Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Από τον Ανδρέα έως τον ΣΥΡΙΖΑ.

Οι παλαιότεροι θα θυμούνται αλλά οι πιο νέοι σίγουρα θα πρέπει να μάθουν ή έστω να διαβάσουν εν τάχει την ιστορία της καθημερινότητας των δεκαετιών που τους είναι σχεδόν άγνωστη. 
Άγνωστη, ωστόσο εν μέσω πολλών κοινών στοιχείων της με το σήμερα.

Την εποχή που έπιασα δουλειά στην οδό Ερμού τον Σεπτέμβρη του ’77 ήταν εκείνη που μόλις είχε τελειώσει -στους μικρούς σε ηλικία υπαλλήλους- εργαζόμενους- η καρπαζιά. (αναφέρομαι ασφαλώς στον ιδιωτικό τομέα) Προσωπικά, παλαιότερος υπάλληλος με είχε κτυπήσει με το μέτρο γιατί είχα ξεχάσει το χέρι μου στη τσέπη.  «Έξω το χέρι ρε από την τσέπη πού νομίζεις που βρίσκεσαι; Στο διάολο από κει πέρα…» 


Η καρπαζιά, σωστά ακούσατε. 


Άλλα αφεντικά σε κάποια επίσης μεγάλα και γνωστά μαγαζιά που υπήρχαν κοντά στην εκκλησία της Καπνικαρέας (ονόματα δεν λέμε) έβριζαν και ειρωνευόταν υπαλλήλους που βρισκόταν ακόμα και σε ηλικία σύνταξης. Κανένας σεβασμός. Η καλημέρα του συγκεκριμένου -δεν ήταν όλοι έτσι- αφεντικού ήταν: Δέκα εκατομμύρια πληθυσμό έχει η Ελλάδα 50 μαλάκες δουλεύουνε για μένα. Πλήρωνε όμως πέραν του μισθού και ποσοστά τίμια. Καβάλα στο μισθό και σχεδόν άλλον μισό ακόμα. Ποιος να κουνηθεί και πού να πάει. Όλοι είχαν οικογένειες... Όταν πωλητής έχανε τον πελάτη ερχόταν και του ψιθύριζε στο αυτί ''Δεν μου λες αγόρι μου η πελάτισσα τι ήρθε να κάνει στο μαγαζί; Ήρθε μήπως να σου ζητήσει αυτόγραφο; Τράβα στο υπόγειο δυό ώρες'' Στο υπόγειο υπήρχαν πολύ λιγότερες πιθανότητες να 'πιάσει' πελάτη και άρα έχανε ποσοστά...

Τότε οι υπάλληλοι δεν ήταν όπως τις χρυσές μετέπειτα δεκαετίες. Τότε υπήρχε ακόμα ας πούμε ένα κάποιο είδος τρομοκρατίας ακόμα και στους παλαιότερους καθόσον κανείς δεν ήθελε να βρεθεί στο δρόμο, ασχέτως εάν κάπου θα εύρισκε δουλειά. Μπορεί να υπήρχαν δουλειές αλλά και τότε δεν ήταν εύκολες (σε καμιά βεβαίως περίπτωση στον βαθμό που είναι σήμερα).

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

«Έλληνες δε βαριέστε, συνήθεια είναι όλα…»

Τι μπορεί να περιμένει κανείς από μια χώρα όπου το δίκαιο είναι απόλυτα συνυφασμένο με το δίκαιο του δανειστή;

Πού μπορεί να αποταθεί ο πολίτης ώστε να ζητήσει εκείνα που του αναλογούν όταν τα πάντα κρίνονται με γνώμονα το συμφέρον του απαίτη του κεφαλαίου και των σκληρών τόκων -που με σκοπό δάνεισε- ο οποίος παραμένει ενδεδυμένος τον μανδύα με τα εθνικά χρώματα;

Ποιος μπορεί να ελπίζει σε ένα μέλλον όχι όμοιο με εκείνο των ευκλεών εποχών, μα σε ένα κάποιο με τίμια απόδοση των κόπων του;

Ποιος μπορεί να ελπίζει στη διάσωση της περιουσίας του; Των δεδουλευμένων κόπων του, όταν πρώτιστος στόχος είναι το κέρδος των μεγάλων fans και έσχατος, η καπελωμένη επιστροφή του κόπου των Γερμανών(κυρίως) από τους άνευ ουδεμίας αξίας Έλληνες εργαζόμενους, τους επονομαζόμενους και τεμπέληδες ή και γλεντοκόπους καταχραστές;

Ποιος νέος μπορεί σήμερα να ελπίζει νοιώθοντας την ελάχιστη έστω σιγουριά πως θα διατηρήσει το όποιο εισόδημά του ώστε να σχεδιάσει το μέλλον του; (Σε περίπτωση που βρει εργασία)

Ποιος Έλληνας πολίτης είναι χαρούμενος ατενίζοντας το χαρμόσυνο φως της εξόδου από την κρίση στην οποία σημειωτέον δεν μπήκαμε με ευθύνη δική μας οι πολίτες;

Ποιος ηγέτης εξακολουθεί να δανείζεται ώστε να παράσχει κυρίως σε ημέτερους, όταν αντιλαμβάνεται πως δεν καταφέρνει να αποπληρώσει;
Ο απατεώνας ματαιόδοξος που αρέσκεται στο μπαλκόνι.

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Οι έσω και οι έξω τειχών.

Τα κράτη ανέκαθεν ύψωναν τείχη. Το έκαναν συνειδητά προσπαθώντας να κρατήσουν έξω από αυτά τους εχθρούς συνομολογώντας (οι έσωθεν) όμοιες προσδοκίες, όμοια –κατά το δυνατόν- πιστεύω και πάντα όμοιους στόχους.

Οι πόρτες έκλειναν και άρχιζαν οι θεωρίες να αναπτύσσονται όπως είναι απόλυτα φυσικό. Οι σκεπτικιστές αμφέβαλλαν σχεδόν για τα πάντα, οι φιλόσοφοι ανέλυαν θεωρίες και πρότειναν νέες οι οποίες έπεφταν όπως ήταν φυσικό σε μυαλά δύσπιστα. Κάθε νέο χρειάζεται χρόνο αφομοίωσης. Στην αρχή πολεμάται κατόπιν ανιχνεύεται και τέλος, αν έχει πείσει, γίνεται αποδεκτό έχοντας περάσει τα μύρια.

Είναι αδύνατον ένα κράτος να πλέει υπερασπιζόμενο πάγιες-παρωχημένες αξίες σε μέλλον που ελπίζει ένδοξο. Θα ήταν άτοπο, μιας και δεν θα υπήρχε ρούπι προόδου καθόσον οι εξελίξεις-βελτιώσεις στην βαριά τους πλειοψηφία συμβαίνουν από διαφοροποιήσεις σε κατεστημένες θεωρήσεις από μειοψηφίες.

Οι πολλοί όπως είπαμε μαθαίνουν να στηρίζουν το δόγμα. Το κράτος. Το κράτος, που στέκει αρωγός σε ιδέες, σε πρακτικές. Το κράτος που εγγυάται όλα εκείνα που οι μειοψηφίες εκ των πραγμάτων δεν καταφέρνουν. Ο λαός πορεύεται όπως είναι φυσικό την πλατιά οδό.

Βεβαίως συν τω χρόνω λησμονείται ότι και η κάθε πλειοψηφία από μειοψηφία ξεκίνησε και προχώρησε και εκείνη δια πυρός και σιδήρου, πείθοντας τους αμφίβολους στην αρχή, και ως ρεύμα, αργότερα, τους περισσότερους.

Οι θεσμικοί πάντοτε είχαν τον πρώτο λόγο. Πάντοτε όριζαν τα όρια της πόλης, τα τείχη, το μαντρί κατά το κοινώς λεγόμενο όπου εντός του οποίου παρεχόταν απλόχερα η ασφάλεια. Λέγοντας ασφάλεια, πέραν των γνωστών επιβουλευτών της εδαφικής ακεραιότητας του κράτους, παρεχόταν και το δηλωμένο εκείνο της προστασίας των ουσιωδών ιδεών.

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Κράτος και θεός

Έννοιες ξέχωρες. Δύο έννοιες οι οποίες δεν θα έπρεπε επ’ ουδενί να συναντώνται.

Το κάνουν όμως προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης πλευράς.

Κάποτε και των δύο, όταν η κάθε πλευρά έκανε πως ξεχνάει τα συμφέροντά της και συνέπραττε με την άλλη με τρόπο αδιάρρηκτο.

Άλλοτε και για άριστο σκοπό ευλογώντας τα όπλα η μια, παρουσία γονυπετών υπουργών η άλλη. (οι τσέπες ψαχνόταν συνεχώς για ρέστα δεκαετίες αργότερα)


Ο λαός σε κάθε περίπτωση συρόταν. Βαυκαλιζόταν με επιχειρήματα που εξυπηρετούσαν σκοπούς και μόνον. Ένθεν κακείθεν.

Θα πρέπει ο πολίτης να είναι απολύτως συνειδητοποιημένος ώστε να απόσχει της καθοδήγησης. 

Ας έρθουμε στα δύσκολα δικά μας τώρα, διότι την ώρα που διαλαλούμε ανεξίθρησκοι και πολιτισμένοι, καταδικάζοντας τους γείτονες Τούρκους της μαντήλας, όχι για την πίστη τους (το τι πιστεύει ο καθένας είναι δική του επιλογή ή επί το ρεαλιστικότερον των διδακτόρων του) αλλά για τον φανατισμό τους και ίσως για τη αγριοσύνη τους, αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε το κράτος από την εκκλησία, λες και με τον διαχωρισμό, κάτι θα συμβεί στις ψυχές των πιστών. Τι άλλαξε με το θρήσκευμα που που έπαψε να αναφέρεται στις ταυτότητες; Τίποτα απολύτως, σχεδόν ξεχάστηκε.

Οι ευθύνες, αν υπάρχουν τέτοιες (διότι για να υπάρξουν προϋποτίθεται πως αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα) μοιράζονται.


Το κράτος μοιάζει να είναι μαθημένο στη ποδιά της εκκλησίας και η εκκλησία δείχνει να αδυνατεί να αφήσει τη γροθιά της από το φόρεμα του κράτους.

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Ωραία λοιπόν, εθνικό νόμισμα;

Ναι. Πριν από την κατάφαση όμως στο ερώτημα, οφείλει να υπάρχει μια απολύτως συνειδητοποιημένη πλειοψηφία που να συντρίβει κάθε αντίλογο περί της μη ορθής επιλογής. 


Για να υπάρξει τείχος που να καταφέρει να σταθεί αξιόμαχο έναντι της κραυγής των αντιπολιτευόμενων καταστροφολόγων είναι απαραίτητο το παλλαϊκό αίσθημα περί του μονόδρομου της σπουδαίας απόφασης. Με αυτή την προϋπόθεση τα πάντα είναι εφικτά. Άλλως θα χρειαστεί περαιτέρω ωρίμανση.


Ένας λόγος που δεν αποφασίζεται η έξοδος είναι αυτός. Με ποσοστό 30% υπέρ του εθνικού νομίσματος και άρα της εξόδου κανείς δεν αποφασίζει το τόλμημα όσο κι αν παρελθόντος του χρόνου δείχνει υποχρεωτικό, καθόσον ο αντίλογος και οι πρώτες δυσκολίες θα υπερνικήσουν το ρεύμα κι αυτό θα ήταν ολέθριο.

Ό,τι πρόκειται να καταφέρει ο λαός θα το καταφέρει μόνο αν είναι απόλυτα συνειδητοποιημένος, ενωμένος, αποφασισμένος, οργισμένος την οργή του πολέμου έναντι των ντόπιων και των ξένων θηρίων. Κακά τα ψέματα εμείς δεν αντέχουμε τη σύγκριση με την Αγγλία…

Εμείς είμαστε έδαφος πρόσφορο δεινών, σκλάβοι που επαναστάτησαν, που έβγαλαν ψεύτες τα μεγάλα κεφάλια και τα μεγάλα κεφάλαια, ο πέλεκυς λοιπόν δεν συζητείται απλά, είναι η πρώτη κίνηση του εχθρού γιατί πίσω από μια επιτυχία δική μας θα ακολουθήσουν και άλλοι. Ο Σπάρτακος εναντίον της Ρώμης. Κανείς αυτοκράτορας δεν πρόκειται να δεχθεί εύκολα την απόσχιση της επαρχίας του. Αμφιβάλλετε πως είμαστε τέτοια;

Φωτιά και τσεκούρι λοιπόν στους Έλληνες επαναστάτες. Σπαθί, αλλά με τρόπο πολιτισμένο, διπλωματικό. Σύγχρονο καλλυμένο με τον μανδύα του αναγκαστικού δικαίου. Του καπιταλιστικώς οριζόμενου. 

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Μόνο μαστίγιο, το καρότο τελείωσε.

Και πολύ κράτησε θα λέγαμε. Πόσο να αντέξει κι ο δανειστής τα σάλια μας; Μας βαρέθηκε. Πάει… Γουστάρεις ευρώ; σου λέει, πλήρωνε. Πελάτης δικός μου είσαι δεν πας αλλού κι αφού ξέρω πως δεν πας αλλού και με έχεις ανάγκη, δεν στο δίνω τζάμπα. Στο πουλάω όσο θέλω. 
Και μεταξύ μας σαν καλός έμπορος που είναι, καλά κάνει. Μια παροιμία που λεγόταν μεταξύ παλιών εμπόρων στην αγορά, ήταν η εξής: Εγώ στραβώνω και πουλώ εσύ ίσιωνε και πάρε!

Θα ήταν ωραίο όλο ετούτο σαν κωμωδία αλλά σαν πράξη γίνεται κάπως χειρότερο αφού το έργο πονάει. Η διαδρομή των επτά περίπου χρόνων μέσα στο περιβόλι της ευρωπαϊκής απαίτησης-συμμόρφωσης-διδαχής-έως και τιμωρίας, θα έπρεπε να μας έχει μάθει κάποια πράγματα, θα έπρεπε να μας έχει κάνει να σταθούμε ένα σκαλί ψηλότερα ώστε να μπορέσουμε να αντικρίσουμε ολόκληρη την εικόνα του χάρτη κι όχι μονάχα την τετράγωνη πλάκα που πατούν τα πόδια μας η οποία περιλαμβάνεται, απεικονίζεται, μέσες-άκρες στις φράσεις: Δεν είμαστε ικανοί για τίποτα, δεν φταίνε εκείνοι εμείς φταίμε, οι άνθρωποι θέλουν τα λεφτά τους και πολλά άλλα εμβόλιμα, βολικά όλα. Η αλήθεια άλλωστε δεν έχει ποτέ μία όψη, καλό θα ήταν να κοιτούσαμε πού και πού και τη δικιά μας.

Βεβαίως από την άλλη δεν αποφασίζουμε εμείς για την τύχη μας, αποφασίζουν πρώτα οι κορυφαίοι διοργανωτές των πολιτικών παιχνιδιών μεταξύ τους κατασκευάζοντας το χάπι-εργαλείο και κατόπιν αναλαμβάνουν να το ζαχαρώσουν μετρέποντάς το σε φάρμακο αναγκαίο τα ΜΜΕ, κουλαντρίζοντας τα ηνία των επιθυμιών μας, των προσμονών μας, των ελπίδων μας, αλλά κυρίως των φόβων μας. Ιδίως αυτών.

«Μακριά από το ευρώ; Θάνατος»

Αν αναρωτηθούμε ποιοι το λένε, θα δούμε πως το κάνουν όλοι εκείνοι που έχουν συμφέρον από την παρούσα κατάσταση. Άμεσο ή έμμεσο. Ως άμεσο μπορούμε να δούμε το κέρδος σε χρήμα και ως έμμεσο (ως αντιμισθία δηλαδή) τον θώκο, τον διορισμό, τη θέση που με τον χρόνο και την σωστή συνδιαλλαγή (διαπλοκή) θα αποφέρει μακροπρόθεσμο κέρδος, τουτέστιν χρήμα ή δόξα. Μην λησμονείτε πως η ματαιοδοξία συναγωνίζεται με αξιώσεις σε πολλές περιπτώσεις το υλικό όφελος ιδίως όταν αυτό δεν έχει να προσφέρει τίποτα παραπάνω σε κάποιον χορτάτο.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Ανθρώπινες στιγμές.

Βρέθηκα με ένα φίλο της παλιάς γειτονιάς. Πριν πέντε χρόνια είχα βρεθεί και πάλι μαζί του σε κάποιο άλλο σημείο της Αθήνας. 

Μου φάνηκε κάπως παχύτερος με λιγότερα μαλλιά αλλά με το ίδιο στυλ. Το στυλ ποτέ δεν αλλάζει.

Στέλεχος με θέση διευθυντική σε μεγάλη γνωστότατη ιδιωτική εταιρία της Αθήνας, με δουλειά δέκα ώρες την ημέρας όχι δημοσιοϋπαλληλική, -με την κακή έννοια- αλλά κανονική, από εκείνη που κουράζει. Μόνος σε γραφείο δικό του. Η πόρτα ανοίγει ο υπάλληλος φέρνει το χαρτί, ο φίλος βάζει την υπογραφή και η πόρτα κλείνει. Στο περίπου δηλαδή...

«Έγινες κάποιος ρε συ, τα κατάφερες» του είπα βαδίζοντας πλάι του. «Πολύ σε χαίρομαι που σε βλέπω πετυχημένο»

«Μπα δεν έχει καμιά σημασία. Ευθύνες...»

«Σε φαντάζομαι αυστηρό» το ‘χε λιγάκι…

«Η δουλειά να βγαίνει άμα βγαίνει όλα είναι καλά. Άλλους τους παίρνεις με το ζόρι, άλλους με το φιλότιμο, όπως κρίνεις, δεν βαριέσαι, υπάρχει και άγχος και απ’ όλα»

Με γυναίκα ο φίλος, -ας τον λέμε έτσι μια που ο κόσμος είναι μικρός- και παιδιά που το ένα σπουδάζει στο πανεπιστήμιο, το άλλο στις πρώτες τάξεις Λυκείου, και το τρίτο ήδη ετοιμάζεται για εξετάσεις. Είχε παντρευτεί κάπως μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους της παρέας. 

Ηλικία όμοια με τη δική μου σκάρτα εξήντα.

Χωρίς πρόβλημα οικονομικό, με ταξίδια στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο πολλές φορές τον χρόνο. Επαγγελματικά ταξίδια αλλά καταφέρνει και παίρνει την οικογένεια συχνά-πυκνά.

Μέχρι εδώ όλα όμορφα. Εκείνος θα έλεγε 'κοινά'.

Καθίσαμε κάπου στο Κολωνάκι και τότε τον άκουσα να μου λέει πως:

«Καλή είναι η ζωή ρε Γιώργο αλλά αξίζει όταν τη ζεις στο όριο. Στο ίσο όταν την πάς, στη μέση του δρόμου που λένε, τελειώνει και δεν αφήνει τίποτα»

Ο φίλος από παιδιά όπως τον θυμάμαι ήταν ορθολογιστής τώρα –μπορεί κι από τότε δεν θυμάμαι- δηλώνει και πιστός –με την έννοια της θρησκείας- καταφέρνοντας να ταιριάξει τα μαχόμενα. Καλά κάνει αφού μπορεί και καταπραΰνει με τον τρόπο αυτό την ψυχή του.

Του είπα πως πως το αν είναι χριστιανός είναι από τύχη. Συμφώνησε πως τη θρησκεία του καθενός μας την κανονίζει ο γενέθλιος τόπος του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Επέμενα πως με τον τρόπο του εθελοτυφλεί. Συνέχισα εκθέτοντάς του τις αντιθέσεις των θρησκειών, πως κοροϊδεύει κατά κάποιον τρόπο τον εαυτό του υπογράφοντας στο σημείο όπου θα έπρεπε να ψάξει κάπως περισσότερο πριν πάρει τις αποφάσεις του.

«Εμένα μου κάνει καλό» μου απάντησε

«Αφού σου κάνει, καλά κάνεις» Συμφώνησα.

Τον θυμάμαι πάντοτε τιμητή του δίκαιου και του νόμιμου. Φρουρό του πρέποντος και όπως μου είπε και σαν γονιός στάθηκε –και στέκεται- αναμφίβολα άξιος παρέχοντας στα παιδιά του όλα εκείνα που πρέπει να δώσει. (Δώσετε σημασία στο ‘πρέπει’). Όχι πως δεν θέλει και από μόνος του αλλά κατά πως κατάλαβα ο κανόνας οφείλει να υπερισχύει της θέλησης. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς -σκέφτομαι- εκ των υστέρων θεωρώντας πως πρακτικά η διαφορά έχει ελάχιστα αξία γιατί το αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση θα ήταν όμοιο.

«Κάποτε πρέπει να κοιτάξουμε και τον εαυτό μας. Ζωή που δεν βιωθεί στο όριο δεν σου αφήσει τίποτα στο τέλος…» μου είπε.

Δεν ήταν ακριβώς αυτά τα λόγια του αλλά αυτό εννοούσαν. Τον άκουσα κατόπιν να εκφράζει άριστα τα επιχειρήματά του για κάποιο θέμα που αναφερόταν σε ένα άρθρο μου. Μου έκανε θετική εντύπωση που δεν χρησιμοποιούσε τις ίδιες λέξεις. Δεν είπα τίποτα.

Μετά από πέντε λεπτά αόριστης κουβέντας τον άκουσα και πάλι…

«Ξέρεις δεν γάμησα όσο θα ήθελα…»

«Γιατί ρε παντρεμένος είσαι, τι σε εμποδίζει» έκανα τον ανήξερο σαν ο κάθε παντρεμένος να οφείλει και τα άριστα των επιδόσεων και την πληθώρα των πράξεων.

«Δεν ταιριάζουμε… Άλλα θέλει εκείνη, άλλα εγώ»

«Τα είπατε; Τα μιλήσατε;» Μου έδειξε τη φωτογραφία της και τη έκρινα εξαιρετική από πλευρά εμφάνισης. «Ξέρεις αυτή που εσύ κρίνεις βαρετή, κάποιος άλλος μπορεί να τη βρει πολύ ενδιαφέρουσα...»

Σαν να κατάλαβα πως κι αν τα είπανε οι δυό τους ήταν άδικος κόπος. Η αλήθεια είναι πως με την ορμή της συζήτησης παρέλειψα να ρωτήσω συγκεκριμένα ετούτο το βασικό.

Σκεφτότανε τώρα -μου είπε- καμιά περιπετειούλα, κάποια σχέση με αποτέλεσμα. Με κατάληξη.

Είχα πολλά να του πω αλλά δεν με άφηνε. Δεν ενδιαφερόταν για γενικότητες ήθελε λύση εδώ και τώρα. Για παράδειγμα ‘’αυτό θα κάνεις και αύριο το πρωί θα βρουν λύσεις όλα εκείνα που σε απασχολούν εύκολα και οριστικά’’.

Ανέφερε αργότερα παραδείγματα φίλων που είχαν τολμήσει και τα είχαν πάει αρκετά καλά. Κάποιοι από αυτούς και ακόμα καλύτερα.

Πάντα ο φίλος ήταν κάπως απόλυτος και η απολυτότητα δίνει στον άνθρωπο την πατίνα της ψυχρότητας, της αφ’ υψηλού θεώρησης κάποιων έστω πραγμάτων, εκεί νομίζω πως χάνει το παιχνίδι.

Δεν ήταν διατεθειμένος να επενδύσει σε σχέση, να χαλάσει την άνεση, να θέσει σε αμφιβολία τη σιγουριά του, την καλοπέρασή του ίσως.

Μια σχέση βεβαίως -και δη παράνομη- προϋποθέτει πολλά. Από 'πεζά' έξοδα έως θερμά αισθήματα, όλα με το μέτρο που ορίζει η διαπροσωπική σχέση των δύο. Το σίγουρο είναι πως όπως σε κάθε τι, αν δεν δώσεις δεν θα πάρεις. Αν δεν δώσεις εαυτό –μειώνοντας τον εγωισμό σου- δεν θα καταφέρεις να πάρεις αποδοχές. Αν δεν πάψεις να σκέφτεσαι τα οφέλη και τις ευτυχείς καταλήξεις πριν από κάθε τι, δεν θα καταφέρεις να τα αποκτήσεις.

«Οι γυναίκες» του είπα «μυρίζονται τους 'κρύους' και τους αποβάλλουν όπως η θάλασσα το σκουπίδι»

Γελάσαμε.

Όχι πως άλλαξε τίποτα. Οι ιδέες του παρέμεναν οι ίδιες. Στο μυαλό του αναζητούσε τη θαυμάσια εκείνη γυναίκα που –όπως κατάλαβα- θα τον ήθελε δίχως όρια, τις ώρες που εκείνος επιθυμούσε και βολευόταν.

Υπήρχε μάλιστα κάποια –υποψήφια- η οποία προσφάτως του είχε πει καταλήγοντας κατόπιν συνεχών μεταξύ τους διαβουλεύσεων –φαντάζομαι- πως: «Για να μην κάνεις μια προσπάθεια να βρεθούμε τις ώρες που μπορώ μάλλον δεν θα με θέλεις πολύ»

Της έδωσα δίκιο καθόσον ο άντρας οφείλει ‘θυσίες’. Του το είπα, συμφώνησε μισά αλλά δεν άλλαξε γνώμη επιμένοντας πως αναζητούσε εκείνη που θα μπορεί όταν εκείνος βολευόταν.

Μπορεί να ακούγεται πεζό όλο ετούτο, όμως η πραγματικότητα τις περισσότερες φορές έτσι είναι.

Άνοιξε μονάχος του το κεφάλαιο της υποκρισίας. Ανέφερε πως ζούσε τον γάμο του μέσα σε αυτήν από την ώρα που διαλαλούσε αγάπες νόμιμες την ίδια στιγμή που δεν τις αισθανόταν. Θεωρώ πως τα πάντα ξεκίνησαν από τη διαφορά ορέξεων που υπήρξε στο κρεβάτι τους. Κακά τα ψέματα όταν υπάρχει αρεστό κρεβάτι σε μια σχέση, προσθέτει ένα ποσοστό καλό σε αυτήν, όταν όμως δεν υπάρχει αφαιρεί το διπλό.

Του είπα πως το επόμενο βιβλίο μου γι’ αυτό ακριβώς το θέμα μιλάει. Για την τόλμη τουλάχιστον της συζήτησης μεταξύ των ζευγαριών σε όλα εκείνα που ο καθένας τους ξεχωριστά επιθυμεί.

«Αυτό είναι απλό» με κοίταξε «σήμερα ο κάθε ένας λέει εκείνα που θέλει δεν ντρέπεται ο κόσμος, θα έπρεπε να λες πως ο κάθε ένας μας οφείλει να μαθαίνει τον εαυτό του. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν ποιοι είναι ή τι θέλουν. Αυτή η γνώση μας λείπει»

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την πρόταση, πως ο πολύς κόσμος εκμυστηρεύεται τη μύχια του επιθυμία -καλώς ή κακώς- ευκολότερα στην παράλληλη σχέση του παρά στον άντρα ή τη γυναίκα του.

«Δεν είναι απόλυτο» με έκοψε.

Ασφαλώς και δεν είναι συμφώνησα, όπως και τίποτα στον κόσμο, αλλά μπορούμε να πούμε πως η καθημερινή τριβή, τα παιδιά που μεγαλώνουν, η απόσταση που δημιουργείται χωρίς να το θέλουμε μεταξύ των συζύγων, κάνει να κρατάμε ανάμεσά μας μια κάπως πιο ευπρεπή στάση. Αυτή η ‘ευπρέπεια’ λοιπόν στα ερωτικά μας, είναι υπεύθυνη για πολλά. Οι περισσότεροι –που αυτούς που δεν αντέχουν- ψάχνουν κάποιον αναλώσιμο/σιμη έξω από τον γάμο, ώστε να του κάνουν τις προτάσεις εκείνες που δεν τολμούν στη χρόνια σχέση τους, αυτό προϋποθέτει γνώση του εαυτού αλλά τεκμηριώνει και τη δειλία ή την άρνηση από τη μεριά του κάθε συμβαλλόμενου μέρους.

Δεν αναζητούνται ούτε αποδίδονται ευθύνες σε κανέναν.

Φυσικά δεν βρέθηκε λύση. Η λύση δεν βρίσκεται έτσι απλά… 

Φύγαμε με τη υπόσχεση να τα ξαναπούμε…