Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Κράτος και θεός

Έννοιες ξέχωρες. Δύο έννοιες οι οποίες δεν θα έπρεπε επ’ ουδενί να συναντώνται.

Το κάνουν όμως προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης πλευράς.

Κάποτε και των δύο, όταν η κάθε πλευρά έκανε πως ξεχνάει τα συμφέροντά της και συνέπραττε με την άλλη με τρόπο αδιάρρηκτο.

Άλλοτε και για άριστο σκοπό ευλογώντας τα όπλα η μια, παρουσία γονυπετών υπουργών η άλλη. (οι τσέπες ψαχνόταν συνεχώς για ρέστα δεκαετίες αργότερα)


Ο λαός σε κάθε περίπτωση συρόταν. Βαυκαλιζόταν με επιχειρήματα που εξυπηρετούσαν σκοπούς και μόνον. Ένθεν κακείθεν.

Θα πρέπει ο πολίτης να είναι απολύτως συνειδητοποιημένος ώστε να απόσχει της καθοδήγησης. 

Ας έρθουμε στα δύσκολα δικά μας τώρα, διότι την ώρα που διαλαλούμε ανεξίθρησκοι και πολιτισμένοι, καταδικάζοντας τους γείτονες Τούρκους της μαντήλας, όχι για την πίστη τους (το τι πιστεύει ο καθένας είναι δική του επιλογή ή επί το ρεαλιστικότερον των διδακτόρων του) αλλά για τον φανατισμό τους και ίσως για τη αγριοσύνη τους, αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε το κράτος από την εκκλησία, λες και με τον διαχωρισμό, κάτι θα συμβεί στις ψυχές των πιστών. Τι άλλαξε με το θρήσκευμα που που έπαψε να αναφέρεται στις ταυτότητες; Τίποτα απολύτως, σχεδόν ξεχάστηκε.

Οι ευθύνες, αν υπάρχουν τέτοιες (διότι για να υπάρξουν προϋποτίθεται πως αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα) μοιράζονται.


Το κράτος μοιάζει να είναι μαθημένο στη ποδιά της εκκλησίας και η εκκλησία δείχνει να αδυνατεί να αφήσει τη γροθιά της από το φόρεμα του κράτους.

Έχουν καταντήσει δυνάμεις αλληλοσυμπληρούμενες. Δοχεία συγκοινωνούντα ως η ύπαρξη του ενός, να απαιτεί ως προϋπόθεση την παρουσία του άλλου. Αυτό δεν είναι υγιές όσο και αν έχουμε μάθει να το θεωρούμε δεδομένο και κάθε τι το δεδομένο τείνει να θεωρείται εκτός από νόμιμο και κάπως ηθικό. 

Το μεν κράτος -κοροϊδεύοντας- γονατίζει εμπρός στους ψήφους των πιστών -δηλαδή δεν ξέρω και κάπου που να αναγνωρίζει ψήφους και να μην γονατίζει-, διότι αν δεν το έκανε, ειλικρινά δεν θα είχε λόγο να ταΐζει τον δύσκολο συνέταιρο την εκκλησία.

Η δε εκκλησία, μνημονεύει τους πολιτικούς ηγήτορες αρμέγοντας τα δικά της πλούσια οφέλη -πλέον των οικονομικών- από την συντήρηση της πίστης (π.χ. μέσω της εκπαίδευσης στα σχολεία, της παρουσίας της σε κάθε πολιτική εκδήλωση κ.α.) αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό την επιρροή της και στην πολιτεία ως θεσμό αλλά κυρίως στην κοινωνία. 

Ο κύκλος είναι φαύλος, καθόσον ο ένας δυναμώνει τον άλλον την ώρα που όταν διαφωνήσουν γυμνώνουν για λίγο τα δόντια τους και κατόπιν μπρος το κοινό συμφέρον τα μαζεύουν και πάλι. Η παράταξη των κάθε δυνάμεων στέκει παρατεταγμένη έτοιμη για μάχη. 

Το συμφέρον  αναγκάζει το όπλο να σταθεί παρά πόδα, εμπρός από την ιδεολογία και των δύο τους. Χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις το φιλάς.

Κοκορομαχίες λοιπόν, στο κοινό κοτέτσι και το βάρος πέφτει ακέραιο στην πολιτεία. Αν δεν φοβόταν –τους ψήφους των πιστών οι οποίοι δεν είναι και λίγοι- θα έκανε τον διαχωρισμό.


Βεβαίως όταν ρωτηθεί κάποιος τυχαίος πολίτης, κάθε πότε πηγαίνει στην εκκλησία, οι πιθανότητες είναι να απαντήσει: δύο με τρεις φορές τον χρόνο στις οποίες φορές συμπεριλαμβάνεται και το πεντάλεπτο της ανάστασης. Πότε εξομολογείται; Κάποτε πράγματι είχε πάει, αλλά δεν θυμάται πότε... 

Όλοι αυτοί λοιπόν οι χλιαροί –διότι ένθερμοι δεν λογίζονται με κανένα τρόπο-, οι κατ' έθιμο χριστιανοί, με τους σαφέστατα και δραστικά λιγότερους θερμούς  είναι εκείνοι που δηλώνουν ένθεοι μαχητές και ανθίστανται σθεναρά σε κάθε άγγιγμα –δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο- της πολιτείας στο ράσο εντάσσοντας -θεωρούν- εαυτόν με το μέρος των πιστών υποψήφιων παραδείσου (σαφώς αγνοώντας πως τους χλιαρούς ο Χριστός θα τους εμέσει, κατά το κοινώς λεγόμενο θα τους κάνει εμετό και δεν έχουν κερδίζειν από τη δήλωση της πίστης τους και μόνον ή την -γιατί όχι, αγνή- θέλησή τους για πίστη, καθόσον η τελευταία είναι τρόπος ζωής και μάλιστα δύσκολης απέχοντας μίλια της επιφανειακής προσυπογραφής και μόνον). 


Το κράτος μας είναι θεοκρατικό;

Ασφαλώς και είναι κι αν δεν είναι απόλυτα, είναι εν κράττει λεύτερο-απαλλαγμένο θρησκείας. Όπως και είναι το μισό αν όχι το περισσότερο του ελληνικού λαού θεοφοβούμενοι. Στον λόγο αυτόν ορκίζονται οι μισοί και πλέον πολιτικοί.
Το να φοβάται κανείς τον θεό δεν τον κάνει πιστό, αλλά συμφεροντολόγο. 
Εκείνος που φοβάται εθελοτυφλεί ή αγνοεί και τάσσει εαυτόν έστω και με αστερίσκους υπέρ της πλευράς που τον αγχώνει υπηρετώντας τον πόνο, τού μέλλει γενέσθαι... Η υπηρέτηση αυτή μου μοιάζει περισσότερο με αλισβερίσι. 'Τόσα σου δίνω τόσα παίρνω'. Ας είναι, ο καθείς για τον εαυτό του και λόγος δεν μας πέφτει.

Η αλήθεια είναι πως για να είναι κανείς άθεος χρειάζεται τόλμη. Τόλμη και γνώση. Έχουμε πολλές αναφέρει πως στην πίστη δεν υπάρχει γνώση (γνωρίζω πως σήμερα δεν βρέχει, πιστεύω πως αύριο δεν θα βρέξει). Στην πίστη υπάρχει ελπίδα, ευκλεές προσδοκώμενο, τίποτα περισσότερο και καλά κάνει και υπάρχει και ξεκουράζει όσους καταφέρνει να ξεκουράσει.

Πέραν αυτού θα πρέπει να επισημάνουμε πως ο φόβος γενικότερα (παρέα με την ελπίδα), μας οδηγεί σε αποφάσεις. Ο φόβος που μεταφράζεται τεχνηέντως από τους ανθρώπους του marketing σε εικόνες ώστε να γίνει πιο οδυνηρός πιο ρεαλιστικός, πιο αποδοτικός, μέσα από μια υποτιθέμενη πραγματικότητα.

Ως απόδειξη αναφέρω τις εικόνες που προβλήθηκαν από τους δρόμους τις Βενεζουέλας στην τηλεόραση ώστε να καταδείξουν το ενδεχόμενο της κατάστασης σε περίπτωσης δραχμής στην Ελλάδα. Μέχρι βιασμούς έδειξαν… 

Μπορούμε να μιλήσουμε ευθέως για εξαπάτηση, για χειραγώγηση της μάζας, για πλύση εγκεφάλου καθώς το τι συνέβη σε μία χώρα με μία Α κουλτούρα δεν συνιστά ως δεδομένο τι θα γίνει στη δική μας, για τον απλό λόγο που επιχειρεί πως σε καμία απολύτως περίπτωση τα δεδομένα δεν θα μπορούσαν να είναι τα ίδια. Ούτε καν ο τρόπος σκέψης των δύο λαών.

Ομοίως συμβαίνει με τις ζωγραφισμένες φωτιές της κόλασης… Χρειάζεται ο βοσκός, εξάπαντος τη φωτογραφία του λύκου να τρομάξει το πρόβατο που βόσκει εκτός. Τα οφέλη πολλά, αλλά δεν είναι της παρούσης.

Η ψυχή ανήκει στα δικά της κατατόπια, η πολιτική σε άλλα πόρρω απέχοντα κι όμως οι πολιτικές των αταίριαστων αλληλοπότισαν τα χώματά τους και κατάφεραν να βγάλει καρπούς το δέντρο του συμφέροντός τους.

Κακά τα ψέματα, όσο και να τσακώνονται οι γίγαντες τα βρίσκουν στο τέλος με χέρια θερμά, πίσω από τη σκηνή, με θύματα τους πιστούς και τους άπιστους. Το σύνολο του λαού που μοιραζόμενο ανταγωνίζεται τους υπόλοιπους για εκείνα που φαντάζεται, την ώρα που άλλα συμβαίνουν.

Οι μεν λοιπόν, δυναμώνουν τα μεγάφωνα της ψαλμωδίας και οι δε σουβλίζουν αρνιά τη μεγάλη Παρασκευή. Οι μεν σκοπεύουν τα αυτιά των απίστων και οι δε τις μύτες των κακώς πιστευόντων και οι δυό, ο ένας τις ιδέες του άλλου…

Λίγο παρέκει, οι άρχοντες απολαμβάνουν των προνομίων τους.