Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Ανθρώπινες στιγμές.

Βρέθηκα με ένα φίλο της παλιάς γειτονιάς. Πριν πέντε χρόνια είχα βρεθεί και πάλι μαζί του σε κάποιο άλλο σημείο της Αθήνας. 

Μου φάνηκε κάπως παχύτερος με λιγότερα μαλλιά αλλά με το ίδιο στυλ. Το στυλ ποτέ δεν αλλάζει.

Στέλεχος με θέση διευθυντική σε μεγάλη γνωστότατη ιδιωτική εταιρία της Αθήνας, με δουλειά δέκα ώρες την ημέρας όχι δημοσιοϋπαλληλική, -με την κακή έννοια- αλλά κανονική, από εκείνη που κουράζει. Μόνος σε γραφείο δικό του. Η πόρτα ανοίγει ο υπάλληλος φέρνει το χαρτί, ο φίλος βάζει την υπογραφή και η πόρτα κλείνει. Στο περίπου δηλαδή...

«Έγινες κάποιος ρε συ, τα κατάφερες» του είπα βαδίζοντας πλάι του. «Πολύ σε χαίρομαι που σε βλέπω πετυχημένο»

«Μπα δεν έχει καμιά σημασία. Ευθύνες...»

«Σε φαντάζομαι αυστηρό» το ‘χε λιγάκι…

«Η δουλειά να βγαίνει άμα βγαίνει όλα είναι καλά. Άλλους τους παίρνεις με το ζόρι, άλλους με το φιλότιμο, όπως κρίνεις, δεν βαριέσαι, υπάρχει και άγχος και απ’ όλα»

Με γυναίκα ο φίλος, -ας τον λέμε έτσι μια που ο κόσμος είναι μικρός- και παιδιά που το ένα σπουδάζει στο πανεπιστήμιο, το άλλο στις πρώτες τάξεις Λυκείου, και το τρίτο ήδη ετοιμάζεται για εξετάσεις. Είχε παντρευτεί κάπως μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους της παρέας. 

Ηλικία όμοια με τη δική μου σκάρτα εξήντα.

Χωρίς πρόβλημα οικονομικό, με ταξίδια στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο πολλές φορές τον χρόνο. Επαγγελματικά ταξίδια αλλά καταφέρνει και παίρνει την οικογένεια συχνά-πυκνά.

Μέχρι εδώ όλα όμορφα. Εκείνος θα έλεγε 'κοινά'.

Καθίσαμε κάπου στο Κολωνάκι και τότε τον άκουσα να μου λέει πως:

«Καλή είναι η ζωή ρε Γιώργο αλλά αξίζει όταν τη ζεις στο όριο. Στο ίσο όταν την πάς, στη μέση του δρόμου που λένε, τελειώνει και δεν αφήνει τίποτα»

Ο φίλος από παιδιά όπως τον θυμάμαι ήταν ορθολογιστής τώρα –μπορεί κι από τότε δεν θυμάμαι- δηλώνει και πιστός –με την έννοια της θρησκείας- καταφέρνοντας να ταιριάξει τα μαχόμενα. Καλά κάνει αφού μπορεί και καταπραΰνει με τον τρόπο αυτό την ψυχή του.

Του είπα πως πως το αν είναι χριστιανός είναι από τύχη. Συμφώνησε πως τη θρησκεία του καθενός μας την κανονίζει ο γενέθλιος τόπος του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Επέμενα πως με τον τρόπο του εθελοτυφλεί. Συνέχισα εκθέτοντάς του τις αντιθέσεις των θρησκειών, πως κοροϊδεύει κατά κάποιον τρόπο τον εαυτό του υπογράφοντας στο σημείο όπου θα έπρεπε να ψάξει κάπως περισσότερο πριν πάρει τις αποφάσεις του.

«Εμένα μου κάνει καλό» μου απάντησε

«Αφού σου κάνει, καλά κάνεις» Συμφώνησα.

Τον θυμάμαι πάντοτε τιμητή του δίκαιου και του νόμιμου. Φρουρό του πρέποντος και όπως μου είπε και σαν γονιός στάθηκε –και στέκεται- αναμφίβολα άξιος παρέχοντας στα παιδιά του όλα εκείνα που πρέπει να δώσει. (Δώσετε σημασία στο ‘πρέπει’). Όχι πως δεν θέλει και από μόνος του αλλά κατά πως κατάλαβα ο κανόνας οφείλει να υπερισχύει της θέλησης. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς -σκέφτομαι- εκ των υστέρων θεωρώντας πως πρακτικά η διαφορά έχει ελάχιστα αξία γιατί το αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση θα ήταν όμοιο.

«Κάποτε πρέπει να κοιτάξουμε και τον εαυτό μας. Ζωή που δεν βιωθεί στο όριο δεν σου αφήσει τίποτα στο τέλος…» μου είπε.

Δεν ήταν ακριβώς αυτά τα λόγια του αλλά αυτό εννοούσαν. Τον άκουσα κατόπιν να εκφράζει άριστα τα επιχειρήματά του για κάποιο θέμα που αναφερόταν σε ένα άρθρο μου. Μου έκανε θετική εντύπωση που δεν χρησιμοποιούσε τις ίδιες λέξεις. Δεν είπα τίποτα.

Μετά από πέντε λεπτά αόριστης κουβέντας τον άκουσα και πάλι…

«Ξέρεις δεν γάμησα όσο θα ήθελα…»

«Γιατί ρε παντρεμένος είσαι, τι σε εμποδίζει» έκανα τον ανήξερο σαν ο κάθε παντρεμένος να οφείλει και τα άριστα των επιδόσεων και την πληθώρα των πράξεων.

«Δεν ταιριάζουμε… Άλλα θέλει εκείνη, άλλα εγώ»

«Τα είπατε; Τα μιλήσατε;» Μου έδειξε τη φωτογραφία της και τη έκρινα εξαιρετική από πλευρά εμφάνισης. «Ξέρεις αυτή που εσύ κρίνεις βαρετή, κάποιος άλλος μπορεί να τη βρει πολύ ενδιαφέρουσα...»

Σαν να κατάλαβα πως κι αν τα είπανε οι δυό τους ήταν άδικος κόπος. Η αλήθεια είναι πως με την ορμή της συζήτησης παρέλειψα να ρωτήσω συγκεκριμένα ετούτο το βασικό.

Σκεφτότανε τώρα -μου είπε- καμιά περιπετειούλα, κάποια σχέση με αποτέλεσμα. Με κατάληξη.

Είχα πολλά να του πω αλλά δεν με άφηνε. Δεν ενδιαφερόταν για γενικότητες ήθελε λύση εδώ και τώρα. Για παράδειγμα ‘’αυτό θα κάνεις και αύριο το πρωί θα βρουν λύσεις όλα εκείνα που σε απασχολούν εύκολα και οριστικά’’.

Ανέφερε αργότερα παραδείγματα φίλων που είχαν τολμήσει και τα είχαν πάει αρκετά καλά. Κάποιοι από αυτούς και ακόμα καλύτερα.

Πάντα ο φίλος ήταν κάπως απόλυτος και η απολυτότητα δίνει στον άνθρωπο την πατίνα της ψυχρότητας, της αφ’ υψηλού θεώρησης κάποιων έστω πραγμάτων, εκεί νομίζω πως χάνει το παιχνίδι.

Δεν ήταν διατεθειμένος να επενδύσει σε σχέση, να χαλάσει την άνεση, να θέσει σε αμφιβολία τη σιγουριά του, την καλοπέρασή του ίσως.

Μια σχέση βεβαίως -και δη παράνομη- προϋποθέτει πολλά. Από 'πεζά' έξοδα έως θερμά αισθήματα, όλα με το μέτρο που ορίζει η διαπροσωπική σχέση των δύο. Το σίγουρο είναι πως όπως σε κάθε τι, αν δεν δώσεις δεν θα πάρεις. Αν δεν δώσεις εαυτό –μειώνοντας τον εγωισμό σου- δεν θα καταφέρεις να πάρεις αποδοχές. Αν δεν πάψεις να σκέφτεσαι τα οφέλη και τις ευτυχείς καταλήξεις πριν από κάθε τι, δεν θα καταφέρεις να τα αποκτήσεις.

«Οι γυναίκες» του είπα «μυρίζονται τους 'κρύους' και τους αποβάλλουν όπως η θάλασσα το σκουπίδι»

Γελάσαμε.

Όχι πως άλλαξε τίποτα. Οι ιδέες του παρέμεναν οι ίδιες. Στο μυαλό του αναζητούσε τη θαυμάσια εκείνη γυναίκα που –όπως κατάλαβα- θα τον ήθελε δίχως όρια, τις ώρες που εκείνος επιθυμούσε και βολευόταν.

Υπήρχε μάλιστα κάποια –υποψήφια- η οποία προσφάτως του είχε πει καταλήγοντας κατόπιν συνεχών μεταξύ τους διαβουλεύσεων –φαντάζομαι- πως: «Για να μην κάνεις μια προσπάθεια να βρεθούμε τις ώρες που μπορώ μάλλον δεν θα με θέλεις πολύ»

Της έδωσα δίκιο καθόσον ο άντρας οφείλει ‘θυσίες’. Του το είπα, συμφώνησε μισά αλλά δεν άλλαξε γνώμη επιμένοντας πως αναζητούσε εκείνη που θα μπορεί όταν εκείνος βολευόταν.

Μπορεί να ακούγεται πεζό όλο ετούτο, όμως η πραγματικότητα τις περισσότερες φορές έτσι είναι.

Άνοιξε μονάχος του το κεφάλαιο της υποκρισίας. Ανέφερε πως ζούσε τον γάμο του μέσα σε αυτήν από την ώρα που διαλαλούσε αγάπες νόμιμες την ίδια στιγμή που δεν τις αισθανόταν. Θεωρώ πως τα πάντα ξεκίνησαν από τη διαφορά ορέξεων που υπήρξε στο κρεβάτι τους. Κακά τα ψέματα όταν υπάρχει αρεστό κρεβάτι σε μια σχέση, προσθέτει ένα ποσοστό καλό σε αυτήν, όταν όμως δεν υπάρχει αφαιρεί το διπλό.

Του είπα πως το επόμενο βιβλίο μου γι’ αυτό ακριβώς το θέμα μιλάει. Για την τόλμη τουλάχιστον της συζήτησης μεταξύ των ζευγαριών σε όλα εκείνα που ο καθένας τους ξεχωριστά επιθυμεί.

«Αυτό είναι απλό» με κοίταξε «σήμερα ο κάθε ένας λέει εκείνα που θέλει δεν ντρέπεται ο κόσμος, θα έπρεπε να λες πως ο κάθε ένας μας οφείλει να μαθαίνει τον εαυτό του. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν ποιοι είναι ή τι θέλουν. Αυτή η γνώση μας λείπει»

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την πρόταση, πως ο πολύς κόσμος εκμυστηρεύεται τη μύχια του επιθυμία -καλώς ή κακώς- ευκολότερα στην παράλληλη σχέση του παρά στον άντρα ή τη γυναίκα του.

«Δεν είναι απόλυτο» με έκοψε.

Ασφαλώς και δεν είναι συμφώνησα, όπως και τίποτα στον κόσμο, αλλά μπορούμε να πούμε πως η καθημερινή τριβή, τα παιδιά που μεγαλώνουν, η απόσταση που δημιουργείται χωρίς να το θέλουμε μεταξύ των συζύγων, κάνει να κρατάμε ανάμεσά μας μια κάπως πιο ευπρεπή στάση. Αυτή η ‘ευπρέπεια’ λοιπόν στα ερωτικά μας, είναι υπεύθυνη για πολλά. Οι περισσότεροι –που αυτούς που δεν αντέχουν- ψάχνουν κάποιον αναλώσιμο/σιμη έξω από τον γάμο, ώστε να του κάνουν τις προτάσεις εκείνες που δεν τολμούν στη χρόνια σχέση τους, αυτό προϋποθέτει γνώση του εαυτού αλλά τεκμηριώνει και τη δειλία ή την άρνηση από τη μεριά του κάθε συμβαλλόμενου μέρους.

Δεν αναζητούνται ούτε αποδίδονται ευθύνες σε κανέναν.

Φυσικά δεν βρέθηκε λύση. Η λύση δεν βρίσκεται έτσι απλά… 

Φύγαμε με τη υπόσχεση να τα ξαναπούμε…