Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Αλήτες έρωτες.

Θα ξεκινήσουμε με τα σίγουρα: Ποτέ κανένας αλήτης έρωτας δεν ξεχάστηκε από κάποια συνετή σχέση ή κάποιο πετυχημένο -έστω- γάμο... Και ας συνεχίσουμε με το επόμενο δεδομένο, που που λέει πως: μπορεί κάποιος να παντρεύεται τη νομιμότητα ασχέτως αν ερωτεύεται την αλητεία. 

Σε πολλούς ανθρώπους που δεν παντρεύτηκαν, σε πολλά ζευγάρια και σε άλλους τόσους γάμους, ζει και αναπνέει μια αγιάτρευτη μνήμη... 
  • Θα πρέπει εδώ να τονίσω πως στις γραμμές που ακολουθούν δεν επισημαίνω τι είναι σωστό και τι λάθος, απλά αναφέρω το τι κατά την γνώμη μου συμβαίνει. Ο Καμύ είπε πως λογική απέχει της πραγματικότητας εμείς ας δεχθούμε το πολύ ευκολότερο πως η πραγματικότητα δεν συμβαδίζει πάντα με την λογική...
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν δίνοντας τον ορισμό της 'αλητείας', καθώς εδώ δεν εννοούμε εκείνη την κυριολεκτική της άσκοπης περιφοράς του ατόμου σε δρόμους και αλάνες, αλλά κάνοντας υπέρβαση, τον τρόπο ζωής τον οποίο υιοθετεί κάποιος που αδιαφορεί για τους νόμους και τις περιρρέουσες μικροαστικές ηθικές.

Τα παραδείγματα πολλά και όλα σωστά: καμιά γυναίκα δεν απάτησε boheme (μποέμ) άντρα με κάποιον καθεστωτικό. Από τα βάθη της ιστορίας το αντίθετο συνέβαινε. Ποτέ δεν ονειρεύτηκε καμιά (λεύτερη ή παντρεμένη) γυναίκα το βράδυ κάποιον υπάκουο, τακτικά εκκλησιαζόμενο, τιμητή ακέραιο του νόμου και της τάξης -άσχετα αν υπακούοντας τελικά στις παραινέσεις των άλλων και στην λογική της τον παντρεύτηκε-. 

Όλες εκείνες που ερωτεύτηκαν δυνατά, ή πόθησαν έρωτα στα όνειρά τους, ξάπλωσαν και φώναξαν στην αγκαλιά κάποιου που έβλεπε τη ζωή αλλιώτικα… Επαναστατικά. Και σίγουρα αυτός δεν ήταν ο τύπος που θα ήθελε η κάθε μάνα, γαμπρό για την κόρη της.

Βεβαίως τα παραδείγματα ισχύουν και ανάποδα, για τους άντρες δηλαδή. Τα πολύ καλά κορίτσια έκαναν για σπίτι, για οικογένεια, για μανάδες, όχι για ερωμένες που χαράσσουν μνήμες… (Τις όποιες εξαιρέσεις δεν θα τις εντάξουμε στον κανόνα). Ανέκαθεν ενέπνεαν κάθε αρσενικό οι ανυπότακτες, οι μακρινές, οι θολές φιγούρες που βολεμό δεν είχαν...

Ακούγεται ίσως λυπηρό, αλλά δυστυχώς έτσι είναι…

Άβυσσος η ψυχή ανδρός και γυναικός.

Το παράνομο γενικώς έλκει και αυτό μάλλον γιατί όπως μας λέει ο Χομπς ο άνθρωπος γεννήθηκε ‘κακός’. Γεννήθηκε με τάση προς την ελευθερία και άρα με έμφυτη τη ροπή της απόταξης της υπακοής. Η τάση αυτή βεβαίως –της υπακοής- σφυρηλατήθηκε από πολιτεία και θρησκείες. Γαλουχήθηκε, στριμώχτηκε σε καλούπι και η παύση ακολούθησης κανόνων εξοβελίστηκε. Καταδικάστηκε από το σύνολο της κοινωνίας. Λογικό, άλλως δεν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνία… 

Το ένστικτο όμως παρέμεινε!

Ο φόβος έλκει γενικώς τον έρωτα. Η αγωνία το ίδιο. 


Η μαγεία, η ιδέα -και πιο πεζά-, το ωραία ειπωμένο ψέμα, απογειώνει το συναίσθημα. Το στέλνει στο έσχατο όριο. Γι’ αυτό και κλείνουν σπίτια. Ο έρωτας βασίζεται στον μύθο. Στηρίζεται σε εκείνο το αναπόδεικτο που κανείς από τους εμπλεκόμενους -αρχικά τουλάχιστον- δεν θέλει να σκαλίσει, ώστε να μην ταράξει τα ήρεμα νερά μιας μαγευτικής κατάστασης.

Συγκρίνετε (για ακραίο παράδειγμα) την βιαστική όλο αγωνία παράνομη πράξη δυο εραστών στο ελάχιστο του χρόνου που τους απομένει, με το απλόχερο νόμιμο (με την έννοια του κοινωνικώς αποδεκτού) στο κουρασμένο σεντόνι. Βάλτε τα αναδυόμενα συναισθήματα αντικριστά και θα καταλάβετε.

Σύμφωνοι, δεν είναι απαραίτητο το νόμιμο να έχει πάντα σεντόνι κουρασμένο, όμως ποτέ δεν θα έχει σύμμαχο τον χρόνο και ο χρόνος δρα σαν το κύμα στον βράχο. Τον φθείρει. Κανείς δεν φταίει για ετούτη τη φθορά.

Πάντα ο αλήτης έρωτας ήταν, είναι και θα είναι λίγος σε ποσότητα, πολύς σε ποιότητα και άπλα συναισθήματος και δεν μιλάμε μονάχα για αγάπες παράνομες, μιλάμε και για άλλες αταίριαστες σε λογικές και κοινωνικές επιταγές. 

Σε κάθε περίπτωση ποτέ δεν θα είναι για χόρταση. Είτε είναι άντρας, είτε γυναίκα αυτός που εμπνέει, πάντα θα φεύγει πριν γίνει κουραστικός και αυτό είναι το μεγάλο μυστικό της επιτυχίας του.

Ο ερώμενος/η, πάντα θα ήθελε λίγο ακόμα. Πάντα έμενε με την ανάγκη του στο σώμα και κυριότερα στην ψυχή. Λέω κυριότερα, γιατί όταν η ψυχή δεν ηρεμήσει, όταν δεν καταλαγιάσει, δεν αφήνει τις σκέψεις της. Όταν δεν κορεστεί το ένστικτο, δεν παύει να ζητά. Κάποτε ρηχά, στην επιφάνεια, μπορεί το μυαλό να ξεχνάει, στο βάθος του όμως ποτέ.

Αν η ψυχή δεν αποζητούσε το κρίσιμο χρονικό διάστημα τόσο, το σώμα δεν θα έφτανε ποτέ σε εκείνο το σημείο απογείωσης. Σε ετούτη την επιτακτική ανάγκη παράστασης στο χνώτο του μοναδικού. Στο σημείο αυτό, το μη δεδομένο, το απερχόμενο, ισχυροποιείται έναντι του όποιου προβλέψιμου.

Ποιο είναι το προβλέψιμο; Βάλτε με τον νου σας.

Δεν φταίμε εμείς ως άνθρωποι, η φυσιολογία μας κάνει τον καθένα αυτό που είναι. Οι νόμοι μπορούν ελεύθερα να καταδικάζουν. Μπορούν να το κάνουν σε όποια γλώσσα νομίζουν, το ζωντανό ένστικτο όμως αδιαφορεί, διότι δεν γνωρίζει το είδος έκφρασης κανενός νόμου… (το τι είναι πρέπον και τι όχι, είναι μια άλλη ιστορία κάποιου άλλου άρθρου)

Ασφαλώς και οι νόμοι επιτάσσουν. Ασφαλέστατα και οι κοινωνίες καταδικάζουν. Οι γυναίκες και οι άντρες της σειράς, πρώτοι. Οι νομιμόφρονες. Οι ιερείς από άμβωνος επίσης, ιδιοτελώς όμως θα τολμήσω καθόσον ωρύονται προφυλάσσοντας τα κεκτημένα τους. «Κι εμείς που υποφέραμε -ως λεύτεροι ή παντρεμένοι, αδιάφορο- και δεν ενδώσαμε σε πειρασμούς δεν είμαστε άνθρωποι;» (Σχετικές απαντήσεις υπάρχουν ισχυρές, όμως και πάλι δεν είναι του παρόντος).

Δίχως ηθικούς φραγμούς τι θα γινόταν; Θα υπήρχαν θεσμοί, οικογένειες; Θα υφίστατο εν τέλει κράτος; Τι θα ήταν οι άνθρωποι; Ζώα; Τα ζώα μονάχα ακολουθούν τα ένστικτά τους.

Και άλλα πολλά. Φραγή στην επιθυμία λοιπόν όταν δεν συμβαδίζει με τους νόμους. Όταν δεν εγγυάται την ήπια εξακολούθηση της συνεργασίας των μελών των ομάδων.

Και πράγματι καταφάσκουν οι συντριπτικά πλειοψηφούντες, στις κοινωνικές συγκεντρώσεις. Κανείς δεν θέλει το άδικο ή το παράλογο. Μαζί τους κι εμείς.

 Έσω λογικός/η.

Το κορίτσι όμως λατρεύει τον τύπο με τη μηχανή που της ξεμαλλιάζει το είναι με 300+ χιλιόμετρα την ώρα. Επικίνδυνο ε; Σύμφωνοι, αλλά τι να κάνουμε; Σε ποια γλώσσα να διδάξουμε τη ψυχή τι να της αρέσει. 

Προσέξτε: Τι να της αρέσει, όχι τι να κάνει. Μεγάλη η διαφορά. Ως απόδειξη τούτου έρχεται η λογική που νουθετεί το υποκείμενο και πράττει με σώμα τα σωστά. τα πρέποντα. Ο νους όμως είναι άλλο πράγμα. Μπορεί το σώμα να έμεινε σπίτι, όμως εκείνος τρέχει καβάλα στον θόρυβο της μηχανής. Αν με εννοείτε...

«Αυτή θα πάρεις καλέ; Πες το μου να τρελαθώ...»
«Αυτή μ’ αρέσει»
«Αυτή κάθεται και φαίνεται το βρακί της… Έχει και τατουάζ...»

Μπορεί η μάνα να έχει δίκιο. Μπορεί η συγκεκριμένη κοπέλα να μην έχει την 'ηθική' που χρειάζεται -λέμε τώρα- ένα σπίτι (ασφαλώς όχι επειδή φοράει κοντές φούστες, αν είναι ποτέ δυνατόν...) όμως ο γιος έλκεται από την παράσταση τής δεδομένης γυναίκας στο πλάι του. Αρέσκεται με το ανέμελο κάθισμά της, με τον τρόπο που του προσφέρει τον εαυτό της, με τις ιδέες της. Τη θαυμάζει με τον δικό τρόπο που δεν μπορεί με κουβέντες και λογικές να εξηγηθεί.

Η επόμενη που παντρεύεται ο συγκεκριμένος γιος υπακούοντας, είναι μία καθ' όλα άξια κοπέλα, με δουλειά, με σπίτι, με εξοχικό, με γαλλικά, από πολύ καλή οικογένεια, με άριστη ηθική, που όμως τον αφήνει ερωτικά αδιάφορο.  Πού να μιλήσει και τι να πει; Πώς να μάθει το μυαλό του να του αρέσουν τα λογικά; Εκείνα που πρέπει με άλλα λόγια; Εκείνα που συμβαδίζουν με αξίες αλλιώτικες; Απλά δεν γίνεται και το βάρος κουβαλιέται ολόκληρη τη ζωή. (Τις περισσότερες φορές άδικα γιατί η απομυθοποίηση συνήθως δεν αργεί. Ο χρόνος γυρνά για όλους, όμως ο νοσταλγός κοιτά μονάχα τη λάμψη της αρχής. Ανθρώπινο και καθόλου περίεργο... Αλήτης ο έρωτας).

Εργασία, πατρίς, οικογένεια. Εκκλησιασμός. Τήρηση κανόνων. Λουκέτο στο αδιάντροπο ή το επικίνδυνο ‘θέλω’.

Σωστά όλα. Όμως πίσω από την κατάφαση, κρύβονται οι λεπτομέρειες που γεμίζουν τα ξενοδοχεία από το ξημέρωμα… Πριν τις εννιά που ξεκινάει η καθώς πρέπει εργασία πολλών στυλοβατών της κοινωνίας μας. 

Οι επικίνδυνες γκαζιές από τις μηχανές εξακολουθούν ακούγονται, οι ψυχές συνεχίζουν να συνταράσσονται. Η ζωή των λογικών θα παραμένει προβλέψιμη, δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, των άλλων ελκυστική, επικίνδυνη.

Το αποτέλεσμα είναι ένα: Όσο δυνατή φωνή και να έχουν οι κανόνες πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα πηδάνε τον φράχτη. Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που θα αρνούνται να γίνουν κοινότυποι: Φανέλα τα ζεστά απογεύματα, πυζάμα με παντόφλα τα κρύα. Τηλεόραση. Σεξ το Σάββατο, παγωτό στο παιδί την Κυριακή μετά τη εκκλησία και ίσως καμιά ταβερνούλα. Τη Δευτέρα δουλειά… Ζωή μετρημένη. Σίγουρη, θετική.

Το γκάζι της μηχανής ακούγεται: Ο τύπος με την κατραμένια τριών ημερών αξυρισιά και το τσιγάρο στο στόμα στέκει στη γωνιά. Η ώρα περνάει, η παντρεμένη γυναίκα στον δεύτερο όροφο ξέρει πως δεν θα την περιμένει για πολύ. 
Άφραγκος ξέρει πως είναι, όμως δεν τον έχει να νοιάζεται. Αυτό την τρελαίνει. Τον έχει δει να σπρώχνει την τελευταία του δεκάρα στο ποτό, σε εκείνη που δείχνει να γουστάρει.  Τα σπάει γελώντας για πάρτι της, δέρνεται, την παίρνει στη σέλα της μηχανής του στο πάρκινγκ του μπαρ. Δεν νοιάζεται για τις φωνές της, για το αύριο, τα έχει γραμμένα όλα. Της μιλάει για παράξενους τόπους, για έρωτες σε μέρη που δεν της είχαν περάσει από το μυαλό. Της τραβάει τα μαλλιά, της σκίζει τα ρούχα, της δαγκώνει το λαιμό στη μέση του δρόμου… Της κλέβει έναν μοναδικό οργασμό στα όρθια δυο στενά μακριά από το σπίτι της την ώρα που άντρας της περιμένει να του σερβίρει σάλτσα στα μακαρόνια και να του τρίψει τυρί. 
Όλα κι όλα. Της το είχε πει πριν τον παντρευτεί πως η  μάνα του τον είχε μάθει αλλιώς και κάτι τέτοια η οικογένειά του τα κρατάει. 
Οι παραδόσεις βλέπετε. Οι άγραφοι νόμοι…
Ο τύπος με τη μηχανή κάποτε χάνεται. Εκείνη δεν μαθαίνει ποτέ αν ζει,  αν σκοτώθηκε ή αν τα σπάει για άλλη τώρα.

Σιγά μην σβήσουν οι μνήμες από το μυαλό της όσα χρόνια και να περάσουν. Ποιος δεν θα 'θελε να ζήσει τον μεγάλο έρωτα; Νόμιμα ή παράνομα η ζωή το κανονίζει. (μονάχα κάποιος δειλός θα έλεγε όχι, μα αυτή η ζωή δεν είναι για τους δειλούς. Για εκείνους που φοβούνται υπάρχει η άλλη, η συνετή. Δουλειά σπίτι και σεξ σε στάσεις το πολύ δύο. (θα μου πείτε πως ίσως θα αρνιόταν και κάποιος τίμιος/α και θα συμφωνούσα με τρόπο απόλυτο, αν γνώριζα πως δεν είχε φαντασιωθεί καμιά άλλη έξω από την γυναίκα του όλα τα χρόνια του γάμου του, άλλως θα επιμένω να τον λέω δειλό και υποκριτή από τους χειρότερους του είδους. Από κείνους που κατακρίνουν επειδή είναι ανίκανοι να πράξουν. Σκληρά τα λόγια, το καταλαβαίνω, αλλά είναι αληθινά.)

Στην πυρά λοιπόν η γυναίκα του παραδείγματος κι όλο της το σόι. Υπέρμαχοι της πρακτικής, εισαγγελείς, το έθνος όλο κι εμείς μαζί. Η ηθική πριν απ' όλα.

Μαζί με εμάς κι όλοι οι υπόλοιποι οι φοβισμένοι που τρέμουν μην πάρουν αέρα από την αθώωση τα μυαλά του άντρα ή της γυναίκας τους. Του παιδιού τους μπορεί. (κάποτε θα μιλήσουμε για την δημιουργία της επιθυμίας-ανάγκης, αποδίδοντας τα του Καίσαρος) Τέλος πάντων...

Οι δυνατοί έρωτες πάντα καραδοκούσαν και πάντα θα εξακολουθούν να το κάνουν. Η μοίρα τους είναι να χάνονται. 

Ο χαμός τους σωσίβιο δόξας στις ιστορίες μας.