα χειρότερα, αδιάφορο. Χρειάζεται εκείνο το βίαιο ξέσπασμα της αναγνώρισης της λάθος πορείας. Δεν θα μιλήσω για υποκρισία θα ήταν τόσο κοινό, τόσο γνωστό και τόσο αποδεκτό που έχει χρωματιστεί νόμιμο, μα θα πω για ανάγκη απόταξης των υποχρεωτικών συναισθηματικών επιταγών που δένει ανήδονα τον άγιο και ηδονικά τον ακόλαστο ή σκλάβο τον λεύτερο και λεύτερο τον σκλάβο…

Η ανάγκη μιας κλεφτής ματιάς στον καθρέφτη είναι και θα είναι πάντα πικρή.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Ο πολιτισμός των ημερών μας

Τι θα μπορούσε να είναι εκείνο που μας κάνει να επιμένουμε πως είμαστε πολιτισμένοι; Οι αξίες που υπηρετούμε φαντάζομαι. 


Θα μπορούσε να είναι η τεχνολογία;

Θα μπορούσε σε ένα βαθμό τουλάχιστον αλλά θα το έκανε σε σύγκριση με κάποιες άλλες εποχές. 

Με την αποδοχή αυτή του ισχυρισμού όμως, ποτέ κανείς πολιτισμός μετερχόμενος το επιχείρημα της τεχνολογίας δεν θα πρόκειται να φτάσει το ανώτατο επίπεδο πολιτισμού καθώς πάντα κάτι νέο θα εφευρίσκεται και κάτι επόμενο θα μας ευκολύνει περισσότερο. Άρα η τεχνολογική πρόοδος πάντα θα υπολείπεται καθώς ποτέ δεν θα είναι αρκετή.

Ίσως εάν τροποποιούσαμε κάπως την προσέγγιση και θέταμε την ερώτηση πόσο πιο άνετα ζούμε έναντι κάποιων προγενέστερων κοινωνιών χρησιμοποιώντας τα οφέλη της τεχνολογίας θα πετυχαίναμε σαφώς περισσότερα θετικά. 

Η ουσία είναι πως καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η τεχνολογία αποτελεί σημείο κομπασμού, επιτυχίας αν θέλετε, ως προς ένα και μόνο μέρος, προς μία πλευρά. Την πλευρά εκείνη της εξέλιξής μας ως άνθρωποι…

Ας έρθουμε στο πιο ουσιώδες μέρος του άρθρου και ας μιλήσουμε για τις ανθρώπινες αξίες επιλέγοντας μερικές τυχαίες όπως είναι το δικαίωμα του καθενός στην ζωή, τη δικαιοσύνη και την ελευθερία.

Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε με ευκολία και να συμφωνήσουμε πως η τεχνολογία δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο καθώς μπορεί μια κοινωνία με μηδενική τεχνολογική εξέλιξη να απολαμβάνει απόλυτη ελευθερία και σπουδαία δικαιοσύνη. Το κινητό μας τηλέφωνο για παράδειγμα δεν ωφελεί σε τίποτα τις συγκεκριμένες αξίες, ομοίως και τα pixel της κάμεράς του για τα οποία πολλοί νοιώθουν καμάρι...

Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως κάποια πράγματα είναι διαχρονικά και μπορούν να αγγίξουν το άριστο μακριά από μηχανές. Λεύτερη μπορεί να ήταν κάποια κοινωνία σε εποχές προ Χριστού όπως και μετά από αυτόν χωρίς να υπάρχει ίντερνετ ή smart tv. Κατανοητό.

Με τρόπο εύκολο λοιπόν μπορούμε να πούμε πως πολιτισμένη κοινωνία είναι κείνη που σέβεται πρώτιστα τις δεδομένες και αδιαπραγμάτευτες αξίες της. Την ηθική της πριν και μετά τα πάθη της. (στα πάθη συγκαταλέγονται ο έρωτας και τα συναισθήματα, στα υπόλοιπα ηθικά εκείνα που αναφέραμε επιγραμματικά δικαιοσύνη, δικαίωμα στη ζωή, ο ενάρετος τρόπος ζωής με όσα αυτός περιλαμβάνει καθώς και άλλα πολλά)

Και φτάνουμε αισίως στις μέρες μας τις οποίες και θεωρούμε πολιτισμένες…

Από πού να αρχίσουμε και πού να τελειώσουμε… Κι είναι πράγματι τόσα εκείνα που έχουμε να καταλογίσουμε στους εαυτούς μας που τελικά δεν λέμε τίποτα, απλά αναφέρω κάποια κεφάλαια μόνο. Πολιτική. Σχέσεις μεταξύ όλων ημών. Τρόπος ζωής. Αυτά αρκούν ώστε να μας θλίψουν…

Ως άνθρωποι όμως πρώτα -και κατόπιν ως Έλληνες- έχοντες ανεπτυγμένο το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και την ανταπάντηση εύκολη στην άκρη του στόματός μας αντιλέγουμε επιχειρηματολογώντας άξια προσπαθώντας να αποκτήσουμε αξία.

«Απόγονοι των αρχαίων φιλοσόφων!»

Μάλιστα -αν και απ’ αυτού υπάρχουν αντίθετα επιχειρήματα- θα το δεχθούμε. Απόγονοι άξιοι όλοι οι Έλληνες λοιπόν.

Κάποτε –αναφέρω μια ιστορία- παρέστη ο εγγονός κάποιου μεγάλου ποιητή, (ο οποίος εγγονός δεν έκανε τίποτα άλλο από το να ζει με ένα τρόπο απλό. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, από τον τρόπο ζωής της πλειοψηφίας ημών) σε μία εκδήλωση που τιμούσε τον παππού του για το εξαιρετικό έργο του. Απαίτησε, καμάρωσε, κόμπασε ο εγγονός, απαιτώντας εύσημα πως ο Τάδε ήταν παππούς του…

Κανείς δεν του έδωσε σημασία. 

Ρωτώ λοιπόν:  Δικαίως ή αδίκως;

Ορθά απαντήσατε όσοι επιλέξατε το "Δικαίως".

Επομένως τι άλλο κάνουμε εμείς πέραν της εξάσκησης του δικαιώματος της χρήσης άλλως του σφετερισμού των επιτυχιών του παππού μας,  από τα βάθη των αιώνων; Αυτό και τίποτα άλλο!

Και ένα ακόμα πάρα πολύ σημαντικό. Πάρα πολύ σημαντικό.
  • Προσπαθούμε εναγωνίως να διατηρήσουμε επαφή με εκείνο το ένδοξο παρελθόν για ένα πολύ απλό λόγο. Για εκείνον που λέει πως δεν έχουμε τίποτα άλλο να επιδείξουμε!
Και πώς το κάνουμε; Προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να κρατήσουμε αρραγείς κάποιες αξίες στις οποίες προσδίδουμε την αξία που μας συμφέρει. 

Πολλοί θα διαφωνήσετε, αλλά ο υγιής διάλογος έτσι είναι. Αγαπάει τις αντιρρήσεις και τις εκλαμβάνει ως πρόκληση και όχι ως αιτία ρήξης.

Πρώτα ποντάρουμε στη γλώσσα. Η αρχαία ελληνική είναι πράγματι μια από τις ωραιότερες γλώσσες του κόσμου αλλά είναι η δική μας; Λέγοντας ''δική μας'' εννοώ των νεοελλήνων. Έχει σχέση η σημερινή μορφή της γλώσσας μας με εκείνη; 

Ελάχιστη. Μονάχα στο ένα μικρό της άκρο θα απαντήσω. 

Στην αρχαία ελληνική εκφραζόταν ακόμα και τα πνεύματα… (ο οίνος διαβαζόταν με λεπτό 'β' κάπως σαν βίνος)  στην νέα ελληνική το ‘από την πόρτα’ έγινε ‘από τη μπόρτα’ και χιλιάδες άλλα… τόσα που καταντούν ολότητα.

Ποιος από όλους εκείνους που θα αντιδράσουν (αλλά και από τους υπόλοιπους) μπορεί να διαβάσει ένα κείμενο του Θουκυδίδη και να το ερμηνεύσει άκοπα ως γλώσσα πατρώα; Κάποιοι καθηγητές μόνον. Όλοι εμείς λοιπόν που δεν κατανοούμε τα άριστα αρχαία, πλασαριζόμαστε στο έδρανο που απονέμει τιμές απαιτώντας τα εύσημα για το μεγαλείο του παππού μας.

Πόση σχέση έχει εκείνη η γλώσσα με τη δική μας; Κάτι ελάχιστο στις άκρες της ενδεχομένως… Πολλές ρίζες ναι. Πολλές ρίζες απ' αυτές ξεπετάχτηκαν- άνθισαν υβρίδια νέων λέξεων οι οποίες στο βάθος (που όλο και λιγότεροι δυστυχώς γνωρίζουν) φέρνουν σε κείνες τις παλιές και μας κάνουν να χαμογελούμε όταν κάποιος μας τα εξηγεί...

Έπειτα είναι η θρησκεία. Αγωνιζόμαστε ως έθνος να διατηρήσουμε τη ορθοδοξία ανέπαφη, ισχυρή. Τη διαφυλάσσουμε (σε πολιτικό επίπεδο) ως ένα από τους ελάχιστους κοινούς κρίκους που μπορούμε να εμπιστευθούμε και να διακηρύξουμε ταυτότητα πίστης, ιδέας με σκοπό τη συνοχή.

Τα έθνη χρειάζονται κοινούς αγώνες, κοινές πίστεις, μνημεία κάλλους, σημεία έπαρσης, άλλως διαλύονται.
  • Μετερχόμαστε την όμοια πίστη λοιπόν, ως -ένα μεταξύ άλλων, ισχυρό- επιχείρημα συνδετικό όλων ημών που ζούμε εντός των συνόρων. Δεν εξετάζω το εάν καλώς ή κακώς το πράττουμε, αυτό είναι άλλη ιστορία, αλλά θέλω να τονίσω τους λόγους που γίνεται και αυτοί δεν είναι άλλοι από την ανάγκη που έχουμε ως έθνος να επιδείξουμε κάτι τρανό και συνάμα κοινό. Κάτι σπουδαίο, που μας κάνει ξεχωριστούς έναντι όλων άλλων λαών.
Αυτή δεν είναι μια δική μας τακτική, αλλά πάγια τακτική των πολιτικών που εξασκούνται από όλα τα έθνη. Οι κοινοί αγώνες για για την ελευθερία… αποτελούν ένα άλλο ισχυρό παράδειγμα σύνδεσης όλων ημών. Άξιοι και αυτοί, κανείς δεν λέει όχι.

Μέσα σε όλη την αναγκαία συντεχνία όμως, -γιατί περί τέτοιας πρόκειται- η ανάσα του ορθού πολιτισμού χάνεται. Αρχίζουν να υπηρετούνται σκοποί στο όνομα του, αλλά κανείς πλέον δεν υπηρετεί την ουσία του.

Πρώτα το έθνος, η πατρίδα, η σημαία κι έπειτα όλα τα υπόλοιπα, λες και ως άνθρωποι δεν θα μπορούσαμε να υπάρξουμε έξω από σύνορα, έξω από ιδέες που υπηρετούν συμφέροντα.

Σύμφωνοι, ο τρόπος της ζωής του σήμερα, ο τρόπος που είναι φτιαγμένος ο κόσμος απαιτεί άλλα. Καμία αντίρρηση, όπως επίσης δεν είναι απαραίτητο οι αξίες και ο μεστός πολιτισμός να βρίσκεται εκεί όπου οι κοινωνίες αναπτύσσονται ευημερούν τεχνολογικά και χαϊδεύουν απαλά τα σύνθετα νοήματα ατενίζοντας τους απλούς τρόπους με πρακτικές οι οποίες δεν πρόκειται ουδέποτε να αγγίξουν με χέρι γερό την καρδιά της ουσίας.

Σήμερα εκείνοι που γνωρίζουν απέχουν και το κάνουν με τρόπο πράο. Στις αξίες δεν πρέπουν φωνές, διότι αυτές αναγνωρίζουν μονάχα επιχειρήματα και λατρεύουν πράγματα μυστήρια, όπως την ευγνωμοσύνη για παράδειγμα, τον θεμέλιο λίθο της ευτυχίας και κάποια άλλα εντελώς άγνωστα στους σπουδαίους απόγονους των αρχαίων ημών προγόνων…

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Ήττα.

Ποτέ μην πείτε κάποιον δούλο, δούλο. Τον απελπίζετε.



Ποτέ μην πείτε σε έναν Έλληνα πολιτικό τη λέξη δραχμή. Τον τρομάζετε.


Τον 17ο αιώνα η εκκλησία κατάφερε να κλείσει το στόμα του Γαλιλαίου. Ο λόγος απλός. Εξηγώντας τα ανεξήγητα της τότε εποχής έκλεβε χωράφια, μέρη, εδάφη επιρροής. 

Αναφέροντας κάποιος το ενδεχόμενο της δραχμής, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος εξανίσταται κρεμώντας στα μανταλάκια τον άπιστο, τον μειοδότη, τον ηλίθιο, τον ανθέλληνα που τόλμησε να φαντασιωθεί… (όχι να φανταστεί υπάρχει διαφορά καθόσον η φαντασίωση εμπεριέχει την υπόθεση της περιπτώσεως φαντασίας)

Αναρωτιέμαι στο μέλλον πού εναποθέτουν τις ελπίδες τους οι πειθήνιοι ευρωπαϊστές, διότι όλοι είμαστε με την Ευρώπη της ευημερίας και των αξιών αλλά όχι με αυτήν του Σόιμπλε, όχι με αυτή που μας παρουσιάζεται σήμερα. 

Αναρωτιέμαι το πόσο χειρότερα θα ήταν με εθνικό νόμισμα.

«Πολύ χειρότερα» θα βιαστούν πάμπολλοι.

Ναι, (ακόμα και αν το δεχθούμε πράγμα καθόλου σίγουρο) όσο πάει όμως γίνεται και λιγότερο χειρότερα. Σε αυτό φαντάζομαι θα συμφωνήσουν και οι ενθερμότεροι οπαδοί του ευρωπαϊκού νομίσματος. Η ενδεχόμενη δυστυχία της δραχμής πλησιάζει την επερχόμενη δυστυχία εν μέσω των ελπίδων του ευρώ.

Έχει καλώς.

Υπάρχει βεβαίως και η άλλη όψη του νομίσματος και είναι εκείνη η οποία ρωτά: ναι μεν με εθνικό νόμισμα, αλλά με ποιόν ηγέτη;

Εδώ υπάρχει ένα ζήτημα. Πέραν της ισχυρής πλειοψηφίας η οποία χρειάζεται ώστε να στηριχτεί το εγχείρημα χρειάζεται επιπλέον και κάποιος ηγέτης. Ένας άντρας ή μία γυναίκα που θα φοράει ‘παντελόνια’. Ακούγεται βαρύ, ας το αλλάξουμε. Κάποιος ή κάποια λοιπόν που θα μπορεί να αντέξει, να πείσει και ακολούθως να οδηγήσει τη χώρα σε νέες εποχές. Το εγχείρημα θα χρειαστεί στήριξη και υπομονή, διότι αν πελεκίζεται (όπως χωρίς αμφιβολία θα συμβεί διότι πάντα όταν κάποιος κερδίζει κάποιος άλλος χάνει και όταν κερδίζει ο λαός, χάνουν οι ολιγοκράτες και όταν χάνουν θυμώνουν...) ούτε και αυτό θα αποδώσει με κύριο ηττημένο και πάλι τον λαό. Τον κοσμάκη που θα έχει εντελώς χαμένο τον μπούσουλα…

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Ευρώπη: Η επίσημη αγαπημένη.

Η χώρα ξεπουλιέται κι εμείς εραστές μιας αδιέξοδης πολιτικής επιλέγουμε ηγέτες που δεν καταφέρνουν να κοιτάξουν πέρα από τις προσταγές των δυναστών μας.
Δανειστήκαμε. Ωραία. Να πληρώσουμε, αλλά να πληρώσουμε -όχι με τους δικούς τους νόμους  μια και οι νόμοι τους  υπηρετούν μονάχα το στομάχι και τη ματαιοδοξία τους-, αλλά δίκαια.

Να πληρώσουμε δίκαια.

Και ήδη πληρώσαμε αλλά τίποτα δεν αλλάζει, το χρέος δεν κατεβαίνει και εδώ δεν ανάβει μόνο φωτάκι κινδύνου που προειδοποιεί, πως μας εκμεταλλεύονται καθώς υποχρεωνόμαστε να κάνουμε μόνο ό,τι μας επιβάλλουν, μα προβολέας τέτοιος ώστε να κάνει και τον τυφλό να χαρεί.

Είναι αναμφίβολο εδώ και κάμποσα χρόνια, πως ηθελημένα ο τόπος ξεπουλιέται. Ξεπουλιέται η πατρίδα μας ξεπουλιούνται οι περιουσίες μας και για να τα λέμε όλα με το όνομά τους, οι περισσότεροι χέστηκαν για την πατρίδα μας αλλά τους ενδιαφέρει άμεσα η περιουσία τους, η οποία όμως λησμονούν πως περιλαμβάνεται στο οικόπεδο της χώρας.

Δεν μπορεί κανείς να έχει ακίνητο στο οικόπεδο του άλλου!

Δεν σώζεται λοιπόν το σπίτι μας όταν χαθεί η γη μας. Θεωρείστε βέβαιο πως θα ακολουθήσει τον τιτλούχο του οικοπέδου κι αυτός δεν θα είναι άλλος από τον δανειστή μας.

Εμείς όμως ως άνθρωποι με βαθιά ριζωμένες τις απόλυτα ορθές ιδέες αγωνιζόμαστε γνωρίζοντες ότι πράττουμε το σωστό.

1. πότε για ΝΔ και πότε για ΣΥΡΙΖΑ. 

2. Για το πώς θα καταφέρουμε να γιατρέψουμε την αρρώστια μας παίρνοντας συνεχώς μεγαλύτερη δόση από το φάρμακο (το πικρό των φόρων) που αποδείχθηκε αναποτελεσματικό, επισκεπτόμενοι με αξιοσημείωτη περιοδική συχνότητα πότε τον έναν γιατρό που αποδεικνύεται αλμπάνης (ΝΔ) και πότε τον άλλον ΣΥΡΙΖΑ) που κι αυτός όμοιος αποδεικνύεται, μα μην έχοντας άλλη επιλογή (σύμφωνα με τις άριστες ιδέες μας) επιστρέφουμε αναγκαστικά με τεράστια ελπίδα -η οποία καταντά το αδίκημα ιδιώνυμο- τον πρώτο αλμπάνη(ΝΔ) μπας και μας γιατροπορέψει σωστά...

(κι έπειτα αναρωτιόμαστε τι στο διάολο φταίει κι η χώρα δεν σηκώνει κεφάλι)