Μυθιστόρημα.



   Ο άντρας μου, η φίλη του κι εγώ.



              
                            * Έργο νομίμως κατωχυρωθέν
(Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλου του έργου)
                                

      Σημείωμα του συγγραφέα:

  •       Το παρόν μυθιστόρημα ξεκίνησε να γράφεται στις (23/8/2013). Δεν υπήρχε κανένα σχέδιο και κανένας προορισμός. Δεν μου ήταν γνωστό αν θα το εξέλισσα σε κάποιο με χιούμορ ή σε κάποιο κάπως δραματικό. Δημιουργήθηκε τις μέρες εκείνες με τέτοιο τρόπο ώστε θα έχει την δυνατότητα να μεταμορφώνεται ανάλογα με τις απαιτήσεις των αναγνωστών. Θεωρείται βεβαίως αυτονόητο πως αυτό έγινε με σεβασμό στους χαρακτήρες των ηρώων, άλλως το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το αναμενόμενο. 
  •         Λόγω της ιδιομορφίας των αναρτήσεων του παρόντος sait θα πρέπει να γνωρίζετε πως κάθε νέα συνέχεια θα βρίσκεται στο τέλος τής προηγούμενης και θα ενημερώνεστε με τον αριθμό της στον τίτλο του έργου.
  •        Το παρόν έργο δημοσιεύεται και στο blog όπου και αρθρογραφώ ( EN-GR.com ) μόνο που οι αναρτήσεις εδώ προηγούνται.          
  •        Τέλος θα πρέπει να ζητήσω την επιείκειά σας για τυχόν λάθη δακτυλογράφησης διότι το έργο αναρτήθηκε χωρίς δεύτερη ανάγνωση καθώς μία κανονική διόρθωση θα καθυστερούσε την δημοσίευσή του για αρετές μέρες. Σκοπός μου άλλωστε δεν ήταν η τελειότητα της εμφάνισης του κειμένου όσο η αρτιότητα των νοημάτων  η καταληπτικότητά τους και η διασκέδαση η δική σας.
          Καλή ανάγνωση...


                                         Μία Τετάρτη κάπου στο σήμερα…

1.
Θα μπορούσα να μην είχα ανοίξει ποτέ την πόρτα της διευθύντριας, δεν είχα άλλωστε και δικαίωμα να το κάνω στις έξι και τέταρτο το απόγευμα, την ώρα που όλοι οι συνάδελφοι είχαν φύγει από την εταιρεία και η τεράστια αίθουσα που στέγαζε τα γραφεία όπου και εργαζόμουν ήταν τόσο κενή όσο το στομάχι μου το δεδομένο λεπτό και σαν και το μυαλό μου σκοτεινή, που με ρωτούσε ύπουλα αν ήθελα να με κεράσει λίγο κατάθλιψη από εκείνες τις βαριές... 
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σας πω, πως παρ’ όλο που είμαι από την φύση μου αισιόδοξο άτομο τα πόδια μου έτρεμαν λίγο και καθώς και η κύστη μου με ενοχλούσε, μου είχαν φύγει  μερικές σταγόνες κάτουρου στο βρακί μου απάνω. Διάολε...
Αυτή την στιγμή που κάθομαι στα τελευταία μαρμάρινα σκαλιά του πρώτου ορόφου, που παραμένουν γαριασμένα παρ’ όλες τις προσπάθειες της κυρίας Ευανθίας της καθαρίστριας, ρωτάω εκ νέου τον εαυτό μου -που επιμένει να μου προσφέρει την πραγματικά εντυπωσιακή προοπτική μιας εξαίσιας καταθλιπτικής συνέχειας της ζωής μου- αν στηρίζει την πεποίθησή του αυτή στο ότι μόλις είχα χάσει την δουλειά μου μαζί με την καλύτερή μου φίλη. Ήμουν βλέπετε υπάλληλός και υφιστάμενη της σε αυτή την εταιρία. Logic experience s.a. 
Θα μου πείτε εσείς βεβαίως και με την σειρά σας αλλά και με το δίκιο σας, πως οι φιλίες με τις φίλες είναι σχεδόν ισόβιες. Απλά θερμαίνονται και ψυχραίνουν λες και ακολουθούν τις εποχές του χρόνου... Αυτό όμως το ευγενές επιχείρημά σας ξέρω πως είναι γενικώς μία σαχλή ψευδαίσθηση, γιατί ο χρόνος ποτέ δεν παίρνει καβάλα τον άντρα σου, αλλά ούτε και έχει συναίσθηση σαν και εμάς τους ανθρώπους. Η φίλη μου η Όλια τον πήρε. Καβάλα. Τον άντρα μου. Τον πήρε και τον ταξίδεψε – όπως είδα από το θολό τζάμι της πόρτας- από την όμορφη καρέκλα του γραφείου της που είχε το χρώμα της καρυδιάς, μέχρι τον βολικό έως βολικότατο δερμάτινο καναπέ της που είχε στο μέσον του γραφείου της για άλλες δουλείες. Για το αναπαυτικό κάθισμα των πελατών της εταιρείας ας πούμε για παράδειγμα. Να όμως που η πάστα αυτού του δερμάτινου καναπέ, άλλαζε ανάλογα με τα γούστα της διευθύνουσας και τα τελευταία λεπτά τον χρησιμοποιούσε σαν κρεβάτι για να ξεκουράζει την πλάτη της. Ο τριθέσιος αυτός καναπές λοιπόν που είχε το χρώμα της καστανόχρωμης λάσπης ή εκείνο των συνηθισμένων σκατών και ταίριαζε απόλυτα με τον περιβάλλοντα χώρο, είχε μετακινηθεί από την ορμή του επιβήτορα άντρα μου -που εγώ προσωπικά σας ομολογώ πως δεν γνώριζα πως κατείχε-, τουλάχιστον μισό μέτρο προς τα πίσω. 
Εδώ, στο σημείο αυτό, θα πρέπει να ομολογήσω πως όταν τους είδα μπλεγμένους, αφού πήρα το θάρρος και έσπρωξα την ενδιάμεση πόρτα, η πρώτη λεπτομέρεια που πρόσεξα πάνω τους ήταν το στρωτό ποδάρι της Όλιας. Λύσσαξα. Και το έκανα αυτό, γιατί το σύνολο που παρουσίαζε η ερωμένη του ανδρός μου και πλέον τέως φίλη μου, ήταν άψογο. Τα του αντρός μου τα αφήνουμε για αργότερα. Προέχουν οι ανασφάλειές μου. 
Μέσα στα μούτρα της και κάτω από τα εκείνα τα υπέροχα πράσινα μάτια της που τα κρατούσε ολάνοιχτα έφεγγε η πανάκριβη νίκη της. Άφηνε το βλέμμα της να εκπέμπει σαν φάρος εκείνο το είδος της προκλητικής περιφρόνησης για την οποία μου είχε μιλήσει άπειρες φορές στο παρελθόν, τονίζοντάς μου τότε που έπινα ευτυχισμένη καφέ μαζί της λόγω της βλακώδους μου άγνοιας, πως αυτό από μόνο του συνεπαίρνει ένα άντρα. Προσπάθησα πολλές φορές να το καταφέρω αλλά ματαίως. Περισσότερο σαν ηλίθια έδειχνα παρά σαν οτιδήποτε άλλο. Αυτό το παιχνίδισμα ή το έχεις ή το αφήνεις. Δεν βαριέστε. Αυτός ήταν ο λόγος που ο άντρας μου με πρόδωσε; Μπα ποτέ δεν είναι ένας και μόνον λόγος. Ποτέ. Πάντοτε συντρέχουν πολλοί περισσότεροι, μόνο που σαν χαζές τους αγνοούμε…
Στεκόμουν ακίνητη για περισσότερο από ένα λεπτό όρθια, μασώντας τις σάρκες μου. Μέχρι που σκέφθηκα να βγάλω και τα τακούνια μου να νοιώσω περισσότερο άνετη.  Δεν γινόταν δα και η συντέλεια του κόσμου. Ο άντρας μου γαμιόταν! Σιγά το πράγμα. Κοιτούσα αποσβολωμένη το κάθετα ορθωμένο καλογραμμωμένο ποδάρι της που το δούλευε ανελλιπώς σε γυμναστήριο για κάποιες τέτοιες στιγμές. Φαντάζομαι. Η δαντελένια καλτσοδέτα, της μαύρης κάλτσας της ήταν εκνευριστικά όμορφη και έκανε μία εξ’ ίσου όμορφη αντίθεση με τον ανοιχτόχρωμο τοίχο που βρισκόταν μερικά μέτρα πίσω τους. Το αριστερό της στήθος κουνιόταν χαλαρό –όλα να τα λέμε-  στον ρυθμό που όριζε ο Βύρων ο  άντρας μου και η καστανή της ρόγα πρόβαλε απλωτή αναγκαστικά την όψη της από το πολύ πέρα-δώθε. Οι φωνές της Όλιας ξεπετάγονταν κοριτσίστικες, κελαριστές ολόδροσες κοφτές σαν τον ήχο του καθάριου νάματος που ξεπηδά σε κάποια βουνοκορφή της Πίνδου ή της Γκιόνας, -δεν είναι ώρα τώρα να τα χαλάσουμε στα βουνά-. Υποκρινόταν την αθώα η πουτάνα.  Για τον Θεό Όλια, δεν είσαι το κοριτσάκι που της κλέβουν την παρθενιά. Μην μου κάνεις την παιδούλα σαράντα χρονών γυναίκα. Με τρελαίνεις. Μας κάνεις και την έκπληκτη. Δεν σε κέρδισε ο Βύρων εσύ τον παλούκωσες… 
Μου έκανε ειλικρινά εντύπωση που δεν ήθελα να εστιάσω στο σώμα του άντρα μου. Δεν ήθελα να πιστέψω ίσως, πως εκείνος, ο δικός μου ο άνθρωπος, που στεκόταν με τα βρακιά στα γόνατα, αγκομαχούσε και γκρέμιζε την ζωή μας. Τα δόντια του έλαμπαν γυμνωμένα από την προσπάθεια σαν να τον τάιζα φώσφορο σε όλη του την ζωή. Έτσι εξηγείται η μανία του για λεύκανση από το πουθενά.
«Λέω να τα λευκάνω Μύριαμ»
«Γιατί;»
«Γιατί είναι κίτρινα γι’ αυτό»
«Να λευκάνεις τα σώβρακά σου καλύτερα που είναι περισσότερο κίτρινα και βρομάνε περισσότερο» Εντάξει αστεία του το είπα, αλλά μέσα από το αστείο έβγαινε και μία σοβαρότητα κιτρινιάς και άλλη μία βρόμας. Μετά από δεκαπέντε χρόνια γάμου τα δικαιούμαστε σαν ζευγάρι και τα αστεία μας και τα σοβαρά μας. Τα βρακιά του βρομάγαν, αλλά εμένα δεν με πείραζε γιατί τον είχα συνηθίσει. Και τον αγαπούσα και η αγάπη την αντέχει την βρόμα και την λίγη και την περισσότερη. 
Τα λεύκανε τα δόντια του και τώρα στο πονηρό μισοσκόταδο μου φαινόταν σαν βότσαλα στην άμμο μια νύχτα με φεγγάρι. Πρόλαβα να τα δω όλα αυτά πριν μιλήσω, πριν φύγω και πριν ακούσω από τον έντρομο άντρα μου εκείνο που έμοιαζε με το πλέον γνωστό ανέκδοτο της οικουμένης. 
 «Μύριαμ στάσου. Δεν είναι αυτό που νομίζεις!»
Κοιτάζω δικαιολογημένα γύρω μου να δω αν κερνάει κανείς οργή. 
Κανείς. Ωραία. Διατηρώ την ψυχραιμία μου και είμαι πολύ άξια για αυτό διότι δεν ήταν μονάχα η απάτη, αλλά ερχόταν και το δούλεμα για να κάνει την συνταγή να δέσει.
Η Όλια κατεβάζει τα πόδια της. Το πόδι της δηλαδή. Το ένα, τής είχε σηκώσει το κτήνος προφανώς για να την νοιώθει σφιχτότερη ή γιατί έτσι την βολευόταν καλύτερα κάνοντας μία μικρή διαφορά που στα ματαιόδοξα μάτια του μπορεί να φάνταζε πως εκείνη θα το εξελάμβανε ίσως ως κόλπο ή περίσσια πείρα. Τρομάρα του. Όταν γυμνώσουν οι ευγένειες τις λεπίδες τους πολλά λέγονται και άλλα τόσα γίνονται. Ας έχουμε υπομονή όμως.
«Τι φαντάζεσαι πως μπορεί να νομίζω Βίκτωρα που δεν είναι αυτό που βλέπω;» τον ρώτησα ακουμπισμένη στο κάσωμα της πόρτας με τα χέρια σταυρωμένα, τα μάτια ανοιχτά και ένα σάπιο χαμόγελο να κρεμάει την δόξα του μισερή από το στόμα μου. 
Η Όλια έχωνε στήθος της μέσα από το πλάι του ντεκολτέ της βιαστικά. Το στραβοβολεμένο σουτιέν της όμως ήθελε τον χρόνο εκείνο που η αγωνιώδης στιγμή δεν της διέθετε, με αποτέλεσα η κύρια μάζα του στήθους της να παραμείνει έξω από σουτιέν της δημιουργώντας μία μικρή αισθητική παραφωνία. Ανασηκώθηκε όπως-όπως. Ελαφρώς ξεμαλλιασμένη, στρωνόταν με τον ίδιο πιεστικό τρόπο που θα το έκανε αν κτυπούσε το κουδούνι του σπιτιού της μέσα στα άγρια μεσάνυχτα.
«Μύριαμ.»
Μόνο που δεν έσκασα στα ψεύτικα γέλια. Το πουλί του άντρα μου σε πλήρη στύση ακόμη στεκόταν μεγαλοπρεπές και κουνιόταν σαν εκκρεμές δεξιά και αριστερά, όπως ο μικρός μου αδελφός ο Ορέστης που είχε στόμα νεροχύτη και ξερνούσε όλες μου τις παλιοδουλειές κάθε Κυριακή μεσημέρι στο τραπέζι επάνω πριν το γλυκό.
«Ξέρω Όλια» πετάχτηκα διακόπτοντάς την «σκόνταψε και έπεσε επάνω σου την ίδια ώρα που ξεκουμπωνόταν το παντελόνι του και τραβιόταν το μικρό ασορτί δαντελένιο βρακάκι σου στο πλάι και πετιόταν εμβρόντητο το αριστερό σου στήθος έξω…»
«Μύριαμ να σου πω…»
«Ξέρω Όλια, ξέρω. Δεν σου μπήκε πολύ βαθιά. Έτσι δεν είναι;»
Ο άντρας μου προσπάθησε να με πλησιάσει. Άπλωσα τα χέρια μου προειδοποιώντας τον να μην το κάνει όχι γιατί η πιθανότητα να με λερώσει με τα υπολείμματα των υγρών της πράξης τους ήταν άμεση και πασιφανής, αλλά γιατί εκείνη την στιγμή τον είδα σαν ένα ξένο που βρισκόταν μια πολύ προσωπική στιγμή που εγώ δεν μπορούσα να χωρέσω στο κάδρο της.
Έφυγα περπατώντας στο διάδρομο που περνούσε μέσα από τα δεκάδες γραφεία των δεκάδων ατόμων και των χιλιάδων ιδεών. Μόνη με τα χείλια σφιγμένα και το μυαλό να επιμένει. 
Μύριαμ δεν είσαι η μόνη. Δεν είσαι η μόνη κούκλα μου. Όπου και να στρέψεις τα μούτρα σου βλέπεις απάτη. Παντού γύρω σου κι αν κάποια δεν βλέπει θα δει αργότερα είναι σίγουρο. 
Στις σκάλες το μυαλό δεν κρατήθηκε: 
«Ωωω, μα ελάτε λίγη κατάθλιψη να σας δώσω; Η ζωή την κερνάει. Η δική σας ζωή.»
«Αργότερα κρατιέμαι ακόμα»
Η απάντησή μου δεν πατούσε γερά. Προηγούταν το κλάμα. 
Το ήξερα. Πάει ο άντρας μου, πάει η δουλειά μου, πάει και η υπόλοιπη ζωή μου. Και ακόμα είναι νωρίς. Το τραύμα είναι νωπό. Έχουν να ακολουθήσουν πολλά ακόμα το δυστύχημα. Νοσοκομεία, επιδέσεις, ακτινογραφίες, παρηγόριες, τσακωμοί, κατινιές…
Ας συστηθούμε όμως ώστε να συνεννοούμεθα καλύτερα. Ονομάζομαι Μύριαμ και είμαι σαράντα χρονών γυναίκα, μα αν τα υπολογίσω σωστά μπορεί και να τα βγάλω σαράντα δύο. Μικρό το κακό. Καμιά μας δεν μεγαλώνει ούτε μικραίνει με δύο χρονάκια. Το κέρδος είναι μονάχα ψυχολογικό στο μυαλό που λένε, η κυτταρίτιδα όμως είναι στα πόδια μου πραγματική αλλά σε καμία περίπτωση στα όρια εκείνα που θα έκανε τον συναγερμό της αυτοεκτίμησής μου να ηχήσει. Τρώγομαι κορίτσια και όταν μια γυναίκα στα σαράντα της τρώγεται οφείλει να είναι καλά από πολλές απόψεις. Παιδιά με τον Βύρωνα δεν μας έτυχαν…                                                                                                                                      
2.

Παιδιά με τον Βύρωνα δεν μας έτυχαν, μα κανείς από τους δυό μας δεν νοιάστηκε να βρει την αιτία. Ο λόγος ήταν πως και οι δυό μας φοβόμασταν ο καθένας από την μεριά του, για το μερίδιο της ευθύνης που θα αναγκαζόταν να επωμισθεί.  Πάντως σε αυτό το σημείο χρωστάω μία χάρη στον άντρα μου για το παρήγορο βλέμμα του τις παλιές μέρες που ο πελαργός αρνιόταν το χαρούμενο πέρασμά  του από το σπίτι μας.
Με τον Βύρωνα πήρα πακέτο για ένα διάστημα και την μάνα του την Αρχοντία από το Μεσολόγγι που με μεγάλη κούραση τον μεγάλωσε –όπως μου θύμιζε κάθε φορά που συναντιόμασταν- και αναστέναζε χαμογελώντας. Μεταξύ μας δεν ξέρω καμία μάνα αγοριού που να μεγάλωσε εύκολα τον γιό της ώστε να έχει την δύναμη να τον κάνει πάσα με άνεση σε εμάς, τις γυναίκες του σωρού…
«Δες τον μωρέ, ξέρεις τι τράβηξα να τον μεγαλώσω; Μονάχη μου ε..;»
Μέλια έτρεχε το στόμα της όταν τον κοιτούσε να περνά ιδρωμένος από μπροστά της και αυτό κορίτσια συνέβαινε όποτε έψηνε στην βεράντα κανένα μπιφτέκι το καλοκαίρι. «Μην μου κουράζεσαι αγόρι μου. Ο κουρασμένος άντρας χάνει…» Όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου που την φιλοξενούσαμε και ο Βύρων διάβαζε την εφημερίδα του ξαπλαρωμένος στον καναπέ ενώ εγώ έτρεχα σαν παλαβή να προλάβω το βραδινό της μάνας του που ήθελε κανένα μεζεδάκι γιατί πλασαριζόταν στον ντουνιά για μερακλού, την άκουγα από το βάθος να του λέει και πάλι να μην κουράζεται αλλά αυτή την φορά γενικότερα για τον ίδιο όμως -και πάλι- λόγο που επέμενε πως ο κουρασμένος άντρας εξακολουθεί να χάνει... Αυτομάτως το μυαλό μου πήγαινε κάθε φορά που την άκουγα να αφήνει την πρότασή της στην μέση ‘’την γυναίκα του’’. Ο κουρασμένος άντρας χάνει την γυναίκα του γιατί δεν μπορεί να την κανονίσει! Για τόσο ρηχές μας είχε όλες μας ή έτσι νόμιζε μονάχα εμένα; Μάλλον εμένα συμπέρανα πως εννοούσε η Αρχοντία η μάνα του με τον βαρύ τον κώλο και τα βυζιά που ήταν σαν τρίκιλοι κουβάδες από εκείνους τους πλαστικούς που γεμίζουν με νερά και χλωρίνη οι νοικοκυρές γιατί τις άλλες τις έβλεπε και τις καμάρωνε όποτε της συστήνανε καμία σε κανένα πανηγύρι του τόπου τους.
«Βύρων, καλή κοπέλα θα ήταν κι η Φρόσω. Για δες την λιγάκι…» του τραβούσε και το χέρι κιόλας να την προλάβει να την δει.
Η Φρόσω λοιπόν, ήταν μια στραβοκάνα από τα μέρη τους και είχε μια μύτη που καμάκωνε το μπιφτέκι από την σχάρα, πριν καταφέρει να χρειαστεί να φτάσει στο δόλιο το πιάτο, αλλά αυτό δεν έπαιζε κανένα ρόλο γιατί η Φρόσω βρόμαγε εκτός από ψαρίλα και λεφτά.
«Πάψε ρε μάνα. Η Φρόσω είναι σαν τα σκατά τα ίδια και ζέχνει αυγοτάραχο. Άντε παράτα μας τώρα. Στην υγειά μας ρε μάγκες...» μίλησε στους διπλανούς μας που δεν είχαν πάρει χαμπάρι τα διαμειβόμενα.
Η Αρχοντία επέμενε.
«Η ψαρίλα με το τρίψιμο φεύγει Βύρων, τα λεφτά όχι. Ξέρεις πόσο έχει το αυγοτάραχο στην αγορά;»
Τι τα θυμάμαι; Περασμένα ξεχασμένα.
Μια μέρα όμως που έκανε συνεχώς τις γνωστές νύξεις της για την κόπωση του Βύρωνα της το πέταξα. Δεν άντεξα. «Αν θα παρατήσω τον γιό σου Αρχόντω δεν θα είναι επειδή είναι κουρασμένος και δεν μπορεί να με πηδήξει αλλά επειδή κλάνει συνεχώς όπου κι αν βρίσκεται μέσα στο σπίτι χωρίς να σέβεται τίποτα και κανέναν. Και καμαρώνει κιόλας! Βρόντηξα το πιρούνι μου μέσα στο πιάτο και σηκώθηκα τσαντισμένη.
Κοντέψαμε να την χάσουμε. Τι κουβέντες ήταν αυτές! Τι γυναίκα πήγε και πήρε ο γιός της. Παναγία της σχώρεσέ την πάνω που πνίγηκε η καημένη γιατί την ώρα που κατάπινε ολόκληρο τον θηριώδη μπιφτεκοκεφτέ -που ήταν μμμμ μούρλια γιατί τον είχε ψήσει ο γιόκας της- ακούστηκε αυτή η κουβέντα από το στόμα μου. Αλλά βέβαια τι θα μπορούσε να περιμένει…
Επέστρεψα τρομαγμένη από τον απαίσιο βήχα της. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο και τα μάτια της δακρυσμένα. Τα βυζιά της επάνω στο τραπέζι σπρώχνανε το πιάτο λίγο παραπέρα. Μπορεί και περισσότερο ‘’παραπέρα’’.
«Ελάτε μητέρα αστειεύθηκα. Εγώ δεν έχω μάτια για άλλον και εδώ που τα λέμε ο Βύρων… τέλειος!  Ε… Βύρων; Μίλα Βύρωνα… Σε όλα του! Αυτό θα είναι το δεύτερο κρεβάτι που θα αλλάξουμε… Ο γιός σας μητέρα… ακράτητος!»
Η Αρχοντία πήρε ανάσα. Την πήρε, αλλά φλογισμένη διότι το μπούκοβο είχε παραπέσει στο κιμά. Κατέβασε και μισή κανάτα με νερό με ένα μικρό παγάκι χωρίς να το καταλάβει. Χαλάλι της. Προς στιγμή είχαμε τρομάξει και εγώ και ο Βύρων. Η Αρχοντία ρεύτηκε και κατόπιν φύσηξε την μύτη της. Σε καλό της. Το μούτρο της ήτανε ακόμη κόκκινο. Ο κίνδυνος όμως είχε περάσει.
Κατακαθίσαμε και πήραμε ανάσες. Ίσαμ’ εδώ.
«Ο γιός μου δεν κλάνει.»
Ειλικρινά μου ήρθε να της ρίξω ένα φάσκελο από εκείνα τα βασιλικά, που ρίχνει ο Βύρων όταν του κάνει κάποιος τον έξυπνο στο τιμόνι, μα συγκρατήθηκα. Μπορεί να έκανα λάθος μητέρα και το λάθος μου αυτό να κρατάει από την δεύτερη μέρα του γάμου μας από τότε που μου παραπονέθηκε πως τον ενοχλεί η κοιλιά του. Μπορεί να κάνω λάθος. Μπορεί… Δεν της τα είπα όμως γιατί δεν θέλησα να εξωθήσω την κατάσταση.
Δέκα επτά χρόνια γάμου!
Η Αρχοντία σήμερα ζει, αλλά της έχουν πέσει τα ‘’δόντια’’ και εμένα η αντιπάθεια που έτεινε να γίνει μίσος απέναντί της μου πέρασε και αιτία στάθηκε ένα και μόνο της βλέμμα τότε που είχε αρρωστήσει από την καρδιά της και την είχαμε τρέξει στην Σωτηρία. Η μάνα του Βύρωνα πίστεψε πως αυτό θα ήταν και τέλος! Ο τρόμος του θανάτου στα μάτια της την έκανε ένα πλάσμα μικρό συρρικνωμένο και ανήμπορο που άπλωνε τα χέρια του με απόγνωση γύρω της να σωθεί.
«Τελείωσα κόρη μου;»
Δεν ήταν η κουβέντα της. Δεν ήταν το ‘’κόρη μου’’ που το άκουγα για πρώτη φορά από τα χείλια της, αλλά η ματιά της και το σφίξιμο του χεριού της στο δικό μου. Η πασιφανής ανάγκη της για μέλλον. Το αναπόφευκτο φίλιωμα προς όλους είχε επέλθει και η αντίληψη της ματαιότητας της κάθε εναντίωσης με το κάθε τι, βρισκόταν παρόν με τον πλέον ανθρώπινο τρόπο.
Καμία γυναίκα δεν δικαιούται ακόμη και την ελάχιστη μνήμη την δεδομένη στιγμή. Και κανένας άνθρωπος δηλαδή. Η κάθε μια μας, υποχρεώνεται στον ρόλο της Παναγίας, γιατί σαν γυναίκες που είμαστε, είμαστε και οι μόνες που ξέρουμε τόσο καλά και από γέννηση, αλλά και από θάνατο.
Ο Βύρων ήταν στο πλάι μου μα η Αρχοντία εμένα κοιτούσε, εμένα παρακαλούσε, εμένα ήθελε και εμένα πίστευε, γιατί στο βάθος της ήξερε πως ο γιός της ήταν καλός στο να ψήνει μπιφτέκια στο μπαλκόνι τις Κυριακές και να την πηγαινοφέρνει γρήγορα Μεσολόγγι-Αθήνα. Στις στιγμές τις ουσιώδεις υστερούσε, ίσως όπως κι ο κάθε άντρας κι ο κάθε γιός. Ο Βύρων ρώταγε μόνο ‘’πόσα’’ τους γιατρούς, πλήρωνε και στεκόταν ακουμπισμένος στον βεραμάν τοίχο του θαλάμου διερευνώντας με τα μάτια του τα δικά μου προσπαθώντας να εκμαιεύσει ελπίδες. Την αγαπούσε την μάνα του. Από εκείνη την στιγμή αγαπούσα και εγώ τον άνθρωπο.
Να ξέρετε κορίτσια πως ακόμα και ο ισχυρότερος άνθρωπος όταν κουτσουρέψει ο χρόνος την δύναμή του γίνεται τόσο διάφανος και τόσο προβλέψιμος όσο και ένα παιδί. Την λυπήθηκα την Αρχόντω. Την λυπήθηκα και την συχώρεσα γιατί κατάλαβα πως και η ίδια με αποδεχόταν με τον δικό της τρόπο. Είχαν περάσει χρόνια μέχρι να αντιληφθούμε πως και οι δυό είμαστε από ίδια πλευρά του ποταμού, αλλά στο τέλος το καταφέραμε. Η περηφάνια καμιά φορά, ο εγωισμός, μας κάνει να διεκδικούμε όλα εκείνα που δεν δικαιούμαστε και να φαντάζουμε στα μάτια των άλλων κακές, ενώ στην ουσία δεν είμαστε τέτοιες. Φοβισμένες είμαστε πιότερο, παρά δύστροπες και ο φόβος μαζί με την τυφλότητα αλλάζει την όψη των περισσότερων πραγμάτων, τα κάνει ανοίκεια και μισητά…
Σας κούρασα όμως. Ας έρθουμε στο σήμερα και ας αφήσουμε τις αναπολήσεις που έτσι και αλλιώς θα γίνουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ξέρετε κανέναν που να έχει καταφέρει να ξεφύγει από το παρελθόν; Το παρελθόν φίλες μου είναι εχθρός, καραδοκεί κρυμμένος σε κάθε γωνία και χρεώνει, επιτιμά ή μας πονάει με τις αναμνήσεις του. Καλό δεν χρωστάει σε καμιά μας. Σε καμιά μας δυστυχώς.
Λοιπόν. Ο κώλος μου ο οποίος δεν είναι και ιδιαιτέρως παχύς, κατάφερε να ζεστάνει το γαριασμένο μάρμαρο που δεν κατάφερε να ξεγαριάσει η καθαρίστρια. Θέλω να δείτε με συμπάθεια την κάθε μου ανόητη σκέψη, την κάθε μου χαζή υπεκφυγή, γιατί θέλω τον χρόνο μου ώστε να πλησιάσω τις σοβαρές πιθανότητες με ασφάλεια. Πώς να κοιτάξεις κατάματα την μορφή του άντρα σου που ‘’προσπαθούσε’’ στο σώμα της καλύτερής σου φίλης; Πώς να το κάνεις πριν από μερικά ποτά, πριν από μερικές φωνές ή πριν βαρέσεις το κεφάλι σου στον τοίχο; Πώς;
Το ότι κρατιέμαι και δεν κλαίω δεν σημαίνει ότι δεν θα το κάνω μια από τις επόμενες ώρες. Το ότι κρατιέμαι ακόμα ‘’ορθή’’ δεν σημαίνει ότι δεν θα πέσω στο σπίτι κατάχαμα. Μα θέλω όταν θα το κάνω, να το κάνω με όλη την δύναμη της ψυχής μου. Χωρίς ντροπές και προπαντός χωρίς αξιοπρέπεια. Θα το κάνω για μένα και μόνο για μένα. Για την Μύριαμ που πίστεψε και προδόθηκε. Για την Μύριαμ που λυπάται τώρα την Αρχόντω την πεθερά της, την καθαρίστρια που δεν μπορεί να καθαρίσει τα μάρμαρα, το λευκό ντουβάρι που ακουμπάει τον ώμο της πάνω και θέλει σίγουρα ένα καλό βάψιμο και για όλες τις αταίριαστες μαλακίες που περνάνε από το μυαλό της τώρα για να μην προλάβει και λυπηθεί την χαμένη της ζωή και ξεσπάσει στις σκάλες επάνω τα αναφιλητά της.
Στο διάολο Βύρωνα. Στο διάολο.
Δεν έχει νόημα να περιμένω. Σηκώνομαι. Αλήθεια αυτό έκανα; Περίμενα τον Βύρωνα να τρέξει ξωπίσω μου; Δεν μπορώ να το πιστέψω οτι κατάφερα εγώ που διαλαλούσα το ορθό και το πρέπον σε όλη μου την ζωή, πως έπεσα στην παγίδα των λεγομένων μου. Τελικά όλες οι συμβουλές βρίσκουν έδαφος μέσα μας όταν κατευθύνονται από εμάς προς τους ξένους. Όλες οι νουθεσίες ανήκουν σε εκείνους τους παρατημένους που κρέμονται από επάνω μας αδύναμοι εκλιπαρώντας δάκτυλο που να τους δείχνει πορεία. Σε αυτούς λοιπόν τους τελειωμένους ανθρώπους μπορούμε να κάνουμε τους δυνατούς. Σε αυτές τις ανήμπορες ψυχές μπορούμε να δείχνουμε τις ηγετικές μας δυνάμεις και να εκμαιεύουμε την πολύτιμη ευγνωμοσύνη τους, θρέφοντας την ηλίθια ματαιοδοξία μας, πως για κάποιον είμαστε κάτι.
Τίποτα δεν είμαστε αν δεν μπορούμε να σηκώσουμε πρώτα τον εαυτό μας! Τίποτα. Τ’ ακούς Μύριαμ; Είσαι η ωραιότερη πουτάνα των δημοσίων σχέσεων,  η πρόστυχη κάτοχος μιας δύναμης που δεν σου ανήκει. Η προδότρα της ίδιας σου της ζωής. Αν δεν καταφέρεις να στήσεις ορθό το τομάρι σου θα είσαι πανάξια της μοίρα σου. Θυμήσου τα δωρεάν μαθήματα αντιμετώπισης παρόμοιων καταστάσεων που έδινες στην κοπελίτσα του απέναντι γραφείου, ντυμένη στην απόλυτη σιγουριά της ζωής σου. Καμάρωνες τις γνώσεις τότε. Τις καμάρωνες μην το αρνείσαι. Ναι Μύριαμ, για θυμήσου τι χρώμα είχαν τα δάκρυά της μικρής τότε που την παράτησε ο φιλαράκος της; Τα θυμάσαι; Θυμάσαι τις κρίσεις και τις επικρίσεις σου; Θυμάσαι την σκληράδα σου; Το απόλυτο των ‘’πρέπει’’ σου; Ταίριαξέ τα τώρα όλα με τα δικά σου τα δάκρυα κι αναρωτήσου αν η πείρα του κοριτσιού την κάνει δασκάλα της περίπτωσής σου. Σαράντα χρονώ γυναίκα.
Ο Βύρων δεν θα έρθει!
Σφίχτηκε το στομάχι μου στην σκέψη.
Ο Βύρων έμεινε πάνω με την Όλια. Καλά δεν θα έπρεπε τουλάχιστον να τρέξει ξωπίσω μου έτσι για τα μάτια που λένε; Να πάρω τουλάχιστον σαν απατημένη μία άτυπη ρεβάνς; Να βρω την ευκαιρία να του κάνω λιγάκι την δύσκολη; Να δω πως έκανε λάθος βρε παιδάκι μου. Άντρας είναι. Λάθος θα έκανε, Θεέ μου. Θεέ μου πόσο μας δυσκολεύεις. Λάθος θα έκανε, αλλά τόση ώρα δεν θα έπρεπε να έχει φανεί; Πόσο πονάω Θεέ μου. Πόσο πολύ. Η ψυχή μου πονάει και θέλει να με κάνει να φωνάξω τόσο πολύ ώστε να φτύσω αίμα.
Χα, βήματα κατεβαίνουν.
«Ο Βύρων;»
Κοιτάζω προς τα πίσω. Βήματα το ‘ξερα. Το ‘ξερα πως είχε κάνει λάθος. Θα μου ζητήσει συγνώμη, θα πέσει στα πόδια μου. Δεν θα τον συγχωρήσω τον πούστη. Όχι πριν περάσουν δέκα μέρες. Τι λέω δέκα, είκοσι μέρες. Όχι πριν τις είκοσι μέρες και πήδημα μετά τον μήνα. Δεν μπορείς κύριε να γαμάς την καλύτερή μου φίλη και κατόπιν να θέλεις και εμένα.  Σηκώνομαι φτιάχνομαι βιαστικά και ξανακάθομαι. Παίρνω το ύφος μου. Διάλεξε λοιπόν, εκείνη ή εμένα;
Προβάρω.
Εμένα ε…; ας πρόσεχες αγόρι μου, εμένα θα με έχεις μετά τον μήνα κι αν θες. Αν δεν θες την ‘’βόλτα’’ σου!
Χαμογελάω. Τα βήματα ακούγονται περισσότερο βιαστικά. Ετοιμάζομαι. Έρχεται.
«Καλησπέρα σας Μύριαμ, όλα καλά;»
Ανασηκώνω το βλέμμα την ώρα που ένα σπαθί με κόβει στα δύο. Ένα μακρύ καυτό σπαθί κάνει κομμάτια όλες τις ευφυείς και βλαμμένες μου πεποιθήσεις.
«Όλα καλά κύριε Σαρόγλου. Όλα καλά. Περιμένω μια φίλη και άργησε… Ξέρετε… γυναίκες…»
Ήξερε σαν άντρας που ήταν κι έφυγε βαστικός.
Ο άντρας άμα γνωρίσει την γλύκα της άλλης γυρίζει; Άμα βολευτεί στα μπούτια της μέσα, την αφήνει τη θέση του να γυρίσει και πάλι στα καθημερινά τα δικά μου; Τι τον κρατάει εκεί; Το όνειρο; Η ομορφιά της ή τα λόγια της; Η ομορφιά παρ’ όλη την υποκειμενικότητά της δεν μπορεί να είναι η απάντηση, γιατί πόσοι ωραίοι άντρες πάνε με άσχημες γυναίκες;  Πόσοι; Να ο Πιρς Μπρόσναν… παράδειγμα λέω. Που είναι κι ωραίος έχει στο πλάι του ένα ‘’μπάζο’’. Δεν είναι η ομορφιά. Τα λόγια θα είναι… Η καλοσύνη ίσως. Η ψεύτικη καλοσύνη αν θέλουμε να είμαστε και λίγο κακές. Εκείνος όμως δεν γνωρίζει την απατηλότητα του συναισθήματος που του προσφέρεται και μένει ευχαριστημένος και ίσως και χαρούμενος μέσα στην πλαστικότητα της ευδαιμονίας του. Και εγώ τι να κάνω; Τι μπορώ να κάνω διάολε γιατί κάτι πρέπει να κάνω, δεν μπορώ να κάθομαι εδώ στα σκαλιά όλη μου ζωή περιμένοντάς τον. Δεν πρέπει να το κάνω στο εαυτό μου. Δεν πρέπει. Κι πιάνω τον εαυτό μου να μη  θέλει να ξεκολλήσει, να αρνιέται πεισματικά την αποδοχή της ήττας. Λογική. Πού είναι η λογική μου; Και η δύναμή μου που έχει πάει κι αυτή;
Ανασαίνω βαθιά και προχωράω.
Διαβαίνω το κατώφλι της πόρτας του κτηρίου που στεγάζει την εταιρία όπου εργάζομαι αποφασισμένη πως ο Βύρωνας δεν επρόκειτο να τρέξει ξωπίσω μου. Η ήττα ήταν βαριά.
Τον άφησα μέσα να γιορτάζει την αποδοχή του ατόμου του στα μάτια της φίλης μου. Η Όλια θα μπορούσε να είναι πιο άσχημη όπως θα μπορούσε να μην έχει πράσινα μάτια. Η ομορφιά ξέρω πια πως δε έπαιξε κανένα ρόλο στην απιστία του. Θα πήγαινε και πάλι μαζί της από την στιγμή που εκείνη τον θαύμαζε και πληρούσε κάποια ανεπαίσθητα στάνταρ. Γνώριζα σε ένα λεπτό μέσα, πως το παιχνίδι το είχα χαμένο από χέρι, όπως θα το είχε και η Όλια από εμένα αν εκείνη είχε παντρευτεί τον Βύρωνα και εγώ ήμουν στην θέση της και είχα την πουτανιά τόσο πρόχειρη. Αυτή η σκέψη μου έδωσε δύναμη. Κουράγιο. Περπατούσα ήδη στον δρόμο με μεγάλους διασκελισμούς. Νευρικά.
Το πλήθος στο κέντρο της Αθήνας έμοιαζε αμέριμνο και αδαές. Όμοιο, καθημερινό σαν και εμένα στο σπίτι μου μέσα. Προβλέψιμο κι ανίκανο για τη  οποιαδήποτε έκπληξη. Πολύχρωμο κι όμως τόσο κοινό.
«Έκπληξη.» Να μία υπέροχη λέξη. Δεν είναι αστείο που με πιάσαν τα κλάματα τώρα που νοιώθω ελάχιστα καλύτερα; «Να τους κάνω μία έκπληξη!»
Στάθηκα σε μία γωνία. Άφησα το κεφάλι μου να ακουμπήσει στην ανάστροφη της παλάμης μου που με την σειρά της ακουμπούσε την καλή της πλευρά στην κόχη ενός βρομερού τοίχου.
Νοιώθω περισσότερο δυνατή τώρα, το κλάμα, μου κάνει καλό και προσπαθώ να πάρω δύναμη. Είμαι στα πάνω μου. Σφίγγω τις γροθιές μου.
«Θα τον δώσω τον αγώνα μου. Θα τον δώσω.» Αποφασίζω με τα χείλια σφιχτά πως έχω δίκιο. Το χρωστάω σε όλες εκείνες που κατά καιρούς συμβούλεψα και σε όλους εκείνους που με αγαπάνε και πιστεύουν ακόμα σε μένα.
«Εκδίκηση.»
Να μία ακόμη καλύτερη λέξη.
«Εκπληκτική εκδίκηση!» Να και μια μικρή πρόταση με μακριά έννοια…
Δεν τρελαίνομαι, απολαμβάνω όλα τα ενδεχόμενα και όλα τα ενδεχόμενα είναι υπέρ μου από την στιγμή που αποβάλω τον πόνο από την ψυχή μου και πείθω την λογική να αλώσει το συναίσθημα.
«Όλα στο μυαλό σου είναι κούκλα μου. Όλα εκεί μέσα φωλιάζουν. Η ζωή είναι ένα όνειρο. Ζήσε το που να σε πάρει και αν μπορείς καβάλησέ το όπως η Όλια τον άντρα σου και σύρε το εσύ από το καρυδένιο γραφείο της στον σκατένιο καναπέ της.»
Ξέρω πως μπορεί τελικά να υποκύψω στο δράμα μου γιατί έχω πολύ δρόμο μπροστά μου, όμως τώρα, όλα αυτά που σκέφτομαι και αποφασίζω τα πιστεύω και ορκίζομαι επάνω τους εκδίκηση.
                                                                            
3

Στο σπίτι μου έφτασα χρησιμοποιώντας το ένστικτο και μόνον αυτό. Μερικά τσουλούφια έγλυφαν το ιδρωμένο μου πρόσωπο. Ζεσταινόμουν χωρίς να κάνει ζέστη. Ο Σεπτέμβρης δεν είναι δα και ο ζεστότερος μήνας. Θα χάσουμε και τα λογικά μας τώρα; Η πουτάνα! Η πουτάνα η Όλια φόραγε κάλτσες για να του αρέσει. Βέβαια δεν υπήρχε άλλος λόγος να το κάνει, εκτός και αν είχε σίδηρο χαμηλό. Εκτός και αν ήταν αναιμική και κρύωνε με είκοσι οκτώ βαθμούς θερμοκρασία. ‘’Να σας συστήσω την Όλια την αναιμική διευθύντρια με τα υπέροχα πράσινα μάτια. Περάστε γαμήστε και φύγετε.’’
Θεέ μου τι πόνος είναι αυτός. Πώς θα πάψει όλος αυτός ο ξεσηκωμός των σωθικών μου; Τίποτα δεν λειτουργεί μέσα μου σωστά πλέον. Όλα είναι ένα κουβάρι. Δουλειές, ανάγκες, κουβέντες, ματιές. Παραλογίζομαι. Τα ‘χάνω’.
Η μυρωδιά του ορόφου της πολυκατοικίας μου, ίδια. Τέταρτος. Προάστιο οδός και αριθμός θα έπαιζαν κάποιο ρόλο μόνο σε μυαλό από χρόνια αρρωστημένο. Τέτοιαν ώρα. Ο φίκος στα δεξιά της εισόδου, το κλειδί στην πόρτα, το χαλάκι όπως πάντα λίγο λοξά.
Το ισιώνω από συνήθεια.
Ο Βύρων ποτέ του δεν αξιώθηκε να το κάνει. Άντρες. Πούστηδες όλοι τους. Πούστηδες ρε!
Μπορεί η αιτία του νέου μου πόνου στο στομάχι να ήταν ο ήχος της ελπίδας που έσπασε σαν γυαλί μέσα μου από την παγωμένη ησυχία που επικρατούσε στον γνώριμο χώρο. Ήθελα την Βύρωνα σπίτι και μάλιστα συντετριμμένο. Το σπίτι ήταν άδειο και σκοτεινό, όπως το φώναζαν όλες οι πιθανότητες άλλωστε. Αυτή την στιγμή πολύ βαθιά μου, παρακαλούσα όλες εκείνες τις ανατροπές που θα με έκαναν να κλείσω τα μάτια και να πω πως σήμερα το απόγευμα έμεινα σπίτι και δεν πήγα πουθενά, να με καλωσορίσουν, να μου πουν πως όλο αυτό το νταβαντούρι ήταν ένα όνειρο μέσα στο άλλο όνειρο, εκείνο της ζωής μου. Πως δεν είχα πιάσει εκείνο το μήνυμα στο κινητό του Βύρωνα που μιλούσε για την απόλυτη ανάγκη μίας συνεργασίας η οποία θα διευθετούσε τις χρονίζουσες εκκρεμότητες κάποιου κωλογαμημένου λογισμικού που δεν έλεγε να τρέξει.
Βέβαια, δεν σας είπα πως ο Βύρων είναι προγραμματιστής. Βέβαια! Από τους καλύτερους. Το γνώριζα και το καμάρωνα εδώ και χρόνια. Ότι δεν ξεκινούσε να ‘’τρέξει’’, ο Βύρων του έβαζε χέρι και το πρόγραμμα αφήνιαζε. Ότι ‘κολλούσε’ στο δρόμο ο Βύρων το ίδιο. Το σκάλιζε και το διόρθωνε. Πέντε λεπτά στο πληκτρολόγιο και το πρόβλημα λυνόταν. Τέτοιος ήταν. Συνεργαζόταν με τις μεγαλύτερες εταιρείες κατασκευής προγραμμάτων σαν εξωτερικός συνεργάτης και τώρα τελευταία, πριν από μερικές ώρες δηλαδή, ανακάλυψα πως συνεργαζόταν και με μερικές από αυτές την δική μου συγκεκριμένα και σαν εξωτερικός γαμιάς. Αϊ στο διάολο Βύρωνα.
Έχω κολλήσει Θεέ μου, κάτι πρέπει να κάνω. Το μυαλό μου δεν φεύγει από πάνω του. Όχι δεν είναι αγάπη αυτό που νοιώθω, ούτε η απώλεια του κεκτημένου είναι. Καθαρή ανάγκη είναι. Μια ανάγκη εντελώς διεστραμμένη, που δεν έχει κανένα απολύτως νόημα και καμία απολύτως λογική. Είπαμε Μύριαμ, Βύρωνας τέλος. Χώνεψέ το. Αφού το καταλαβαίνεις κορίτσι μου και συμφωνείς, γιατί δεν το κάνεις;
Θέλω να κάνω ένα καφέ πρώτα. Η νύχτα θα είναι μακριά. Πρέπει να ηρεμήσω λιγάκι. Την έχω ανάγκη την ηρεμία.
 Έχω από ώρα πετάξει την τσάντα μου κάπου στο διάολο. Τα πράγματα δείχνουν να καλμάρουν λιγάκι. Να ηρεμούν κι ας τρέμει το χέρι μου. Στο διάολο όλα. Φουντώνω και πάλι. Όχι Θεέ μου. Όχι. Θα σε σκίσω Βύρωνα. Θα σε σκίσω. Κάθομαι στον καναπέ και βάζω τα κλάματα. Κλαίω ένα κλάμα πιεστικό χωρίς δάκρυ, μονάχα με πόνο. Μπορεί και να εκβιάζω λιγάκι την κατάσταση. Μπορεί, δεν ξέρω. Μπορεί να είμαι περισσότερο θυμωμένη παρά πληγωμένη. Όλα μπορούν να συμβαίνουν. Όλα γίνονται όταν τα πράγματα ορθώνονται εμπρός σου σαν ένα βουνό τόσο απότομα σαν την καλοκαιριάτικη μπόρα στα δάση της Βολιβίας. Κι άλλες μαλακίες Θεέ μου. Κάνε το μυαλό μου να πάψει.
Ξαπλώνω με τα μάτια ανοιχτά κατά μήκος του καναπέ μου. Παίρνω την στάση του εμβρύου. Χρειάζομαι κι εγώ προστασία. Κουρνιάζω κι αφήνομαι για λίγο. Το ποτήρι με το ουίσκι που κατέβασα πριν από λίγο βολεύει ένα παγάκι μέσα. Το χαζεύω και χάνομαι.
Θα πρέπει να με είχε πάρει στο κατόπι η αρρώστια ενός ηλίθιου ύπνου. Γερμένη στον καναπέ, με την ίδια στάση των μωρών, ντυμένη ακόμη με τα ρούχα της αποκάλυψης που θα έπρεπε το δίχως άλλο να τα βάλω σε μία προθήκη με τζάμι να μου θυμίζουν την μάταια ανάγκη για αγάπη, της κάθε γυναίκας, ανοίγω τα μάτια μου.
Ο Βύρων.
Ο Βύρων χωρίς θαυμαστικό, στεκόταν στον απέναντι διθέσιο καναπέ μας που είχε το χρώμα της πορτοκαλιάς κεραμίδας που ποτέ μου δεν είχα συμπαθήσει αλλά μια που του άρεσε εκείνου είπα το «ναι» και τον λούστηκα όλα μου τα χρόνια. Το πρώτο πράγμα που θα πετάξω από την ζωή μου και το σπίτι μου θα είναι αυτός ο καναπές.
«Μύριαμ θα πρέπει να μιλήσουμε.»
Απορώ με το εαυτό μου. Κοιτάζω το ρολόι μου και δείχνει πως η ώρα είναι δύο και είκοσι το βράδυ. Η βαριά ένταση των προηγούμενων ωρών με έχει αποκάμει. Δεν έχω δύναμη ούτε να βρίσω, ούτε να φωνάξω, ούτε να πικραθώ. Όλα ξαφνικά απόκτησαν το χρώμα και την θαλπωρή του πάγου.
«Μύριαμ είσαι καλά; Με ακούς;»
Θα πρέπει η όψη μου να είχε αλλάξει. Τα καστανά μαλλιά μου που έφταναν στους ώμους και ήταν βαμμένα στο λίγο πιο βαθύ χρώμα τους με γαργαλούσαν και με ίδρωναν, αλλά ειλικρινά βαριόμουν να τα πάω πίσω. Γενικώς βαριόμουν. Βαριόμουν κι απαξιούσα. Αυτό καταλάβαινα πως δεν ήταν καλό. Μέσα μου σιγόβραζε κάτι. Κάτι το απροσδιόριστο που δεν εγκυμονούσε τίποτα το καλό για κανέναν μας. Από το μυαλό μου πέρασε η ιδέα να τον σκοτώσω. Να έπαιρνα λέει το μαχαίρι της κουζίνας, εκείνο με την βαριά ατσάλινη λάμα που γυάλιζε υπέροχα την ποιότητά της και να του έκοβα τον λαιμό. Να έβαζα την κοφτερή μύτη του στο μαλακό μέρος της βάσης του λαιμού του από την μπροστινή μεριά και να πίεζα δυνατά, εκεί, ανάμεσα στις δύο βρομερές καρωτίδες του που πάλλονταν πριν από κάμποσες ώρες διοχετεύοντας αίμα στο σώμα του ώστε να κρατήσουν ορθό το πουλί του.
«Μύριαμ σου μιλάω παιδάκι μου. Σύνελθε… Είσαι εδώ;»
Προτιμούσα την πλαστική πραγματικότητα της χαύνωσης. Την υπερουράνια μαλθακότητα της μαλακίας από την συνετή πράξη. Καθόλου δεν μπορούσα τους καταρράκτες του ρεαλισμού που πονούσαν αδιακρίτως το κάθε μέλος του κορμιού μου και ιδιαιτέρως την κοιλιά μου. Μια μπουνιά σφιχτή ήταν Μία μπουνιά πανάθεμα και μου έκοβε την ανάσα.
«Μύριαμ θα πρέπει να μιλήσουμε»
«Και τι να πούμε δηλαδή;»
Ακόμα προσπαθούσα να συνέλθω. Ο πόνος δεν ξαμόλενε.
Όσα περισσότερα έχει η κάθε μας να πει, μόλις την πιάσουνε εξ’ απήνης τόσα περισσότερα ξεχνάει. Το μυαλό μου ήταν άδειο σαν λεωφόρος στο κέντρο της Αθήνας ανήμερα μιας μεγάλης εξόδου των αστών της πρωτευούσης όπου τραβούσαν γραμμή στα χωριά τους. Κάπου-κάπου την διέσχιζαν ιδέες βιαστικές, σάπιες ως το κόκκαλο που είχαν να κάνουν με άσχετα πράγματα. Αν η Όλια ήταν πεθαμένη θα της ταίριαζαν οι μαύρες της κάλτσες; Ο κύριος Σαρόγλου, ο υπεύθυνος πωλήσεων της εταιρείας με τα χαλιά στον από κάτω όροφο, να γαμούσε ωραία; Τι θα έλεγα στην μάνα μου για τον Βύρωνα; Στον πατέρα μου; Τον Ορέστη τον αδελφό μου δεν τον υπολόγιζα. Παραφρονώ. Η Όλια τι να κάνει τώρα; Και εμένα τι θα μπορούσε να με νοιάζει;
Το πρόσωπο της τρέλας έχει την μάσκα του μέγιστου πόνου. Του αποκλεισμού. Της μη διεξόδου. Να μία τίγρη κλεισμένη σε αδιέξοδο. Πόσο να αγωνιά το ζώο; Πόσο πολύ να θέλει την ελευθερία της; Με το μέρος της τίγρης είμαι, ενάντια στους ανθρώπους. Ενάντια σε όλους σας.
«Μύριαμ. Άκουσέ με σε παρακαλώ. Ότι είδες να γίνεται δεν έχει καμία σημασία για μένα. Όλα ήταν ένα τεράστιο λάθος. Η Όλια δεν έχει τον παραμικρό ρόλο στην ζωή μου. Εσένα θέλω Μύριαμ.»
Σηκώθηκα τόσο ήρεμα που ο Βύρωνας με κοίταζε μπλοκαρισμένος. Είμαι σίγουρη πως πάλευε μέσα του να με ερμηνεύσει. Το πρόσωπό μου ήταν μια μάσκα χρωματισμένη με τα χρώματα της αδιάφορης πίστης. Της πίστης εκείνης που δεν θα άλλαζε τίποτα στην ζωή σου αν την πίστευες ή αν την έγραφες στα παλιά σου τα παπούτσια.
Του γρατζούνισα το πρόσωπο.
Δεν το περίμενε. Ούτε και εγώ. Έτσι μου βγήκε τυχαία. Τα νύχια μου στάθηκαν στο ύψος τους ανταποδίδοντάς μου κάθε περιποίηση που τους έκανα όλα αυτά τα χρόνια. Το σκληρυντικό που τα άλειφα άξιζε την κάθε του δεκάρα. Τρείς κόκκινες γραμμές σχεδόν παράλληλες μεταξύ τους τον βάφτισαν ινδιάνο. Γέλασα. Ο Βύρων βλαστήμησε με είπε τρελή, σηκώθηκε κοιτάχτηκε στον καθρέφτη μα ξαναγύρισε.
«Μύριαμ…»
«Ήταν ωραία μέσα της;» τον έκοψα.
Δεν ήθελα να κάνω τις ερωτήσεις που έπρεπε: ‘’Πώς μπόρεσες, δεν ντράπηκες, δεν με σκέφθηκες’’.  Ήθελα να κάνω εκείνες που με πονάγαν.
«Την αγαπάς;»
«Την σκέφτεσαι;»
«Περνάς καλύτερα μαζί της;»
«Ήταν γλυκά στο μουνί της μέσα; Μίλα ρε πούστη. Μίλα. Μίλα.»
Ξέσπασα πάνω στην σαστισμένη του αφωνία. Τύλιξα με τα χέρια μου το πρόσωπό μου και ο σωλήνας που κρατούσε τα δάκρυά μου κλεισμένα, ξεμπούκωσε και ξεπετάχτηκε από μέσα μου ένα κλάμα υγρό, γοερό και παρήγορο. Γάνιασε η φωνή μου. Ο Βύρων έκλεισε τα παράθυρα. Ο κόσμος!
«Φοβάσαι τι θα πει ο κόσμος και εκείνος δεν λέει ποτέ τίποτα βλαμμένε. Πόσο ηλίθιος γίνεσαι. Πόσο ηλίθιος, μα τι σημασία έχει τώρα;»
Τα χέρια του Βύρωνα στους ώμους μου θα μπορούσαν να ήταν υπέροχα. Παναγία μου πόσο υπέροχα θα μπορούσαν να ήταν αν τα άφηνε το μυαλό μου ήσυχα να κάνουν την δουλειά τους. Και τα λόγια του επίσης…
«Μια στιγμή ήταν Μύριαμ, ένα λάθος. Ένα τεράστιο λάθος. Συμφωνώ. Όμως ακόμα και έτσι τεράστιο παραμένει λάθος» μου μιλούσε όρθιος πίσω και πάνω από τον καναπέ που καθόμουν.
«Τελειώσαμε Βύρωνα.» Δεν του χαλάλισα ματιά.
Σηκώθηκα ορθή και τον είδα κατάματα. Υπήρχαν υπόλοιπα κλάματος στα μούτρα μου. Υπήρχαν, όμως τα μάζευα κακήν κακώς όπως θα μάζευα τα ασπρόρουχα την ώρα που ερχόταν εκείνες τις μέρες η μάνα του νωρίτερα στο σπίτι μας. Το πρόσωπό του είχε την όψη της παράκλησης. Τι να πιστέψω. Τι από όλα; Εκείνα που θέλω ή εκείνα που πρέπει;
«Μύριαμ χρειαζόμαστε χρόνο… Είναι κρίμα…»
«Όντως είναι κρίμα από την μια, αλλά και τα μάτια της Όλιας είναι όμορφα από την άλλη. Δεν είναι;»
«Μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου. Δεν σου αξίζει. Μύριαμ άκουσέ με…»
«Και τι μου αξίζει Βύρωνα; Αυτό που μου έκανες εσύ;»
Σιγά- σιγά εύρισκα το θάρρος μου. Ανακάλυπτα την αυτοκυριαρχία μου και την αυτοπεποίθηση μου. Γινόμουν και πάλι η γυναίκα που γνώριζα έστω και αν πονούσα. Βημάτιζα πάνω και κάτω στο μακρόστενο σαλόνι μας σαν την καλοδιαβασμένη ηθοποιό στο σανίδι επάνω ερμηνεύοντας τον ρόλο μου. Εστίαζα σε ανούσιες λεπτομέρειες του χώρου, νοιώθοντας μία καρικατούρα του εαυτού μου. Το μυαλό μου! Το μυαλό μου δούλευε επιτέλους. Δεν μπορώ να πω πως ήμουν πλέον νευριασμένη και ο λόγος ήταν η αναγκαστική μου αποδοχή που κέρδιζε ολοένα έδαφος στην λογική μου, όμως δεν ήμουν και άτονη. Καταπονημένη σαφώς και ήμουν, μπορεί και κουρασμένη, αλλά έβλεπα πως άντεχα ακόμη και για δύο γύρους καυγά.
«Πόσο καιρό;»
«Τι πόσο καιρό;»
«Παντρεύτηκα ένα μαλάκα; Αυτό προσπαθείς να μου αποδείξεις; Τι, τι πόσο καιρό Βύρωνα; Δεν πάει το μυαλό σου; Ειλικρινά, αν είναι να μιλήσουμε, να το κάνουμε στα ίσα, αλλιώς τράβα στο διάλο…»
«Δεν υπάρχει σχέση με την Όλια, Μύριαμ, αυτό προσπαθώ να σου πω. Ότι έγινε, έγινε τυχαία. Πίστεψέ με σε παρακαλώ. Μην με αδικείς…»
Μου ήρθε να βάλω τα γέλια. Ποιος αδικεί ποιόν. Είναι πολλές φορές που η παλαβομάρα παντρεύεται τη λογική και στήνει κάτι παιχνίδια, μα κάτι παιχνίδια!
«Και το μήνυμα;»
«Ποιο μήνυμα;»
«Στο κινητό σου ηλίθιε. Στο κινητό σου. Πώς λες να βρέθηκα εγώ εκεί;»
«Μύριαμ ότι και αν έγινε για εμένα δεν έχει καμία αξία. Μπορώ να…»
Σχεδόν δεν άκουγα αυτά που μου έλεγε. Το μυαλό μου άρχιζε να βρέχει ερωτήσεις που έπαιρναν την μορφή της επιτακτικής ανάγκης.
«Πόσες φορές πηδήχτηκες μαζί της; Θα μου απαντάς μονολεκτικά. Μονολεκτικά. Πούστη. Λέγε.»
«Μία μόνο αυτή που μας είδες»
«’Ήταν ωραία;»
Ο Βύρων ξεβολευόταν. Ήταν φανερό πως δεν άντεχε την ανάκριση, αλλά και εγώ μέσα από μια άρρωστη και αυτοκαταστροφική διεργασία του μυαλού μου ήθελα να γνωρίζω και αυτό μου το ‘’θέλω’’, το μετέτρεψα ξαφνικά σε ‘’πρέπει’’. Πρέπει να γνωρίζω, για να τοποθετήσω τα δικά μου όρια. Τις δικές μου μετέπειτα πράξεις, τις δικές μου αλήθειες, τα δικά μου ψέματα και τις καταδικές μου ψευδαισθήσεις. Κυρίως αυτές. Γιατί όλα εκείνα που μας περιβάλλουν δεν είναι τίποτα άλλο από μία πολύχρωμη ψευδαίσθηση στα χρώματα εκείνα που εμείς προτιμούμε. Αλλιώς κοιτούσα τον Βύρωνα και εκείνος αλλιώς πίστευε πως το έκανα. Να ένα λάθος. Αλλιώς τον είχα πλασμένο στο μυαλό μου και αλλιώς ήταν. Να άλλο ένα λάθος. Αλλιώς νόμιζα την σχέση μου μαζί του και αλλιώς ήταν. Και άλλο λάθος. Εκείνος είχε ανάγκη την Όλια και εγώ πίστευα πως τον κάλυπτα. Λάθος κι αυτό. Οι περισσότερες γυναίκες νομίζουν πως καλύπτουν τους άντρες τους… Τεράστιο λάθος, μέγα ψέμα. Και τώρα σαν πολλά λάθη δεν μαζευτήκαν; Και αν όλα ετούτα ισχύουν, δεν ζούμε μέσα σε κάτι το δήθεν, το πλαστικό και το ψεύτικο;
«Ήταν ωραία Βύρων;»
«Ήταν. Διαφορετικά ξέρεις…»
«Ξέρω Βύρων. Ξέρω. Ήταν χαλαρή;»
«Έχει δύο παιδιά.»
Μπλοκαριζόμουν και πάλι. Είχα αρχίσει να μυρμηγκιάζω. Τι μου συμβαίνει; Αυτή η υπεραιμία δεν είναι κάτι το καλό. Σίγουρα όχι. Σίγουρα δεν ήταν στο μέρος που ήταν.
«Με πίεσε Μύριαμ. Υπέκυψα. Φταίω. Θα μπορέσεις να με συγχωρέσεις;»
Στεκόμουν με τα μούτρα στον τοίχο. Στηριζόμουν σε μία κομότα που ήταν κάποιο φθηνό αντίγραφο κάποιου Λουδοβίκου της ιστορίας. Χεστήκαμε ποιού. Πάλευα κορίτσια. Έσφιγγα τα νύχια στο καρυδένιο ξύλο. Πάλευα που να με πάρει και να με σηκώσει. Πάλευα και ριγούσα. Λίγωνα. Ακροβατούσα. Υπέφερα. Δεν άντεχα άλλο. Δεν μπορούσα. Δεν ήθελα να θέλω. Δεν έπρεπε να θέλω. Με καταλαβαίνετε; Δεν έπρεπε να θέλω όμως όταν με άγγιξε πέθανα. Έστειλα στο διάλο τα πρέπει και κάθισα σαν την κότα. Μέσα μου τον παρακαλούσα. Τον ήθελα βρόμικο άπλυτο με τις βρομιές της Όλιας μέσα μου. Κρατούσα έναν οργασμό με τα δόντια. Στα πρόθυρα της πλέον αλγεινής αποκάλυψης μου  τον είχα δεμένο. Αν ενέδιδα θα τα έχανα όλα. Θα γινόμουν ένα υποχείριο στα χέρια του μέσα. Το ‘ξέρε το κτήνος. Το γνώριζε και για αυτό με έψαξε εκεί κάτω, εκεί ήμουν γεμάτη από ώριμες ορμές…
Πάντοτε όταν με έπιανε με αυτόν τον τρόπο μάγκωνα. Είχε την αλητεία του έμφυτη ο άτιμος. Της φόραγε κοστούμι και ξεγελούσε το κάθε θηλυκό. Ήταν άγριος, τραχύς και υπέροχα γλυκός. Δεν υπολόγιζε την φύση. Καθόλου δεν τον ένοιαζε η φύση. Μακριά της έλεγε πάντοτε πως ήταν ακόμα γλυκύτερα γιατί όποιος παίζει με την φωτιά, μπορεί και να πάει και στην κόλαση, γιατί εκείνου ο παράδεισος δεν του ταίριαζε καθόλου. Έτσι μου έλεγε την ώρα που περνούσε μέσα μου βιαστικός βασιζόμενος στην σιγουριά της γνώριμης διαδρομής. Του γνώριμου τοπίου. Με πέθαινε σε κάθε του κίνηση. Όλη μου η οργή όλη μου η πίκρα βρήκε διέξοδο. Το λούκι ξανάσανε.  Γινόμουν ποτάμι και τα παρέσυρα όλα.
Με το γόνατο στην κομότα επάνω σαν την ακράτητη νοικοκυρά που ενδίδει για πρώτη φορά στην ζωή της σε εραστή. Με το φουστάνι λίγο σηκωτό, ιδρωμένη και βρόμικη σαν και τις σκέψεις μου τις ίδιες που ξεπηδούσαν σαν τα όμβρια των ξεχειλισμένων υπονόμων, αναζητούσα τον πόνο και την λύτρωση. Τον πόνο της ψυχής και του σώματος. Την λύτρωση του μυαλού. Την βρόμα την δυσωδία την λάσπη και την ολοσχερή μου κατάπτωση.
«Μίλα μου για εκείνη» τόλμησα. «Πώς την γαμούσες;»
Φώναζα και τον έβριζα καθώς κάθε φορά που επέλεγε και άλλη δίοδο για να νοιώσει τον κορμί μου. Πονούσα και ερωτευόμουν φρικτά την κάθε του ομορφιά. Την κάθε μου πίστη στο μιαρό συναίσθημα. Μέσα και έξω. Μέσα και έξω. Μέσα στην ψυχική μου βρομιά και έξω στην καθαρότητα της αγωνιούσας σκέψης. Τον έχω συγχωρήσει; Τον έχω; Παναγία μου τι περνάω. Τι νοιώθω. Πως τον αντέχω να μου περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το σώμα της Όλιας; Πως γίνεται να μου αρέσει όλο αυτό σίχαμα. Πώς γίνεται να με τρελαίνει τόσο πολύ;
Δεν ξέρω αν τον αγκάλιασα την στιγμή του πιο βίαιου οργασμού στην ζωή μου, ξέρω όμως πως μέσα στα μάτια μου κυριαρχούσε ένα δαιμόνιο. Χόρευε έναν χορό που δεν είχα ματαδεί στην ζωή μου. Η Όλια, με τον άντρα μου υπέροχοι και οι δύο να ερωτεύονται και εγώ ορθή πάνω από τα γυμνά τους κορμιά να τους μακελεύω με το ακριβό ατσάλινο μαχαίρι της κουζίνας μου…
Φώναξα. Τον ειδοποίησα για τον τελειωμό μου. Τον έβρισα και τον τράβηξα κι άλλο μέσα μου μέχρι που μετάνιωσα λίγο αργότερα και τον έσπρωξα μακριά μου και πάλι. Αμίλητη. Χαμένη. Παλαβή…                                                                                                                                                                   
4

Όλα τα επόμενα λεπτά στεκόμουν βουβή με το δεξί χέρι μου μηχανικά απλωμένο σε μία προσπάθεια να σταθεί μακριά μου ο Βύρων. Δεν ξέρω αν εκείνη την στιγμή θα μπορούσε να καταλάβει το δράμα μου, γιατί όλοι οι άντρες μέσα από το κέντρο της εξυπνάδα τους ξεφυτρώνει σαν περίτεχνο σιντριβάνι μια άνευ προηγουμένου ηλιθιότητα που έχει σαν στέρεα βάση το πουλί τους. Ο Βύρων πιθανόν από τον τελευταίο ενδοτισμό μου να είχε αντιληφθεί παράδοση, συγχώρεση ή οτιδήποτε άλλο διέθετε η φαντασία του πρόχειρο εκείνη την στιγμή που καθάριζε στο μπάνιο τις δικές μου βρομιές από το κορμί του και τις άλλες, εκείνες της Όλιας. Τον άκουγα να ψέλνει εύθυμους σκοπούς καθώς περιποιόταν τα ‘επίμαχα’. Πάντοτε έτσι έκανε. Του το είχα πει κάποτε, «να το πεις σε κανέναν γιατρό παλληκάρι μου, πως όταν τα αγγίζεις σε πιάνει μία ανάταση ψυχική που αγγίζει τα όρια του υπερβολικού. Μην τρελαθούμε κιόλας. Δεν είσαι ο μόνος στον κόσμο Βύρωνα. Αν θυμάσαι δεν με πήρες παρθένα»
Τέσσερις και πέντε τα ξημέρωμα.
Αύριο θα πάω στην δουλειά μου; Την Όλια πως θα την δω; Τον Βύρωνα θα τον κρατήσω σπίτι; Παναγία μου, μια χαρά ήμουν μέσα στην άγνοιά μου. Μία χαρά.
Ξέρω πως οι περισσότερες από εσάς το μόνο που θα μου λέγατε, που θα μου προτείνατε, που θα με συμβουλεύατε, θα ήταν να τον διώξω. Το τομάρι, συμπληρώνατε, τον αλήτη ή το κτήνος. Σκέφτομαι να μην το κάνω. Όσο και αν σας φανεί περίεργο, ο έρωτας που μεσολάβησε πριν από λίγο ξέπλυνε για τα καλά το μέρος της σκέψης μου που κυκλογραμμούσε. Όλα είναι μία ιδέα. Για να το δούμε λίγο πιο συνετά. Έχουμε χρόνο, ο Βύρων θα πλένει την μόνη ουσία του σώματός του για αρκετή ώρα ακόμη.
Αν εγώ είμαι νηφάλια, άδεια και ψυχρή σε όλα μου τα συναισθήματα για εκείνον τότε δεν κινδυνεύω. Τα λέω αυτό τώρα που νιώθω έτσι. Αν τον κρατήσω κοντά μου, παίρνω μια ρεβάνς –χωρίς ουσιαστικό νόημα ίσως- από την Όλια. Δεν της τον χαρίζω. Δεν παραιτούμαι από την δουλειά μου και κυκλοφορώ ενδιαμέσως των συναδέλφων σαν εκείνη που αδικήθηκε αλλά στάθηκε υπέρ άνω και συγχώρεσε.  Κερδίζω χρόνο. Η εκδίκηση θα πρέπει να έρθει την ώρα που κανείς δεν θα την περιμένει…
Βεβαίως όλα αυτά προϋποθέτουν ψυχρή λογική και απουσία συναισθήματος. Καμιά μας δεν λέει πως ο δρόμος θα είναι εύκολος. Τον Βύρωνα τον αγαπάω και αυτό το συναίσθημα έχει τσαλακωθεί και πονάει περισσότερο τώρα μέσα από το στραπάτσο του. Εκείνο που θα πρέπει να ξεδιαλύνω είναι αν ότι το κάνω, το κάνω για την Όλια, για τον Βύρωνα ή για εμένα. Αυτό όμως δεν είμαι σε θέση να το προσδιορίσω τώρα. Μπορεί η ιδέα της παραμονής του Βύρωνα στο πλάι μου να έχει καταλαγιάσει την μεγαλύτερη φούρια της ανασφάλειάς μου, του φόβου μου, της τρέλας της πρώτης στιγμής, αλλά γνωρίζω ακόμη και αν δεν το παραδέχομαι πως η λύση δεν έχει βρεθεί. Τίποτα από όλα τα προηγούμενα δεν είναι η λύση γιατί ξέρω πως ακόμη και η απλούστερη εκδίκηση οφείλει τουλάχιστον να μπορεί να αποδώσει τα ίσα. Ένα ξενοπήδημα τίποτα δεν προσφέρει. Τίποτα απολύτως αν δεν είμαι σε θέση να το απολαύσω όπως κι εκείνος.
«Τι κάνει η κούκλα μου;»
Ο Βύρων στέγνωνε τα μαλλιά του με το κεφάλι γερμένο στο πλάι με την μπορντό ολοβάμβακη πετσέτα των χεριών. Ποτέ του δεν έδωσε σημασία σε τέτοιου είδους λεπτομέρειες.
«Τι θα έπρεπε να κάνει η κούκλα σου Βύρων; Να χαίρεται ίσως; Να λυπάται μήπως; Να φοβάται; Να ανέχεται;»
Τα έκανε τα χαζά του τα σκέρτσα κάθε φορά που ερχόταν σε δύσκολη θέση. Τα έκανε με ένα τρόπο όμορφο που θα είχε την δυνατότητα να χαρακτηρισθεί ακόμη και αξιαγάπητος. Αυτό ήταν το δυνατό σημείο του άντρα μου. Η δυνατότητά του να φέρνει τούμπα τις καταστάσεις.
«Πες μου πιο μέλος του σώματός μου θέλεις να κόψω για να εκμαιεύσω μία τόση δα συγνώμη σου. Πες μου και θα δεις.»
Τον κοιτάζω και λυπάμαι όλες εκείνες που θα βρισκόταν στα χέρια του μετά από εμένα. Ο γιός της Αρχοντίας το είχε το χάρισμα. Κατάφερνε να αρέσει και μέσα από την ατσάλινη αυτοπεποίθησή του να ανατρέπει καταστάσεις. Μου άρεσε αυτή η αφ’ υψηλού ματιά μου στο πρόσωπο και στον χαρακτήρα του. Μου έδινε τον αέρα του κριτή. Με θαύμαζα για όσο μπορούσα να κρατάω τον εαυτό μου σε απόσταση από μάτια του…
Ο άντρας κορίτσια ήταν ωραίος. Ήταν πολύ καλύτερος από εμένα. Το γεμάτο γωνίες πρόσωπό του παρέπεμπε σε κάποιον ηθοποιό. Όχι επειδή είναι άντρας μου. Καθόλου γι’ αυτό. Τα μάτια του καταφέρνει και τα κάνει να αλλάζουν μορφή. Τα κάνει λυπημένα, χαρούμενα, παραπονιάρικα, παρακαλετά με έναν εντελώς πειστικό τρόπο. Εκείνα με έριξαν. Και τα φιλιά του. Καθώς με φιλούσε ένοιωθα πως ο άνθρωπος θα μου έμενε στα χέρια. Μου έδινε αυτούσια την ίδια την γεύση του φιλιού μου. Μου μετέφερε την ανάγκη του μέσα την δική μου ομορφιά. Με έκανε να νοιώθω θεά. Το σώμα του βάζει κάτω στα σαράντα τρία του χρόνια άλλων κατά πολύ μικρότερων αντρών και το μυαλό του καταφέρνει να τα χειρίζεται όλα με μία προγραμματισμένη περιοδικότητα. Είναι από μόνος του ένας υπολογιστής που μπορείς να βασιστείς επάνω του ξέροντας πως μόνο από κάτι το αστάθμητο μπορεί να προδοθεί. Όπως και έγινε δηλαδή στη περίπτωση της Όλιας.
Τώρα το θυμήθηκα! Διάολε. Α τον πούστη!!!
«Βύρωνα μου δίνεις το κινητό σου;»
Ο Βύρων με πλησιάζει. Τα μάτια του γλυκαίνουν, η όψη του παίρνει το ύφος της υποταγής της αφόρητης ικεσίας, του απόλυτου ενδοτισμού. Μοιάζει ξαπλωμένος στα ποδάρια μου επάνω να αποζητά μαστίγωμα για την πολυπόθητη εξιλέωσή του.
«Το ξέχασα στο σπίτι. Αφού το βρήκες και διάβασες το μήνυμα της Όλιας που δεν πρόλαβα καλά-καλά να διαβάσω εγώ από την βιασύνη μου ή την αδιαφορία μου.»
Ανάσανα βαθιά. Πολύ βαθιά. Η γλύκα της απόλαυσης είναι πολύ σπουδαίο πράγμα κορίτσια. Τι όμορφη ιδέα ήταν αυτή που πέρασε από το μυαλό μου! Θα της καθόμουν ευχαρίστως αν είχε πουλί να με πηδήξει στα μάρμαρα της πλατείας  του συντάγματος την ώρα που θα έκανε διαδήλωση το ΚΚΕ.
Και δεύτερη ανάσα. Καθώς προχωράω το βρακί μου με κόβει, καθώς ήταν στραβοκαθισμένο στον κώλο μου. Η χαρά μου με κάνει να πετάω. Σηκώνω το σταθερό του σπιτιού μου και καλώ το κινητό του Βύρωνα. Περιμένω κοιτώντας τα μούτρα του. Τι τέρας, καμία αντίδραση. Σε αυτό το σημείο θα έπρεπε να του βγάλω το καπέλο. Αυτός χαραμιζόταν κάνοντας τον γαμιά, θα έπρεπε να είναι σταρ του Χόλυγουντ…
«Το τηλέφωνο κτυπάει στην μέσα τσέπη του λινού σακακιού του.»
Τον κοιτάω με ένα στραβό χαμόγελο.
«Πόσα κινητά έχεις;»
«Μύριαμ…»
«Το δεύτερο κινητό σου που είναι όμοιο με το πρώτο σου το ξέχασες εδώ ηλίθιε. Το κανονικό σου το πήρες…Και εγώ που νόμιζα…»
Μην φανταστείτε πως μου έκανε κακό η ανακάλυψη. Όχι. Ίσα-ίσα που εδραίωσε μέσα μου την ιδέα το χαμένου παιχνιδιού και αυτή η καίρια αντίληψη είχε πάρα πολύ μεγάλη σημασία για εμένα. Τεράστια! Γιατί δεν θα έπαιζα με τις βασανιστικές αμφιβολίες του αν έχει δίκιο ο Βύρων. Θα ήξερα από χέρι πως το έγκλημά του ήταν ειδεχθές και μάλιστα ιδιώνυμο.
Πηγαίνω μέσα και του φέρνω την ξεχασμένη συσκευή. Δεν του την πέταξα στο κεφάλι, ούτε και που την άνοιξα να δω αν η Όλια ή κάποια άλλη του έχει στείλει κάποιο άλλο μήνυμα. Τίποτα από τα δύο. Απλά του το έδωσα στο χέρι με μία ξαφνική κούραση και έβαλα ένα ακόμη ουίσκι. Με πάγο. Τα υπόλοιπα παγάκια τα πέταξα με μανία στο σαλόνι ουρλιάζοντας. Την έκανα την κατινιά μου.
Το ποτό μου έκαψε τα μέσα. Ο Βύρων μου είχε κάψει και τα μέσα και τα έξω. Το είδα να κάθεται πάλι μου. Το γέλιο μου που ξεπετάχτηκε από τα στήθια μου ήταν νευρικό. Νευρικό αλλά αυθόρμητο καθώς σκέφθηκα και είπα δυνατά σχεδόν μαζί του:
«Μύριαμ να σου εξηγήσω, δεν είναι αυτό που φαντάζεσαι»
Τον έφτυσα στα μούτρα την ώρα που του κρατούσα το χέρι. Την έκαναν και την δεύτερη κατινιά μου, την ώρα που απολάμβανα την αφή του στην παλάμη μου. Αναστέναξα γυρίζοντας σελίδα.
«Σε πιστεύω Βύρωνα. Σε πιστεύω. Πες μου αγόρι μου όμως πως είναι τα πράγματα, γατί θα ήθελα να ξέρω πως είναι από την δική σου την μεριά, γιατί όπως καταλαβαίνεις σε παρεξηγώ. Και δεν το θέλω. Ε, Βύρων; Το θέλω;»
Ο Βύρων έκανε να σηκωθεί, μα τον κράτησα.
«Έλα άντρα μου, πες μου. Θα μου πεις; Σου υπόσχομαι πως θα το χάψω το παραμύθι σου για τους δικούς μου λόγους»
Ο άντρας μου ήταν καλός στις δικαιολογίες όπως και στο κρεβάτι. Τα προσόντα του ήταν το ίδιο αξιοπρόσεκτα παντού. Είχε την ικανότητα να γαμήσει μία συζήτηση με την ίδια αβρότητα που θα χρησιμοποιούσε να ικανοποιήσει μία αγία. Σεξουαλικά εννοώ. Ξεκινούσε από την γένεση του κόσμου συνέχιζε με ένα ατελείωτο μοιρολόι που θύμισε μεσημεριάτικη καλοκαιρινή μουρμούρα μεσόκοπων γυναικών και ολοκλήρωνε όταν πλέον το ακροατήριο του είχε αποκάμει και είχε παραδώσει όπλα συμφωνώντας με όποια παπαριά έπαιζε την δεδομένη στιγμή. Σχεδόν δεν τον άκουγα. Δεν υπήρχε και νόημα δηλαδή. Ο Βύρων σαν Βύρων που ήταν ήθελε και την ανάλογη αντιμετώπιση. Απολάμβανα το σθένος του. Δεν τα κατέθετε τα όπλα που να τον πάρει να τον σηκώσει. Δεν θα επωμιζόταν ποτέ στο ακέραιο τις ευθύνες του. Θα προσπαθούσε μέχρι να σε φέρει τούμπα, να γλυτώσει με το μικρότερο δυνατόν κακό. Για αυτό και έριχνε τις γυναίκες. Είχε πίστη στα μούτρα του. Δύναμη και υπομονή στην πολιορκία του. Τα μακρύ του πουλί δεν έπαιζε κανένα ρόλο στο ‘ρίξιμο’ της επίδοξης. Στο κόλλημα της πάνω του έπαιζε.
«Με πιστεύεις Μύριαμ;»
«Σε πιστεύω Βύρωνα»
«Να ξέρεις πως έχει σπουδαία σημασία για μένα να με πιστεύει η γυναίκα μου.»
«Το ξέρω αγάπη μου». Το ξέρω»
Ο Βύρων κάθε άλλο παρά ηλίθιος ήταν. Ήξερε πως δεν είχα ακούσει τίποτα από ότι μου είχε πει και άρα πως δεν υπήρχε υπόβαθρο ώστε να φυτευτεί η συγνώμη που θα ευδοκιμούσε με τον καιρό να γίνει συγχώρεση. Όμως επέμενε και το έπαιζε το παιχνίδι του μέχρι το τέλος.
Σηκώθηκα και τον κοίταξα. Του είπα να πάει να γαμηθεί με τον πιο γλυκό τρόπο που μπορούσα να το κάνω. Του είπα ακόμη πως θα μπορούσε να μείνει στο σπίτι και να υποκρίνεται πως με είχε πείσει. Άλλωστε ο κάθε άνθρωπος όταν τον κοιτάξει κανείς από μια άλλη πλευρά, δεν μοιάζει με κάποιο πολύπλοκο πρόγραμμα ενός υπολογιστή με τεράστιες δυνατότητες, που αντιδρά ανάλογα με τις έξωθεν εντολές; Δεν θα μπορούσε και εγώ να ήμουν ένα τέτοιο προγραμματάκι στα χέρια ενός πολυτάλαντου προγραμματιστή; Θα μπορούσε. Εγώ όμως είχα αποφασίσει να ταράξω το σύστημα. Ο Βύρων θα πατούσε το πλήκτρο 1 και εγώ θα απαντούσα σαν να είχε πιέσει το 2. Το σχέδιό μου ήθελε χρόνο, χρόνο και υπομονή…
Την επόμενη θα πήγαινα κανονικά στην δουλειά μου.
Θα επέτρεπα στον εαυτό μου την όποια κυκλοθυμία του. Και γέλιο και κλάμα. Ενδεχομένως και πήδημα. Θα έκανα ότι μου γούσταρε, μέχρι και σεξ με τον κύριο Σαρόγλου. Μέχρι και φόνο ακόμα αν εκείνο με ευχαριστούσε. Δεν είχα άλλωστε και τίποτα να χάσω… Η αγάπη που έτρεφα ακόμη για το άτομό του υπήρχε γιατί το γνήσιο συναίσθημα δεν ξοδεύεται έτσι απλά. Καλύπτεται μόνον. Εκείνη η αγάπη του λοιπόν ήταν προς το παρόν βαθιά παραχωμένη κάτω από όλα του ψεύδη. Τα κατά συνθήκη και μη.
                                                                                           
5

 Ξάπλωσα μετά από όλα αυτά μονάχη. Βούτηξα τα σεντόνια μου και τυλίχτηκα σφιχτά σε μία προσπάθεια να προφυλαχτώ από κάτι που τρύπωνε σαν την βελόνα τις μαλακές μου άμυνες. Όσο και αν δεν ήθελα να δω, όσο και αν πολεμούσα μάχη την μάχη, ο πόλεμος που είχα βαφτίσει ανένδοτο έμοιαζε με εκείνο που είχε σκαρφιστεί ο Θερβάντες όταν έγραφε τον Δον Κιχώτη. Χαμένη ήμουν όπως θα ήταν η κάθε μια από εσάς στην θέση μου αλλά προσπαθούσα φιλότιμα να τα καταφέρω.
Ξημέρωσε και σηκώθηκα σαν ζόμπι. Μπήκα στο μπάνιο και φόρεσα ένα όμορφο φόρεμα που ποντάριζα η εμφάνισή του να κάνει κάποιον να με προσέξει. Λέμε τώρα, γιατί πού, διάθεση για παιχνίδια. Τα έκανα αυτά τα σκέρτσα στον Βύρωνα όταν ήμασταν στις καλές μας. Προσπαθούσα να του εξάψω το ενδιαφέρον. Λίγο μπούτι την μια, λίγο βυζί την άλλη. Πολύ ανεμελιά την επομένη και το εσώρουχο ξεχασμένο στο σπίτι. Ξέρετε… Δεν βαριέστε. Τώρα όλα αυτά μοιάζουν τόσο μάταια, όσο και ο καθρέφτης στο δωμάτιο του μεγάλου χαμού. Ο Βύρων κοιμόταν σαν το μοσχάρι στο καναπέ τώρα που εγώ ξεκινούσα για την δουλειά μου. Απ’ το σλιπάκι ξεχώριζε η πρωινή του στύση και το σεντόνι στο πάτωμα που έμοιαζε σαν τις στριφτές τυρόπιτες που έφτιαχνε η μάνα του στα μεγάλα ταψιά του χωριού. Πώς τους έφτιαξες έτσι τους άντρες Θεέ μου!
Έφτασα ταραγμένη στην δουλειά μου, με λίγο βάψιμο και μια ιδέα από άρωμα στον λαιμό μου. Οι σκέψεις μου συστρεφόταν μεταξύ τους και το μυαλό μου αδυνατούσε να καταλήξει σε ποια θα έπρεπε να δώσει προτεραιότητα. Όλες έμοιαζαν το ίδιο ουσιώδεις και όμοια παρακατιανές. Η μορφή της Όλιας κυριαρχούσε στο πλάι στο κέντρο ή στην σκιά ολονών τους. Αυτό ήταν ένα από τα κοινά τους σημεία. Είχα τον χρόνο μου αλλά όχι και το μυαλό μου. Τα λεπτά περνούσαν από δίπλα μου χωρίς να μπορώ να εκμεταλλευτώ την παρουσία τους. Μια ζωή μέσα σε ένα μπουκάλι ή σε μία τεμπέλικη αναμονή χωρίς τέλος και αρχή. Μία γυναίκα δεμένη στην τριχιά της αναποφασιστικότητας και του φόβου των εξελίξεων, ζαλισμένη χωρίς σοβαρές πιθανότητες άμεσης ανάκαμψης. Αυτό ήμουν. Μια ιδέα μακριά από την λογική. Μια τεράστια και πολύ μακρινή ιδέα…
Η νεαρή κοπελίτσα του απέναντι γραφείου –εκείνη που της έκανα την δασκάλα τις προάλλες- με ειδοποίησε πως με ζητάει η κυρία Καραϊλή. Το πατρικό όνομα της Όλιας. Του τέως άντρα της το επώνυμο, ποτέ δεν είχε καταδεχθεί να το βάλει πλάι στο μικρό δικό της. Ούτε και την εποχή που δήλωνε τρελά ερωτευμένη μαζί του. Θα τα πούμε και τα δικά της. Θα τα πούμε…
Η μακρινή λογική που φαινόταν στο μυαλό μου ορθή, έλεγε πως πρέπει να πω μια ‘καλημέρα’ στην Όλια. Δεν δικαιολογείται μια απαξίωση σε τέτοιο βαθμό διότι ερμηνεύεται ως αδυναμία. Μια ψυχή που είναι να βρει θα βγει. Φοβόμουν, παρ’ όλο που δεν είχα κανένα λόγο να το κάνω. Δεν φοβόμουν την Όλια, αλλά όλα τα εκείνα που επρόκειτο να ακολουθήσουν. Δεν τα άντεχα.
Αφήνω την τσάντα στο γραφείο μου και προχωράω με θάρρος. Τα βήματά μου είναι μεγάλα και γρήγορα. Γεμάτα απόφαση.
Σπρώχνω το θολό τζάμι και γυρίζω ακούσια στο χθες. Νοιώθω μια υπεραιμία και βγαίνω χωρίς να το θέλω από τον εαυτό μου. Στέκομαι ένα μέτρο ψηλότερα, μέσα σε μία νεφελώδη κατάσταση που περικλείει την υπόνοια μιας ζαλάδας που γρήγορα μεταλλάσσεται σε σιγουριά. Ζαλιζόμουν.
Πιάστηκα από την άκρη της πόρτας για να μην πέσω. Δεν ξέρω αν αυτή είναι μία φυσιολογική αντίδραση, όμως να που συνέβη σε εμένα. Μπορεί και να μην είμαι τελικά τόσο δυνατή όσο νόμιζα.
«Μύριαμ, κάθισε σε παρακαλώ»
Μάζεψα την ματιά από τα παπούτσια μου. Η φωνή της Όλιας ήταν γλυκιά. Η συνταγή για αυτή της την γλυκύτητα περιελάμβανε ένα μέρος υποταγής, ένα άλλο κατανόησης, μερικά μέρη συγνώμης και κάποια άλλα συμπαράστασης. Δεν κατάφερα να διακρίνω μέσα σε αυτό το συναισθηματικό σύνολο που μου παρουσίαζε κανένα είδος μετάνοιας. Κανένα. Μονάχα λογική από εκείνες τις παγωμένες λογικές των σεμιναρίων και των άλλων των αποφάσεων των συμβουλίων για την επίτευξη στρατηγικών στόχων.
Προχώρησα με τα μάτια κάτω σαν να είχα εγώ καβαλήσει τον Κωνσταντίνο τον άντρα της και όχι αυτή τον δικό μου. Όταν ανασήκωσα τα μάτια μου γνώριζα πια πως ήμουν μια ηθοποιός του εαυτού μου. Μια λυρική καλλιτέχνης που θα επωμιζόταν το βάρος του ρόλου της μέχρι το τέλος της παράστασης.
Όχι δεν ήθελα τίποτα να πιω. Ούτε καφέ ούτε ουίσκι πρωϊνιάτικα. Αρνήθηκα με ένα κούνημα του κεφαλιού, την κάθε της προσφορά.
«Σαν τι θα μπορούσα με να πούμε Όλια; Σαν τι, βάζει το μυαλό σου;» Τα μάτια μου πια ήταν βαλμένα ίσια στα δικά της.
«Με τον άντρα σου Μύριαμ δεν έχω τίποτα. Ότι έγινε ήταν μια βλακεία του λεπτού. Μία παρόρμηση… Ξέρεις τώρα…»
Βαριόμουν τα ψέματα, βαριόμουν και τις υποχρεωτικές τις εξηγήσεις. Όλα τα κατά συνθήκην με εξόργιζαν από μικρό κοριτσάκι. ‘’Μία παρόρμηση της στιγμής αλλά προμελετημένη γιατί υπήρξε το μήνυμα και οι κωλογαμημένες σου κάλτσες. Και δαντελένιο σου βρακάκι.’’
Της απάντησα πως καταλαβαίνω απόλυτα την ανάγκη της για σεξ με τον άντρα μου γιατί κάποτε ήταν και δικός της φίλος και θα μπορούσε κάλλιστα να της είχε λείψει και το πουλί του και η μυρωδιά του ιδρώτα του. Δηλαδή τώρα που το σκέφτομαι και άλλοι γνωστοί μου είχαν περάσει από το κορμί της για κάποιο διαφορετικό λόγο ο καθένας από αυτούς. Ας πάνε να γαμηθούνε όλοι τους. Όχι δεν θα μαζέψω το στόμα μου. Είμαι απατημένη, κοροϊδεμένη, πονεμένη και θα μιλάω όπως μου αρέσει, τώρα που πήρα μπροστά. Δεν πρόκειται στις πίκρες μου μέσα να διαμορφώσω χαρακτήρα. Ο Βύρων λοιπόν, ήταν μόνος άντρας που παράτησε την Όλια και το έκανε για εμένα. Την είπε ‘’παλιοπούτανο’’ και αυτήν και όλο της το σόι. Κάποιες διαφορές είχαν με λεφτά, κάτι του χρώσταγαν όπως έλεγε εκείνος, αλλά οι γονείς της δεν το παραδεχόταν. Τα λεφτά ρημάζουν την σχέση. Δεν έχουν καμία θέση ανάμεσά της. Καμία.
Αναστέναξα την ώρα που η Όλια σηκωνόταν. Πρόσεξα χαμογελώντας το σοβαρό της ντύσιμο. Φούστα λίγο κάτω από το γόνατο. Πεδιλάκι ασορτί με το ωραίο του το πολύ θηλυκό τακουνάκι, πουκάμισο μονόχρωμο αρκετούς τόνους ανοιχτότερο από την ίσια της φούστα. Φυσιολογικά πράγματα. Ούτε κάλτσες ούτε τίποτα. Της ανέφερα ήρεμα τις σκέψεις μου για το ντύσιμό της το σημερινό και την σχέση του με το χθεσινό της .
«Εχθές μετά την συνάντηση με τον Βύρωνα είχα ραντεβού. Αυτός ήταν ο λόγος που ήμουν έτσι ντυμένη.»
Από μυαλό μου πέρασε ο ατυχής επίδοξος -αν υπήρξε ποτέ-. Και, θα την τραπέζωνε κατά την προσφιλή συνήθεια των αντρών και, θα μάζευε τα αποφάγια. Χαμογέλασα. Κρατήθηκα και δεν ρώτησα αν τελικά το ραντεβού της πραγματοποιήθηκε και αν ‘ναι’ με ποια επιτυχία στην κλίμακα της εκδιδόμενης προϊσταμένης.
«Πόσο καιρό βγαίνεις με τον Βύρωνα;» την ρώτησα.
Με είπε τρελή. Προσποιήθηκε πως έψαχνε στην τσάντα της να μου δώσει το τηλέφωνο ενός εξαιρετικού γιατρού, που θα άρμοζε λέει γάντι στην περίπτωσή μου. Απείλησε αμέσως μετά, να ξεριζώσει τα μαλλιά της καταστρέφοντας ολοσχερώς τις φύτρες τους, δηλώνοντάς μου πως θα έμενε καραφλή εξ΄ αιτίας μου, αν υποψιαζόταν πως περνούσε από το μυαλό μου στα σοβαρά μια τόσο βλακώδης ιδέα.
Της ανέφερα πως περνούσε και πως όχι μόνο περνούσε, αλλά και εγκαθίστατο μέσα του κάθε λεπτό που περνούσε όλο και βολικότερα, μεταλλάσσοντας την κάθε υποψία της προμελετημένης απάτης της σε πεποίθηση.
Θα αυτοκτονούσε.
«Μύριαμ έλεος. Θα πεθάνω.»
«Σε νόμιζα για φίλη, αλλά τελικά δεν ήσουν Όλια. Μπορεί και να μην πιάνεσαι φίλη. Μπορεί τα συστατικά σου να είναι καμωμένα από υποκριτικές αηδίες και ψέματα που δεν μπορούν να μείνουν κρυμμένα.»Την κοίταξα με απαξία και γύρισα σελίδα γιατί δεν είχε πλέον νόημα. Η ουσία ορισμένων καταστάσεων πολλές φορές στερεί το νόημα της κάθε προσπάθειας. «Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα;»
«Εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις με τον Βύρωνα. Θέλω να πω…» Την είχε την απορία στα μούτρα της. Την είχε και μάλιστα αδιάντροπη.
«Με ρωτάς αν θα στον αφήσω ελεύθερο;» της πέταξα ξινισμένη με τις χούφτες των χεριών μου σφιχτά μαγκωμένες από το θράσος της.
Ξεβολεύτηκε. Έγειρε μία μπροστά και γύρισε τον κορμό της άλλη μία πίσω. Ξεκουμπώθηκε το πάνω κουμπί του πουκαμίσου της, από μόνο του. Τα κοντοκομμένα ξανθά της μαλλιά παρέμειναν μέσα στην τελειότητα όπως τα εκείνα τα σμαραγδένια της μάτια. Ούτε που ανοιγόκλεισαν. Κρατούσε και τον τύπο και την μορφή της ατσαλάκωτη.
«Μύριαμ!»
Δεν μπόρεσα να ερμηνεύσω την έκπληξή της. Θα μπορούσε να είχε την σπιρτάδα της αποδοχής της έξυπνης διορατικότητάς μου ή την άλλη εκείνη της φθηνής αποδοχής του κακού μου μυαλού.
«Νομίζω πως γίνεσαι φθηνή.»
«Ποιά μιλάει! Η φθήνια ανήκει στις πράξεις και στις κινήσεις πριν από αυτές. Θαρρώ πως με καταλαβαίνεις. Πάψαμε να ήμαστε ηλίθιες εδώ και αρκετά χρόνια οι δυό μας.»
Αυτές οι τελευταίες φράσεις περιέκλειαν το ρεζουμέ της κωλοκατινιάς από δύο αξιαγάπητες κυρίες που θα μπορούσαν να είχαν σχεδόν όλους τους άντρες. Για ένα πήδημα, όχι για γάμο, να είμαστε ειλικρινείς.
Δεν ήξερα πώς να συνεχίσω την συζήτηση. Δεν ήθελα να της πω να κάτσει μακριά του αλλά και από την άλλη, δεν ήθελα να της τον αφήσω. Απορούσα με την υπομονή μου όλα τα χρόνια που ανεχόμουν την φιλία της. Πόσο τυφλή ήμουν! Σίγουρα θα υπήρχε κάτι που με κρατούσε κοντά της, μα τώρα δεν ήμουν πια βέβαιη για τίποτα. Για τίποτα.
Επεκράτησε μια αφωνία μερικών λεπτών. Το τηλέφωνό της κτύπησε και ένα θέμα έπρεπε να διευθετηθεί πάραυτα. Την κοίταζα που με κοιτούσε με το χέρι στο πρόχειρα κατεβασμένο ακουστικό. Κάτι θα ήθελε να μου πει μα δεν εύρισκε τα λόγια. Της είπα ψέματα πως ‘’δεν πειράζει’’ πως ‘’ότι φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος’’ και συμφώνησε με τα χείλια πολύ ελαφρά σφιγμένα. Σηκώθηκα λέγοντάς της με τον πιο ήρεμο τρόπο πως την επόμενη φορά που θα την έβλεπα πάνω ή κάτω από τον άντρα μου, πως θα της φόραγα πρώτα ένα κουβά με σκατά στο κεφάλι και κατόπιν θα της έχωνα ένα χοντρό καλοακονισμένο μαχαίρι στον κώλο. Την χαιρέτησα με προσποιητή ευγένεια και της άδειασα την γωνιά, αφού πέταξα με δύο κινήσεις, οτιδήποτε υπήρχε επάνω στον πάγκο του γραφείου της στην ανοιχτοπράσινη μοκέτα του δαπέδου της.
Με κοίταζε εμβρόντητη με το στόμα ανοιχτό και τα πόδια της ελαφρά ανασηκωμένα σε μία προσπάθεια ύστατης άμυνας.
Προχωρώντας προς την έξοδο, μου πέρασε η ιδέα πως τα γόνατά της θα είχαν νοιώσει την απαλότητα της υφής της μοκέτας που πατούσα, την ίδια ώρα που ο πισινός της θα χάζευε το χρώμα του ταβανιού του γραφείου της έτοιμος διά πάσαν επίσκεψιν…
«Πουτάνα.» Μάσησα τον λόγο μου.
Μπορεί και να με άκουσε, μπορεί και όχι. Τι σημασία είχε; Γύρισα στο κάθισμα του γραφείου μου χωρίς να είμαι σε θέση να ξεχωρίσω ακόμη τα συναισθήματά μου. Δεν ήθελα κανέναν να δω και σε κανέναν να μιλήσω. Ακόμη δεν είχα αρχίσει την προσπάθεια της ερμήνευσης του εαυτού μου γιατί δεν είχα βρει το χρόνο να τα κάνω. Η μία κίνηση διαδεχόταν υποχρεωτικά την άλλη και έμενα να μετρώ τις αντιδράσεις μου χωρίς να τις νιώθω. Οι αθροιστές πολλαπλασιαζόταν και η άθροιση όσο αργούσε, γινόταν όλο και πολυπλοκότερη.
«Μύριαμ είσαι καλά;»
Το κορίτσι που συμβούλευα. Η Έρικα έδειχνε μία χαρά. Πόσοι μήνες είχαν περάσει από τον χωρισμό της. Ένας, δύο; Οι μικρές τα καταφέρνουν καλύτερα από εμάς τις μεγάλες, ίσως γιατί έχουν περισσότερο μέλλον ή μεγαλύτερη δύναμη μπορεί και αλλιώτικη θέληση. Τα χρόνια καταβάλλουν τα όνειρα, τους κλέβουν το χρώμα, τα ξεθωριάζουν με αποτέλεσμα να πιστεύουμε πως δεν αξίζουν ή δεν μας αξίζουν. Λάθος και στα δύο. Αλλά ποιά το καταλαβαίνει; Ποιά ετούτες τις ώρες μπορεί να σχεδιάζει ανατάσεις του νου την ώρα που εκείνος βολοδέρνει στα ύφαλα;  Ίσως να είναι ο στόχος το ξανάνιωμα, ο απώτερος σκοπός –του μυαλού να είναι- το ξαναφτιάξιμο της ζωής, αλλά το αφήνουμε για λίγο αργότερα και το ‘αργότερα’, αποκτά χρώμα όμορφο, οικείο και καλοδεχούμενο. Βολεψιάρικο. Μορφή γνώριμη και νόημα αναπαυτικό και πάνω στο νόημα αποκτά και ουσία και παγιώνει την μάζα του και μένουμε χαρούμενες στο πάτωμα γιατί έχουμε μάθει πια να μην πονάμε από την έλλειψη του οτιδήποτε μέσα στις πρόχειρες βολές μας. Απολαμβάνουμε την γρανιτένια μας όψη κομπάζοντας πως, εμείς πια μάθαμε και έχουμε το δικαίωμα και στην κρίση και στην κατάκριση όλων υπόλοιπων ζωντανών. Τρομάρα μας!
Και τι χάσαμε. Τι χάσαμε; Την ζωή μας χάσαμε μωρέ, δεν το νοιώθετε; Γεράσαμε γιατί οι γριές δεν νοιάζονται παρά μόνο για τον θάνατο και ανησυχούν για την όψη του και μόνον για αυτήν. Γιατί οι γριές απολαμβάνουν και ζουν με τις ζωές και να νέα των άλλων. Αυτά κερδίσαμε και ετούτα χάσαμε!
«Είμαι όσο καλά μπορώ να είμαι Έρικα. Σε ευχαριστώ.»
«Μύριαμ, δεν δείχνεις καθόλου καλά.»
«Πόσο χρονών είσαι Έρικα;» της χαμογέλασα «Το πιστεύεις πως δε ξέρω πόσο χρονών είσαι;»
«Είκοσι δύο.»
Δίκιο είχε, φαινόταν η φρεσκάδα της. Ούτε καφέ δεν είχα μπροστά μου ώστε να πιω μια γουλιά για ξεκάρφωμα της αμηχανίας που ένοιωθα. «Είκοσι δύο» επανέλαβα σαν ηλίθια. Κούνησα και το κεφάλι μου…
«Μίλα στην κυρία Καραϊλή, θα σου δώσει άδεια. Τα πάτε καλά οι δυό σας δεν τα πάτε;»
Της είπα πως καλά τα πάμε οι δυό μας και συμπλήρωσα πως είχε δίκιο. Θα πήγαινα το επόμενο λεπτό κιόλας να πάρω μια ολιγοήμερη άδεια. Την δικαιούται η κάθε υπάλληλος που έχει φρεσκοπηδημένο άντρα και κέρατα στα μούτρα που από τις άκρες τους κρέμονται κουδούνια παλιάτσου…

Την άδεια την πήρα. Η Όλια μου την έδωσε πριν προλάβω να ολοκληρώσω την πρότασή μου.
«Μέχρι το τέλος της εβδομάδας καλή μου» Από το ύφος της έρεε η κατανόηση της υπεροψίας.
«Άντε γαμήσου ρε» της απάντησα.
Ήταν πολύ όμορφη. Και πάρα πολύ σέξι όταν τράβαγε στο πλάι τα  μαύρα της γυαλιά, ή όταν και σε κοιτούσε από επάνω τους με εκείνο το δασκαλίστικο ύφος που παρέπεμπε σε ανοχή της παρουσίας σου από μέρους της, λόγω του υπερβολικού φόρτου της εργασίας της. Μεταξύ μας πιστεύω πως τα φόραγε τα ρημάδια μόνο για την προώθηση του τύπου της. Ο κάθε άντρας γινόταν έρμαιο του ταμπεραμέντου και της ηθοποιίας της.

Το σπίτι μου ήταν άδειο, όπως ακριβώς το περίμενα. Το κινητό μου γεμάτο από τρείς αναπάντητες του Βύρωνα και ένα μήνυμα που έλεγε πως ανησυχούσε μην κάνω καμία τρέλα, μόνο που δεν είχε διαχωρίσει τι εννοούσε λέγοντας ‘τρέλα’. Αν πίστευε την αυτοκτονία, τότε είχε και αυτός όπως και η μάνα του μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, αν φοβόταν το πήδημα το δικό μου με κάποιον τρίτο, τότε ήταν κοντά. Αυτό θα γινόταν, αλλά όταν και όπως ήθελα εγώ, ώστε να μου κάνει καλό και να το ευχαριστηθώ και όχι να μου χαλάσει περισσότερο την διάθεση.
Μου άρεσε λοιπόν που ήταν άδειο το σπίτι. Πέταξα τα ρούχα μου και έκανα μπάνιο. Έμεινα γυμνή και έκανα ένα καφέ. Ήθελα πρώτα από όλα να συμμορφώσω τις σκέψεις μου. Άπλωσα τα πόδια μου στο τραπεζάκι του σαλονιού ανοιχτά, αφού πρώτα είχα κλειδώσει την πόρτα για να νοιώσω περισσότερη ασφάλεια. Πήρα χαρτί και μολύβι σαν καλή μαθήτρια. Μπορεί κάτι να ήθελα να σημειώσω. Έτσι δεν λέγανε οι ψυχολόγοι; Τα καλά δεξιά και τα κακά αριστερά.
Όλα δικά μου ήταν! Και ζωή και αποφάσεις. Όταν σκουριάσει το σίδερο το πετάς ή το κρατάς για ανάμνηση, για χρήση και πίστη δεν κάνει. Προς τον παρόν τον Βύρωνα τον ήθελα γιατί τον είχα ανάγκη, αλλά ήξερα όμως πως ‘’φίλος’’ δεν πιάνεται και θα έπρεπε από εδώ και πέρα να δουλεύω με τον εαυτό μου προς αυτήν την κατεύθυνση. Προς την ολοσχερή μου αποτοξίνωση από τον εαυτό του. Θα τον μοιραζόμουνα όποτε γούσταρα με τις υπόλοιπες που είχε, οτιδήποτε άλλο περι μονογαμίας, που θα μου πέρναγε από το μυαλό θα ήταν ουτοπία. Ωραία μέχρι εδώ.
Με την Όλια τι θα έκανα;
Η αλήθεια ήταν πως εδώ μπλοκάριζα λίγο. Αναγκάστηκα να σηκωθώ και να κοιταχτώ στον καθρέφτη. Ωραία κυρίες μου. Όλια, δεν ήμουν. Έχανα κατά κράτος και σε ομορφιά αλλά και σε σώμα. Προπαντός το δεύτερο. Χάλια δεν ήμουν, αλλά ήθελα μάζεμα. Κώλο και μπούτι. Από στήθος ήμουν καλύτερη. Γυμναστήριο και δίαιτα λοιπόν. Το πρώτο δεν κάνει τίποτα χωρίς το δεύτερο. Μπικίνι διάολε, θα το έκανα ας ήταν Σεπτέμβρης. Και μαλλί. Θα το έκοβα. Μαύρο ή καστανό; Θα έβλεπα. Η Όλια πόσο καιρό να σκαρφάλωνε στον άντρα μου πάνω; Πως απόκτησαν τα νιτερέσα τους; Εντάξει παρέα κάναμε. Λάθος δικό μου βεβαίως, μα τώρα δεν αλλάζει τίποτα. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν ξεκόψαμε τελείως τις επαφές μας.
Ξανακάθομαι σκεφτική.
Ο Βύρων γιατί είχε παρατήσει την Όλια για χάρη μου; Είχε διαφορές με δικούς της για κάποια χρήματα. Ποιος είχε δανείσει ποιόν; Δεν είναι περίεργο που ποτέ μου δεν έμαθα με ακρίβεια; Τι στο καλό, έχει γούστο ποτέ του να μην με αγάπησε.
Αααα θα τρελαθώ. Τώρα θα τρελαθώ. Τι ιδέες είναι αυτές;
Έχει γούστο ποτέ του να μην χώρισε στην ουσία μαζί της. Να πηδιόταν οι δυό τους από την πρώτη μέρα του γάμου μας πίσω από την πλάτη μου. Και η Όλια γιατί χώρισε με τον Κωνσταντίνο; Γιατί την έπιασε με άλλον!
Παναγία μου. Να ήταν ο άλλος ο δικός μου ο άντρας;
Σηκώνομαι ξανά. Ζεσταίνομαι αλλά δεν υπάρχει τίποτα άλλο αν βγάλω εκτός από το δέρμα μου.
Μια φούντωση είναι θα περάσει Μύριαμ.
Εμ βέβαια και βηματίζω. Αυτά καμιά μας δεν μπορεί να τα σκέφτεται καθιστή και ακίνητη. Καμιά μας. Τρέλα; ΤΡΕΛΑ. Με κεφαλαία γράμματα.
Η πόρτα κτυπάει. Αϊ γαμήδια. Ποιος να ‘ναι;
Κοιτάζω από το μάτι. Ένας πλασιέ, κάποιος άγνωστος.
«Γαμιόμαστε φύγετε, φύγετε.»
Γέλασα μέσα μου, αλλά όχι πως έλεγα και ψέματα δηλαδή. Εδώ πηδιόταν ολάκερο σύμπαν γύρω μου. Έχει γούστο. Έχει γούστο. Να μιλήσω στον Κωνσταντίνο, αλλά και τι να του πω;
‘’Καλημέρα Κωνσταντίνε τι κάνεις; Περνούσα μωρέ από εδώ γύρω και να, χεχε, είπα να σε ρωτήσω αν θυμάσαι με ποιόν γαμιόταν η γυναίκα σου χαχαχα… Ναι, ναι, η Όλια η φίλη μου. Τότε που κόντεψες να πεθάνεις από τον καημό σου; Αν θυμάσαι λέω…’’
Είχα ξεμείνει από φίλες. Μία είχα όλη κι όλη και μου έφτανε. Την πουτάνα! Όταν με χρειαζόντουσαν οι υπόλοιπες γνωστές μου πάντα ήμουν πότε απασχολημένη και πότε πού πολύ ερωτευμένη μ τον άντρα μου. Τώρα σίγουρα θα είναι κι εκείνες. Ερωτευμένες αν είναι τυχερές.
Βιάζομαι χωρίς λόγο. Αγχώνομαι.
 Όλη μου την ζωή την στήριξα επάνω του. Ας γράψω ακόμα ένα λάθος πάνω σε όλα τα άλλα.
«Αρχόντω ο γιός σου.»
«Ε, τι ο γιός μου;»
«Μάπα το καρπούζι Αρχοντία, άκου με που σου λέω.»
Γελάω πλέκοντας στιχομυθίες. Δεν το θέλω μα η άμυνα κάποιου ένστικτου τις στέλνει να απαλύνει τις καρπαζιές που έχουν πάρει πλέον την μορφή της καταιγίδας. Που τα ‘χα τα μάτια μου; Που χάζευα όταν στον Βύρωνα κολλάγανε τα προγράμματα των υπολογιστών και έτρεχε παντού να τα διορθώσει;
Τα μούντζωσα τα μούτρα μου και έτσι τσιτσιδωμένη όπως ήμουν, σιχάθηκα και το κορμί μου, τόσο, που βιάστηκα να ρίξω κάτι επάνω μου.
Πέμπτη πρωί. Μέχρι την Δευτέρα που θα ξαναπήγαινα στην δουλειά πίστευα πως είχα αρκετό χρόνο. Μέχρι τότε όφειλα να γνωρίζω καλύτερα όλα εκείνα που είχα πραγματικά ανάγκη.

6

Δευτέρα πρωί. Αν νομίζετε πως κάτι άλλαξε μέσα μου, τότε έχετε δίκιο, αλλά από την ανάποδή! Ο Βύρωνας εξαφανίστηκε. Ο Βύρωνας χάθηκε, ο Βύρωνας μας τελείωσε, ο Βύρωνας πάει. Έτσι απλά.
Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.
Την τελευταία φορά που τον είχα δει ήταν ξαπλωμένος αν θυμάστε στον καναπέ τα ξημερώματα Πέμπτης με το πουλί σηκωμένο και το σεντόνι τυρόπιτα.  Αυτή είναι και η τελευταία του εικόνα στα μάτια μου.
Τώρα είναι 11.25 και είμαι σπίτι. Συνέβησαν τόσα πολλά που αγωνίζομαι να τα βάλω σε μία σειρά ώστε να είμαι περισσότερο κατανοητή.
Όταν την Πέμπτη το βράδυ ο Βύρων δεν είχε επιστρέψει, άρχισα να ανησυχώ. Το πρωί όπως σας είχα πει, μου είχε στείλει μερικά μηνύματα και με είχε πάρει τηλέφωνο κάμποσες φορές χωρίς όμως να το σηκώσω κρατώντας την στάση που πίστευα πως έπρεπε. Το ίδιο βράδυ προς το ξημέρωμα της Παρασκευής μετάνιωνα. Κάκιωνα με τον εαυτό μου που κράτησε εκείνη την στάση λέγοντάς του πως με την αυστηρότητα, καμία γυναίκα δεν κέρδισε ποτέ τίποτα. Έτσι ήμουν πάντα στην ζωή μου, βαρούσα μία στο καρφί και μία στο πέταλο. Από το μυαλό μου, Παρασκευή πρωί, πέρασε η ιδέα πως τον είχε σπιτώσει η Όλια. Τρελάθηκα. Μια που η ώρα ήταν ακόμη νωρίς και προλάβαινα, πατσαβούριασα ένα ρούχο επάνω μου και πετάχτηκα στον δρόμο σαν την τρελή, αχτένιστη να προλάβω. Οδήγησα μέχρι το σπίτι της Όλιας στην Ηλιούπολη, με την τσίμπλα στο μάτι από την αϋπνία και κρύφτηκα στην γωνία χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας. Η ώρα θα ήταν οκτώ και μισή.
Πώς μπορεί να γίνει ο άνθρωπος καμιά φορά... Ιδίως εκείνος που τα κοροϊδεύει όλα αυτά, οντας σίγουρος για τον εαυτό του… Ναι φίλε -εσύ που νομίζεις πως τα λέμε για άλλους-, είναι να μην σου τύχει. Σε αυτή την ζωή κανείς δεν περιφέρεται αμέτοχος ή αθώος. Όλα τα πουλιά έχουμε …μύτη ιδίως τα έξυπνα!
Γονατισμένη πίσω από την ρόδα του αυτοκινήτου μου παραφυλούσα, και όποτε κουραζόταν τα γόνατά μου, έμπαινα μέσα και περίμενα σκυμμένη, με τον κίνδυνο της αποκάλυψης της παρουσίας μου και του εξευτελισμού που θα επακολουθούσε, πέρα για πέρα ορατό. Μετρούσα τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά και τα πεντάλεπτα μαζί με τον περαστικό κόσμο που απορούσε βλέποντάς με. Ενάλλασσα στάσεις. Ο Βύρων πουθενά. Το ίδιο και η Όλια. Κανονικά θα έπρεπε να έχουν φύγει για την δουλειά τους. Άρχισα να απογοητεύομαι. Τα παιδιά της Όλιας έμεναν με τον Κωνσταντίνο, τον άντρα της, έτσι η ‘βρόμα’ θα είχε όλο το πεδίο ελεύθερο να κάνει την ζωή της, χαλώντας την δική μου. Στα τσακίδια. Τι ώρα ήταν; Εννιά και δέκα. Ο Βύρων πάντοτε έφευγε νωρίς από το σπίτι πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Μα και βέβαια, Μύριαμ, σήμερα ήταν μια εξαιρετική περίπτωση. Μα και βέβαια! Ήταν το πρώτο του βράδυ με την Όλια και δικαιολογούταν μία αξιόλογη καθυστέρηση από μέρους του σε οτιδήποτε είχε προγραμματισμένο. Σε οτιδήποτε. Τι να κάνω εγώ τώρα; Να φύγω; Να περιμένω;
Η Όλια!
Έσκυψα μέχρι που φίλησα το κάθισμα του συνοδηγού. Ερχόταν προς το μέρος μου. Τι ξευτίλα Θεέ μου. Ερχόταν γιατί κάλλιστα θα μπορούσε να με είχε δει από το μπαλκόνι του ρετιρέ της -να στέκομαι σαν την μύγα στην πιατέλα-και  να την κατασκοπεύω. Είσαι ηλίθια Μύριαμ. Πολύ ηλίθια μα τον άγιο. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. ‘’Περνούσα Όλια και στάθηκα’’, ‘’Κατά τύχη βρέθηκα και είπα να σου πω μια καλημέρα’’, ‘’Είμαι μία μαλάκω Όλια, που της αξίζουν όλα τα κακά του κόσμου.’’
Η Όλια πέρασε από το πλάι μου χωρίς να με δει.
Ανάσανα. Έδειχνε εντελώς αμέτοχη σε οτιδήποτε, αλλά και πώς αλλιώς θα έδειχνε δηλαδή κάποια που έχει συμμετοχή στα πάντα; Κι ο άλλος πού ήταν; Να έμεινε σπίτι της; Θα ανέβαινα να κτυπήσω το κουδούνι της. Θα το έκανα μόλις η κάρια εξαφανιζόταν.
Άρχισα να μετράω τα δευτερόλεπτα σπρώχνοντας τον χρόνο -που είχε μπαστακώσει-, όσο γρηγορότερα μπορούσα. Το αμάξι της Όλιας πέρασε με ταχύτητα από το πλάι του δικού μου και εξαφανίστηκε. Άφησα ακόμη δύο τεράστια λεπτά να περάσουν και βγήκα στον δρόμο. Στο τζάμι της εισόδου της πολυκατοικίας, λυπήθηκα το καθρεφτισμένο μου είδωλό αμέσως μόλις το αντίκρισα. Δεν ήθελα να με δει σαν ζητιάνα ο Βύρωνας στην περίπτωση που θα ήτανε μέσα, αλλά τι να έκανα; Να έφευγα χωρίς να γνωρίζω; Δεν το άντεχα. Η αμφιβολία θα με σκότωνε. Όσες έχετε ζήσει αυτές τις αμφιβολίες, γνωρίζετε και την φονικότητά τους αλλά και την επιβολή τους.
Σκέφθηκα να του κτυπήσω το θυροτηλέφωνο κρυμμένη από την κάμερα της τηλεόρασης της εισόδου και αν δεν απαντούσε κανείς, να τολμούσα μία προσπάθεια στον έκτο. Χρειάστηκαν τρία χτυπήματα με το τελευταίο εκνευριστικά παρατεταμένο ώστε να αποκτήσω την σιγουριά πως ακόμα και αν υπήρχε κάποιος στο σπίτι, δεν θα ήταν διατεθειμένος να απαντήσει. Πάνω που απογοητευόμουν, η πόρτα της εισόδου άνοιξε τόσο ξαφνικά, που τρόμαξα. Γύρισα την πλάτη μου απότομα ενώ είχα αρχίσει να κατουριέμαι. Ένας πιτσιρικάς πετάχτηκε απότομα τρέχοντας. Βιάστηκα και πρόλαβα την πόρτα ανοιχτή. Ανέβηκα με τα πόδια και τους έξι ορόφους και κτύπησα λαχανιασμένη το κουδούνι.
Φαντάστηκα τον Βύρωνα να ανοίγει με τα σώβρακα ή με μία πεσέτα του μπάνιου  τυλιγμένος, ακόμη χειρότερα και να με ρωτάει...
‘’Γιατί είμαι λαχανιασμένη βλαμμένε; Πηδιόμουνα στις σκάλες με όλους τους ενοίκους της πολυκατοικίας και επειδή μου φάνηκαν λίγοι, πήρα και τους ιδιοκτήτες. Μαλάκα. Ρωτάς κιόλας ενώ ξενοκοιμάσαι!’’ Αυτά, Αν, άνοιγε την πόρτα ο Βύρων και αν με ρωτούσε την συγκεκριμένη ερώτηση που σκεφτόμουν…
Ήδη κατουριόμουν αφόρητα. Αν είχε γλάστρα έξω από την πόρτα της, η Όλια, θα την τιμούσα με κάθε μεγαλοπρέπεια και με κάθε ευχαρίστηση. Γουργουριστά, κεχριμαρένια.
Ξαναχτύπησα, την ώρα που έπρεπε να είχα αρχίσει να σκέφτομαι πως ο Βύρωνας είχε περάσει αλλού το βράδυ του. Ασυναίσθητα, έψαξα πιεσμένη από κάποια παρόρμηση και ενώ κατ’ ουσία δεν το ήθελα, πίσω από το ακριανό σοβατεπί στο τοίχο στα αριστερά μου. Εκείνο, το μικρό μαρμάρινο κομμάτι μήκους δεκαπέντε εκατοστών, που έβγαινε από την θέση του με τον γνώριμο τρόπο. Προς τα πλάγια. Το κλειδί της βρισκόταν στο μικρό εκ κατασκευής κούφωμα, που υπήρχε πάντοτε. Έμεινα για λίγο σκεφτική…
Ξεκλείδωσα και μπήκα στο σπίτι πριν αποφασίσω να το κάνω. Κατουριόμουν. Αυτή ήταν η δικαιολογία μου…
Το σπίτι της Όλιας από τότε που είχε χωρίσει με τον Κωνσταντίνο είχε γίνει γλυκό και φιλόξενο σαν ένα υπέροχα καταδεκτικό μπουρδέλο. Κάλλιστα μέσα του μπορούσε να φιλοξενήσει από πλευράς χώρου και διάκοσμου, μία υπερπαραγωγή ενός τεράστιου οργίου που θα μπορούσε να χωρέσει κάθε φυσιολογικότητα και κάθε παραφυλία. Οι μαξιλάρες που υπήρχαν πεταμένες παντού, τα περσικά χαλιά τα σφυρήλατα καντηλέρια στους τοίχους με τις εγχάρακτες επιγραφές από το κοράνι. Οι κατακόκκινες κουρτίνες οι πορτοκαλένιοι εξ’ απεναντίας τοίχοι με τα αντίγραφα του Καντίνσκι, τα πάμπολλα μισοκαμένα κεριά, τα πολύ θερμά χρώματα, οι δύο υπερβολικά χαμηλοί καναπέδες και το πλούσιο μπαρ με τα διάφανα ποτήρια από επάνω του, ήταν μερικά από τα χαρακτηριστικά του σαλονιού της.
«Πολύ θα γουστάριζα μια παρτουζίτσα με τις φίλες της φίλης σου» μου πετούσε ο Βύρων σχεδόν κάθε φορά που ερχόμασταν εδώ για καφέ ή για κάποιο ποτό στην βεράντα.
«Και με τους φίλους των φιλενάδων της, Βύρωνα, μην τους ξεχνάς και αυτούς σε παρακαλώ… Να έχουμε και εμείς κάτι να κάνουμε.»
Η Όλια γελούσε με εκείνο το θεσπέσιο κακαριστό γέλιο της που φώναζε από μακριά ‘’πηδήξτε με, πηδήξτε με’’. «Και με όλο τους το σόι…» ολοκλήρωνε εξακολουθώντας να με κοιτά νόημα, συμφωνώντας απερίφραστα με όλο της το κορμί. Τι βρόμα…
Παναγία μου κατουριέμαι.
Τρέχω σαν τρελή στην τουαλέτα της.
Με το που σηκώθηκα από την λεκάνη ένα πελώριο άγχος με τύλιξε. Τι έκανα εγώ εδώ μέσα; Οι οσμές των καλλυντικών της ακόμη κυκλοφορούσαν στον αέρα και με αναστάτωναν. Αν θα επέστρεφε η Όλια και με έβλεπε να κατουράω στην λεκάνη της ή να τριγυρνώ σαν την κλέφτρα στο σπίτι της μέσα τι θα έλεγε και εγώ τι θα μπορούσα να της απαντήσω;
Βιάστηκα να φύγω. Να φύγω. Μία ματιά στην κρεβατοκάμαρα μόνο και φεύγω. Παναγία μου.
Η Όλια κρεβάτι δεν είχε, αντ’ αυτού υπήρχε ένα τεράστιο στρώμα, διπλό σε ύψος από τα κανονικά, που χωρούσε το φάρδος του άνετα τέσσερις ανθρώπους για μία συνεύρεση ενηλίκων περιωπής. Ένα λευκό σεντόνι πατσαβούρι στην μία γωνιά, μερικά βρακιά της σε μία γωνία, ένα σουτιέν, δυο περιοδικά, ένα μπουκάλι λιπαντικό με άρωμα κεράσι πλάι στο προσκεφάλι της και ένα ζευγάρι χειροπέδες κάτω από ένα μαξιλάρι που φανέρωναν τον ένα τους κύκλο και συνέθεταν το σκηνικό  της μιάς ή των περισσότερων βραδιών της.
«Μπράβο Όλια! Χειροπέδες και λιπαντικά…» μονολόγησα.
Βιάστηκα να φύγω. Κάθε λεπτό που περνούσε ήταν μια πρόκληση στην καλή μου τύχη. Το παρήγορο ήταν πως δεν υπήρχε ίχνος Βύρωνα. Γονάτισα στο κρεβάτι. Μπουσούλισα επάνω του και ενώ τα αρώματα του κορμιού της με συνέπαιρναν, ξεκούμπωσα το μπουκάλι με το λιπαντικό και το άφησα ανοιχτό να τρέχει… Την έκανα την κακία μου. Την έκανα κι έφυγα τρέχοντας.

Ωραία όλα αυτά, αλλά ο Βύρων πού ήταν; Πέρασε και το Σάββατο και αναγκάστηκα να τον πάρω τηλέφωνο την Κυριακή στις δέκα το πρωί. Τίποτα. Το τηλέφωνό του ήταν απενεργοποιημένο. Άρχισα να ανησυχώ. Να του είχε συμβεί τίποτα; Τα ρούχα του στην ντουλάπα ήταν απείραχτα. Πήρα την Αρχοντία στο Μεσολόγγι να δω δήθεν πως τα πάει με τα φάρματα της καρδιάς της και να την ψαρέψω. Η γυναίκα δεν ήξερε τίποτα, μας καλούσε μάλιστα το επόμενο Σάββατο για τραπέζι.
Να τον αποπήρα τόσο πολύ; Έλεος. Μην τρελαθούμε κιόλας. Οι περισσότερες από εσάς θα τον είχατε πετάξει έξω από το σπίτι την ίδια ημέρα. Να τον είχα τόσο πολύ ανάγκη και αυτή μου η ανάγκη να μεταφραζόταν σε φόβο για οτιδήποτε;
Κυριακή βράδυ.
Πήρα τηλέφωνο την αστυνομία και αμέσως μετά και τα εφημερεύοντα νοσοκομεία. Πουθενά ο Βύρωνας. Οι πιθανότητες ήταν να έμενε σε κανένα ξενοδοχείο της πλάκας μέχρι να περάσουν μερικές ημέρες ώστε να τρομάξω και τον υποδεχθώ θριαμβευτή στο σπίτι μου. Αυτές ήταν οι πιθανότητες. Εμένα όμως η ψυχή μου δεν βολευόταν. Στην αστυνομία μου είπαν να περιμένω ακόμη σαράντα οκτώ ώρες έως ότου δηλώσω την εξαφάνισή του καθώς πολλοί άντρες ξεχνιόταν στα μπούτια κάποιων νεώτερων γυναικών ναρκωμένοι από τις γεύσεις των αλλιώτικων χυμών τους και τα χάδια τους τα εναλλακτικά. Συνέβαιναν αυτά στον κόσμο των αντρών. Α, βέβαια οι μυρωδιές των νεώτερων γυναικών ναρκώνουν πρωτίστως με την διαφορετικότητα τους και κατόπιν με την ποιότητά τους. Η σφιχτή σάρκα κυρές μου. Αυτή και άλλο το χνώτο. Μα πρώτα από όλα η ιδέα. Εσείς που γνωρίζετε τους κώδικες καταλαβαίνετε… Τα ξέρανε για τα καλά όλα αυτά στην αστυνομία, γιατί κάθε πονηρό εγκληματία εκεί μέσα τον εύρισκαν συνήθως. Στα μπούτια. Και εκεί τον έπιαναν. Στα κρεβάτια της θαλπωρής, στα κοινότερα λημέρια του κάθε απατεώνα. Τώρα, αν τους έλεγα και όλο το σκηνικό που ειχε παιχτεί πριν από μερικές ημέρες θα με πέταγαν με τις κλωτσιές έξω από το τμήμα γελώντας με την εντελώς χαζεμένη που τους είχε τύχει βραδιάτικα χωρίς να γνωρίζει τίποτα από τον κόσμο και την ζωή γενικότερα...
Υπομονή και άγχος. Καθισμένη μεσάνυχτα στην πολυθρόνα που ποτέ δεν καθόμουν γιατί κοιτούσε στραβά την τηλεόραση, χάζευα τα παιχνιδίσματα της φλόγας του κεριού που είχα ανάψει για πλάκα. Στην τηλεόραση ωρυόταν κάποιος εντελώς βλαμμένος ή κάποιος εντελώς καλοπληρωμένος πολιτικός, πως το πρόγραμμα της λιτότητας βγαίνει και πως οι Γερμανοί τελικά θα αποδεικνυόταν φίλοι μας. Θα το βλέπαμε όλες εμείς που αντιδρούσαμε. Πήρα την τσάντα μου να βρω κανένα ξεραμένο τσιγάρο, από εκείνα που ξεχνούσα τακτικά μέσα στα σωθικά της γιατί κάπνιζα μία στο τόσο περισσότερο για απασχόληση της στιγμής παρά από εξάρτηση.
Ψάχνοντας στα τυφλά σον πάτο της τσάντας κέρωσα.
Έμεινα άναυδη μην πιστεύοντας στην μεγάλη μου αβλεψία. Τα κλειδιά της Όλιας! Γιατί ρε γαμώτο μου τέτοιο λάθος; Γιατί Θεέ μου τέτοια ανοησία; Πόσες μέρες είχαν περάσει; Τι να έκανα τώρα; Να τα ξαναπήγαινα πίσω αύριο το πρωί; Κι αν τα είχε ήδη ψάξει; Το σοβατεπί το είχα βάλει στην θέση του ή το είχα αφήσει παρατημένο στην μέση του πλατύσκαλου; Δεν θυμόμουν. Τίποτα δεν θυμόμουν. Παναγία μου όσο το σκέφτομαι τόσο χειρότερο το κάνω. Θα το καταλάβει πως ήμουν εγώ. Θα το καταλάβει γαμώτο μου, γιατί δεν ήξερε άλλος την κρυψώνα. Τέτοια ξεφτίλα;

Δευτέρα πρωί πήγα άυπνη στην δουλειά μου μαγκωμένη. Είχα προσπαθήσει να σβήσω τους μαύρους κύκλους που έκαναν τα μάτια μου βάζοντας ότι εύρισκα πρόχειρο μπροστά μου. Προσπάθησα να γίνω όμορφη. ‘’Από έξω κούκλα και από μέσα πανούκλα’’, σάρκασα πολλές φορές τον εαυτό μου γιατί η παροιμία ταίριαζε γάντι στην περίπτωσή μου. Πήγαινα στην δουλειά σε πολύ χειρότερη κατάσταση από ότι είχα φύγει, έχοντας καταφέρει μέσα σε λίγες ημέρες να κάψω όλα τα ‘’χαρτιά’’ που κρατούσα και με έφερναν σε θέση ισχύος.
Τον Βύρωνα, τον θέλεις κορίτσι μου; Απάντησε με σιγουριά πρώτα σε αυτήν την πολύ σημαντική ερώτηση και έπειτα απαντάς στις υπόλοιπες.
Και που να ξέρω; Σάμπως, τι μπορεί να αλλάξει με ένα πήδημα;
Η εμπιστοσύνη!
Ναι, αυτό είναι κάτι το σοβαρό που αλλάζει. Ωραία λοιπόν η εμπιστοσύνη σου Μύριαμ χάθηκε, ας μην ξεχνάμε πως ο άντρας σου είχε και δεύτερο κινητό, πράγμα που τον φέρνει σε ακόμη χειρότερη θέση γιατί το έγκλημά του ήτανε διαρκές και προμελετημένο και εσένα πολύ κοντύτερα στην αποδοχή της ηλιθιότητάς σου. Χαχα.
Παρακατιανή ήμουν για τον άνθρωπο που ακόμη ανησυχώ και σκέφτομαι μήπως και του έχει συμβεί κάποιο κακό. Ένα,  ένα, τα βολικά μου επιχειρήματα ξεφτίζουν και την θέση τους καταλαμβάνει η λαμπροσύνη του άτεγκτου αληθούς. Του σκληρού και ατσάλινου πραγματικού. Βγες Μύριαμ βγες από το καβούκι σου. Κοίτα τα χάλια σου. Ψάξε να βρεις τον λόγο για τον οποίο παλεύεις. Μάθε επιτέλους τι χάνεις από την σχέση σου με τον γιό της Αρχοντίας; Εδώ, η περίπτωση να μην σε αγάπησε ποτέ και να διατηρούσε σχέσεις με την Όλια σε όλα τα χρόνια του γάμου σου, είναι πέρα για πέρα σοβαρή κι εσύ ασχολείσαι με το που πλασάρει το κορμί του μια δεδομένη βραδιά. Αλήθεια ποιά γυναίκα πιστεύεις πως θα μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη σε έναν τέτοιο άντρα;
Έσπρωχνα την ‘’πρώτη’’ ταχύτητα στο κιβώτιο του αυτοκινήτου μου χωρίς να ξέρω πως είχα βρεθεί στον δρόμο μέσα του. Καθόμουν ανόρεχτα στο κάθισμα του οδηγού με τα χείλια μου να φτιάχνουν ένα στραβό χαμόγελο. Βάζοντας την ‘’δευτέρα’’, κατάλαβα πως νοιαζόμουν για τον Βύρωνα γιατί δεν ήθελα να πιστέψω πως χάθηκαν από την ζωή μου τόσα χρόνια και πως αν πάλευα με τους δικούς μου όρους, νηφάλια και χωρίς κατινιές και άλλου είδους μαλακισμένων αντιδράσεων κάτι θα πετύχαινα. Τι θα πετύχαινα; Δεν το ξέρω. Ίσως το ότι έδωσα τον αγώνα μου. Ίσως αυτό και μόνον.
Έφτασα στο κέντρο της Αθήνας ευτυχώς χωρίς πολύ κίνηση.
Παρκάρισα.

Πέρασα μέσα στο σύνολο των γραφείων διασχίζοντας την μακριά αίθουσα με τα ψηλά γυάλινα χωρίσματα και την χαρακτηριστική απαλή μυρωδιά των υπολογιστών που γουργούριζαν χαμηλόφωνα τα μοτέρ τους. Ιχνηλάτευα το κάθε πρόσωπο, του κάθε συναδέλφου, ψάχνοντας για ύστερες σκέψεις, στην ματιά του καθενός σαν την αδιάκριτη μάγισσα. Αναζητούσα την γνώση του δικού μου προβλήματος μέσα στο κεφάλι του καθένα ξεχωριστά και το είδος της ντροπής που θα μου καταλόγιζε. Μάταια. Όλοι τους έδειχναν μέσα στον δικό τους προσωπικό χώρο, μέσα στα δικά τους προσωπικά θέματα που τα θεωρούσαν το δίχως άλλο χειρότερα από το δικό μου. Προσπέρασα το γραφείο μου και κοντοστάθηκα. Γύρισα το κεφάλι μου πίσω και αναρωτήθηκα προβληματισμένη…
«Καλημέρα σου. Κάθεσαι σε λάθος γραφείο. Καινούρια είσαι;»
Η κοπέλα που καθόταν στην θέση μου φορούσε τζην παντελόνι και είχε την αγωνία την πρώτης ή της δεύτερης μέρας στην δουλειά. Φοβόταν το κάθε μικρό της λαθάκι και ήταν τόσο μαλακιά σαν το ξεχασμένο βούτυρο στον πάγκο της κουζίνας μια μέρα του καλοκαιριού.
«Η κυρία Καραϊλή, εδώ μου είπε να καθίσω εδώ.» Τα μάτια της είχανε πάρει μια στρογγυλάδα γεμάτη ειλικρίνεια και το στόμα της είχε μείνει μισανοιχτό, έτοιμο για την επόμενη απάντησή του.
Προχώρησα βιαστικά προς το γραφείο της Όλιας. Ο Αντρέας, ο νεαρός σεκιουριτάς με τα μεγάλα μπράτσα και το τετράγωνο πρόσωπο, που σίγουρα θα είχε γίνει αντικείμενο νυχτερινών ονειρώξεων αρκετών γυναικών από τον χώρο μας, μου είπε να περιμένω με τον μόνο τρόπο που ήξερε να το πει.
«Στάσου. Περίμενε.» Τα χέρια του ήταν απλωτά.
Τον κοίταξα απορημένη μα βιάζεται να έρχεται κοντά μου.
«Μύριαμ, η κυρία Καραϊλή είπε να περάσεις από το λογιστήριο. Ζήτα την Ευθυμία την έχει κατατοπίσει. Έτσι μου είπε. Την δουλειά μου κάνω Μύριαμ.»
Κοίταξα εξοργισμένη το χέρι του στο μπράτσο μου, που ακουμπούσε και λίγο στήθος. Αυτό το τελευταίο δεν του χρέωσα. Ήταν άγγιγμα της στιγμής, της ώρας, της αυξανόμενης κατάστασης.
Η καριόλα με απέλυε! «Με απολύει;» ρώτησα τον Αντρέα.
«Είσαι πολύ πουτάνα» σχεδόν στρίγγλισα κοιτώντας προς την θολή γυάλινη πόρτα. Με άκουσε, δεν μπορεί να μην με έχει ακούσει. Δεν μπορεί. Μερικά μέτρα μακρύτερα από το γραφείο της ‘’συμπονούσας’’ διεύθυνσης ήμουν ή των πολύ ερωτικών οργίων.
Ο Αντρέας με έσπρωχνε με τον τρόπο του. Τραχύς καθώς ήταν και νεαρός, το έκανε λίγο πιο βίαια. Το βλέμμα του την είχε την απόφαση. Την είχε που να πάρει.
Του είπα να πάρει το χέρι του από το μπράτσο μου. Τον είπα και ‘’μαλάκα’’ και κάπως συνεννοηθήκαμε. Σε όλη μου την διαδρομή μέχρι την έξοδο με κοιτούσαν ζευγάρια ματιών σαν να με έβλεπαν για πρώτη φορά. Οι φιλίες, οι δεσμοί, οι πιωμένοι καφέδες, οι συμμαχίες, είχαν όλα χαθεί. Στα μόνα μάτια που διέκρινα πίστη και την υπόνοια μιας λύπης, ήταν σε αυτά της εικοσιδυάχρονης Έρικας. Της άπλωσα το χέρι καθώς περνούσα από μπροστά της και τις ευχήθηκα καλή συνέχεια.
Με ευχαρίστησε και μου είπε πως θα κρατούσε το στόμα της κλειστό μέχρι να εδραιώσει την θέση της στην εταιρεία.
«Στην ζωή, σου εύχομαι καλή συνέχεια Έρικα. Στην ζωή σου. Μην αφήσεις την δουλειά σου να εισβάλει το σπίτι σου. Η δουλειές είναι περισσότερο άτιμες και από εμάς τις ίδιες. Να το ξέρεις.»
Μου έδωσε σε ένα πρόχειρο χαρτάκι το τηλέφωνό της.

Αυτό ήταν. Η γεροντοκόρη με το ξέθωρο ξανθό ξαστό μαλλί με κοιτούσε από μίλια μακριά. «Υπογράψετε εδώ» Μου έδειξε με το στυλό το μέρος, κάνοντας την πολύ κυρία που δεν άντεχε την ζωή της μακριά από τις υποχρεωτικές τυπικότητες. Αναρωτήθηκα αν στις σχολές των λογιστών διδάσκουν τρόπους σωστής συμπεριφοράς, προς τους προς απόλυσιν εργαζομένους. Πώς κάνουν τα γραφεία τελετών στα κοράκια; Μαύρο κοστούμι και μούτρα στο πάτωμα; Ε, κάτι τέτοιο. Κάτι, προς το υποχρεωτικά σοβαρό, προς το αρκετά σεβάσμιο.
«Μου μιλάς στον πληθυντικό Ευθυμία; Πριν από λίγες ημέρες μου έλεγες πως για την δυσκοιλιότητά σου φταίει η ελαφρά κατάθλιψη που έχεις και πως τα υπόθετα που χώνεις στην τεράστια κωλάρα σου δεν σε βοηθούν πουθενά…»
«Μύριαμ εγώ…»
Της απάντησα πως ξέρω, πως καλύτερα θα ήταν να το αφήναμε να πάει να γαμηθεί, γιατί φίλες δεν είχαμε γίνει ποτέ. Το συναίσθημα δεν μας είχε ενώσει, η υποχρέωση της συνεύρεσης στον ίδιο χώρο είχε κάνει την μεταξύ μας συγκόλληση να μοιάζει φυσιολογική, με τρόπο πιεστικό, λόγω της ανάγκης του ανθρώπου για ‘’καλημέρα’’.
Η Έρικα ήταν ίσως η μόνη φίλη…
Υπέγραψα την αποδοχή της απόλυσής μου.

Βρέθηκα στην βουή της ηλιόλουστης μέρας, χωρίς δουλειά, χωρίς άντρα, νευριασμένη, χωρίς σχέδια και χωρίς Θεό. Είχα τα άδικά μου, μα τα δίκια μου ήταν περισσότερα. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Θεωρούσα την ώρα που περπατούσα στα πεζοδρόμια της Αθήνας με τους ώμους κρεμασμένους πως βρισκόμουν στα όρια της κατάρρευσης και του χειρότερου σημείου που θα μπορούσε να περιέλθει η ζωή μου.
Δεν ήταν όμως έτσι.
Πάντα υπάρχουν και χειρότερα. Πάντοτε δυστυχώς…

7

Το νεκροτομείο στου Γουδή, βρομούσε φορμόλη και σε κάποιες άλλες γωνιές του κάτι μεταξύ μυζήθρας και παστού μπακαλιάρου. Η αηδία συναγωνιζόταν με το άγχος μου το κάθε μου βήμα. Η μέρα είχε ζεστάνει κάτι που με έκανε να νοιώθω ακόμη χειρότερα λες και ξυπνούσε μέσα μου μνήμες από ένα λήθαργο που είχε εδώ και μερικές μέρες παγώσει. Ο Τζανής προχωρούσε με το θάρρος του θαμώνα, σε γνωστό καφενείο της γειτονιάς, ενώ ο Βαλέρης με ακολουθούσε κοιτώντας τον κώλο μου. Αυτό το τελευταίο το υπέθετα. Το σφίξιμο στο στομάχι μου είχε γίνει εμφανές ακόμη και στην όψη μου καθώς έγερνα λιγάκι προς τα εμπρός και λιγόστευα το ρυθμό των βημάτων μου, μέχρι που άπλωσα το χέρι μου και φώναξα τον Τζανή να σταματήσει. Κιότεψα. Πήρα για ένα λεπτό την σκυφτή στάση των ανθρώπων που υποφέρουν από στομαχικές διαταραχές. Μισό λεπτό ακόμα. Ο Τζανής έσκυψε και με ρώτησε αν είμαι καλά. Έψαξε το βλέμμα μου. Είδα την ειλικρίνεια στο δικό του. Την είδα και του έπιασα το χέρι του για ‘’ευχαριστώ’’.
«Φέρ’ της ένα νερό.» μίλησε στον Βαλέρη. «Είσαι καλά;»
Του κούνησα το κεφάλι πως, ναι και μου είπε για πρώτη φορά, πως έπρεπε να φανώ δυνατή και να αντέξω εκείνο το ‘’κάτι’’ που δεν μου είχε συστηθεί ακόμη, γιατί δεν είχε καν αρχίσει. Προφανώς εννοούσε τον μακρύ δρόμο που θα τράβαγε η ετούτη η ιστορία. Ακόμα όμως δεν ήμουν σε θέση να ανησυχήσω.
Ο Βαλέρης μου έφερε νερό σε ένα ποτήρι από φελιζόλ και μου το έδωσε με έναν τρόπο που με έκανε να τον κοιτάξω. «Να πάρε.» Τι στην ευχή ηθοποιός ήταν; Πως κατάφερνε να μεταλλάσει την υπεροπτική συμπεριφορά του σε καταδεκτική και συμπάσχουσα μέσα σε μερικά λεπτά; Του έριξα μία ακόμα ματιά. Δεν έκανα λάθος.
Ήπια μερικές γουλιές και πήρα μια ακόμα ανάσα, τον κοίταξα και πάλι με την άκρη του ματιού μου. Χαμογελούσε σαν άνθρωπος! Έστρεψα τα μάτια μου. Η οσμή του παστού μπακαλιάρου εξακολουθούσε να με αναγουλιάζει. Εκείνη τη βρόμα της φορμόλης δεν την είχα ξαναμυρίσει, αλλά με ανακάτευε στην ιδέα και μόνον. Και το λαδερό χρώμα των τοίχων του οικήματος με απέστρεφε. Όλα τα απεχθανόμουν. Όλα! Ήθελα επιτέλους να πάψει η τραγωδία της ζωής μου να ξετυλίγεται αδιάκοπα εμπρός μου. Να πέσει αυτή η αναθεματισμένη αυλαία να τελειώνουμε.
«Έλα, πάμε από εδώ.»
Το ύφος του αστυνόμου τώρα περιείχε μια καλύτερης ποιότητας οικειότητα. Σαν να συνόδευε την αδελφή του ή την από χρόνια γκόμενά του σε ένα υποχρεωτικό μαρτύριο που δυστυχώς έπρεπε να περάσει.
Η πόρτα του ιδιαίτερου θαλάμου ήταν φτηνιάρικη. Θολό σαγρέ τζάμι και αλουμίνιο. Στο θάνατο άξιζε τουλάχιστον μασίφ ξύλο αλλά στην χώρα της μπαγαποντιάς και της προχειροσύνης, θα ήταν εξόχως εξαιρετικό κάτι τέτοιο. Ο θάνατος είναι μέγα γεγονός και μάλιστα λυρικό και ως τέτοιο πρέπει να εκλαμβάνεται από τους πάντες.
Το στρατζαριστό αλουμίνιο μάγκωνε. Έκανε ένα στριγκό ‘’κρακ’’ στο άνοιγμα και άλλο ένα μικρότερο και πιο μπάσο ‘’κρακ’’ στο κλείσιμο. Τα πλακάκια στους τοίχους ήταν πρασινωπά και ολοκάθαρα. Γυαλιστερά. Εδώ η ξένη –για εμένα- μυρωδιά της φορμόλης, επικρατούσε, προσδίδοντας στον χώρο την ιερότητα του χειρουργείου. Η οσμή του μπακαλιάρου είχε εξαφανισθεί, το ίδιο και η υπόνοια της μυζήθρας. Το δέος της χαμένης ζωής, έμοιαζε να είχε ποτίσει βαθιά τόσο τον αυστηρό χώρο όσο και το πετσί του ψηλού ανθρώπου που στεκόταν ορθός μέσα από την λευκή του μπλούζα και έμοιαζε έτοιμος να κλάψει. Από συνήθεια. Τα γκροτέσκα χαρακτηριστικά του τον έκαναν έναν και μοναδικό. Απόλυτα ταιριαστό με το είδος της δουλειάς που είχε επιλέξει. Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται μουσικοί, ζωγράφοι ή αθλητές, ετούτος είχε γεννηθεί βλοσυρός. Άξιος νεκροτόμος.
«Κυρία Αλημενάκη. Παρακαλώ.» Τα χέρια του ήταν ανοιχτά σε μία εγκάρδια χειρονομία που ήταν πολύ διαβασμένη.
Μου είπε να πλησιάσω στο γραφείο όπου είχε αραδιασμένα ένα σωρό χαρτιά τυπωμένα ε υπολογιστή και χρειάστηκε να επιβεβαιώσω την υπογραφή του αντρός μου ώστε να άρει εμπρός η υποψία του χαμόγελού του. Κατόπιν μου έδειξε την τσάντα του. Του είπα πως αυτή ήταν πριν με ρωτήσει. Τα άφησε κατά μέρος και με κοίταξε όπως θα κοιτούσε ο παπάς έναν μελλοθάνατο.
Ο πόνος του χαμού, αντιμετωπίζεται σχεδόν όμοια από τους κοινούς θνητούς στους οποίους συμπεριλαμβανόμουν και εγώ, άρα δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει λάθος για το ύφος που είχε επιλέξει. Δεν μίλησα. Ο Τζανής είχε παραμείνει λίγο πιο πίσω και ο Βαλέρης δεν περάσει καν μέσα.
«Θα σας αφήναμε πίσω από το τζάμι κυρία Αλημενάκη, αν δεν ήταν τόσο ιδιάζουσα η περίπτωση. Θα ήθελα να σας παρακαλέσω να ξεχάσετε όλα όσα σας έχουν πει οι κύριοι της αστυνομίας και να βεβαιωθείτε πλήρως πριν την κατάφαση ή την άρνηση στην ερώτηση για το αν γνωρίζετε ή όχι, τον δολοφονηθέντα.»
Ο άνθρωπος αυτός ήταν σαφής. Πριν ολοκληρώσει, τα χείλια του έγιναν μία σάρκινη μάζα από το σφίξιμο. Το λευκό σεντόνι που σκέπαζε πιθανώς τον Βύρωνα, έμοιαζε με εκείνο το πανί που καλύπτουν τα αγάλματα πριν από τα σπουδαία επετειακά αποκαλυπτήρια. Ήταν στέρεο σαν το είχε κάποιος γυψώσει κάνοντας μία πολύ κακόγουστη φάρσα σε όλους εκεί μέσα. Ο Τζανής με πλησίαζε σαν περισσότερο γνωστός και με έπιασε από την μέση με τρόπο άκρως επαγγελματικό. Ο ρόγχος του κλιματιστικού που δούλευε νανούριζε και ο αέρας του δρόσιζε πεθαμένους και ζωντανούς. Αισθάνθηκα μόνο τις άκρες των δακτύλων του. Λιγότερη αφή δεν υπήρχε περίπτωση να μου προσφέρει. Με έσπρωξε πολύ ελαφρά προς τα εμπρός και μόλις διέκρινε την προβολή μιας μικρής αντίστασης από μέρους μου, δυνάμωσε την ώση του.
Τον κοίταξα και τον ένοιωσα να με νοιώθει. Με άφησε μόνη αλλά στάθηκε πλάι μου.
«Πάρε τις ανάσες σου. Όποτε είσαι έτοιμη…»
Ολόκληρη η ζωή που αφορούσε εμένα και τον Βύρωνα πέρασε από τα μάτια μου εμπρός. Δεν είναι περίεργο που είχα να θυμηθώ μόνο καλά πράγματα; Δεν είναι περίεργο που βούρκωσα έτσι ξαφνικά; Δεν ήθελα να τον έχω χαμένο. Όσο κακός και αν ήταν, παρέμενε ο άντρας μου γαμώτο. Ο δικός μου ο άντρας.  Δεν του άξιζε τέτοιο τέλος. Δεν του άξιζε που να πάρει, το μαχαίρι στο στήθος. Αναρωτήθηκα μέσα μου για τον ένοχο ξεψαχνίζοντας τους δικούς μου υπόπτους.
«Μόλις εχθές βρέθηκε το πτώμα του…»
Άπλωσα τα χέρια μου. «Ξέρω- ξέρω…». Δεν ήθελα να ακούσω ούτε για σκουπίδια ούτε για τρώσεις μαχαιριών ούτε για τίποτα. Στάθηκα στο μέρος που υπέθετα πως ήταν το κεφάλι. Ο Τζανής με τράβηξε απαλά στο ύψος της μέση του πτώματος.
«Το κεφάλι το έχουν κτυπήσει με σφυρί.»
Τους κοίταξα απορημένη. Δεν είχα κουβέντες να πω… Έκανα μια κίνηση από ένστικτο με το χέρι μου. Στο τέλος ‘’έκλεισα’’ την κίνηση με την ερώτηση: «Τι σφυρί;»
«Του το έχουν τσακίσει, δεν αναγνωρίζεται.  Δυστυχώς.»
Το δίχως άλλο θα ζούσα τον υπέρτατο εφιάλτη μου. Όσο πήγαινε γινόταν και χειρότερο. Αναρωτιόμουν για πόσο ακόμη θα συνεχιζόταν η ‘’πτώση’’.
Ο Τζανής έκανε ένα νεύμα στο γκροτέσκο άντρα.
Εκείνος με μία απότομη κίνηση σαν να τραβούσε τσιρότο, αποκάλυψε το σώμα του πτώματος από την μέση και κάτω. Έστρεψα τα μάτια μου αριστερά και ένοιωσα τα χέρια του Τζανή να με αγκαλιάζουν. Αν δεν ήταν η σοβαρότητα του θαλάμου, οι μυρωδιές, ο γιατρός με την λευκή μπλούζα και την πέτρινη ματιά, θα έλεγα πως μου έκαναν την μεγαλύτερη πλάκα της ζωής μου με σκοπό να την δείξουν στην τηλεόραση ώστε να αποκτήσουν πλούτη τρελά.
«Δυστυχώς είναι η μόνη περίπτωση ώστε να γίνει η αναγνώριση σύντομα και χωρίς περιττά έξοδα.» Η πέτρινη μορφή είχε μιλήσει. Αν η φωνή του είχε περισσότερο πονηρή χροιά, θα την μπέρδευα με κάποια εγκεφαλική πορδή ίσως.  Αναρωτήθηκα αν ο άνθρωπος αυτός είχε αγκαλιάσει ποτέ του γυναίκα και αν ναι, με πιο τρόπο το έκανε.
Πάλευα να ξεφύγω από το παρόν κρατώντας το μυαλό μου απασχολημένο με κουταμάρες που όμως την έκαναν καλά την δουλειά τους. Με κρατούσαν ακόμη όρθια οι μπούρδες που πέρναγαν από το μυαλό μου αν και ένοιωθα πια να χρειάζομαι την στήριξη του Τζανή.
Κοίταξα στα μάτια τον γιατρό. Η φάτσα του ήταν κερωμένη και συμπαγής. Να γελάσω; Να κλάψω; Να τους στείλω όλους στο διάολο; Να βγω στα κανάλια να πω πως με έβαλαν να αναγνωρίσω τον πεθαμένο μου άντρα από τον πούτσο του;
Τους είπα πως θα έπρεπε πρώτα από όλα να ντρέπονται. Μου απάντησαν πως καταλαβαίνουν απόλυτα την θέση μου. Πως δεν είμαι η μόνη και πως και άλλες έχουν βρεθεί σε ανάλογη θέση ή περίπου ανάλογη βρε αδελφέ. Όλα ανθρώπινα ήταν. Στην άκρη αυτής της ‘’ανθρωπιάς’’ κρεμόταν μία τόση δα κορδέλα ενός αστεϊσμού που κάποιος τον έκρινε αναγκαίο.
«Είναι ο μόνος τρόπος να έχουμε γρήγορα μία απάντηση. Η εξέταση DNA αργεί και κοστίζει, εξ’ άλλου τώρα το κράτος δεν διαθέτει και τα ανάλογα κοντύλια. Πρέπει να βιαστούμε Μύριαμ, κάθε λεπτό, είναι ένα πολύτιμο λεπτό.»
Σίγουρα η αναγνώριση μέσω πούτσου ήταν σαφώς οικονομικότερη, πολύ γρηγορότερη, και σαφώς πιο αξιόπιστη από εκείνη του προσώπου. Τουλάχιστον στις περιπτώσεις των ενεργών ή προπάντων των περιστασιακών συντρόφων…
Εύρισκα το κουράγιο μου. Ξαφνικά χαιρόμουν. Το συνήθιζα το θέαμα. Ήθελα να τους πω πως άμα τους πηδούσε ο Βύρωνας με αλφαβητική σειρά, θα έσκουζαν όλοι τους σαν τις παρθένες –που ‘σε Αρχοντία να ακούσεις τα καλά τα μαντάτα του γιόκα σου-, ετούτος εδώ, είχε τα προσόντα του Βύρωνα όταν θα ήταν στην ηλικία των δέκα ετών. Ααα, όλα κι όλα. Τους τα είπα ξεκάθαρα παίρνοντας μία ρεβάνς. Γλεντούσα.
«Ο άντρας μου που ήξερε από αριθμητική, μετρούσε εύκολα μέχρι το είκοσι δυο. Σας λέει κάτι αυτό;» Ψέματα τους έλεγα. Σκάρτους είκοσι το είχε το πουλί του –μετρημένους- αλλά ήθελα να τους πικάρω λίγο. Να τους μειώσω ακόμη παραπάνω.
Ο Βύρωνας ζούσε ή τουλάχιστον δεν ήταν με απόδειξη πεθαμένος. Αυτό από μόνο του σημαίνει πάρα πολλά όταν έχει περάσει κάποια τις πόρτες που πριν από λίγο είχα περάσει εγώ. Και τώρα αρχίζουν τα δύσκολα. Εκατομμύρια ερωτήσεις ξεπηδούσαν μία-μία, καθώς η μεγάλη μου αγωνία ζούσε πια τον απόηχό της. Ήθελα μία πορτοκαλάδα να πάρω δυνάμεις, κάτι να βάλω στο στόμα μου, γιατί ξαφνικά το στομάχι μου είχε αρχίσει να πονάει και η ανάσα μου να μου βρομάει σκατό.
«Μπορώ να φύγω;»
Ο Τζανής με κοίταξε όπως κοιτάζουν οι άνθρωποι που κάνουν κάτι σοβαρό και τους διακόπτει κάποιος που μπορεί να περιμένει. «όχι για πολύ, ούτε για μακριά, Μύριαμ, δεν τελειώσαμε αλλά μπορείς να πηγαίνεις. Θα σε βρω εγώ αργότερα σήμερα ή αύριο.»
Τον άφησα να υπογράφει χαρτιά και να μιλάει στο κινητό του με κάποιους που όφειλε να το κάνει. Βγήκα από την πόρτα του αλουμινίου και βρέθηκα στον διάδρομο που από μυζήθρα τώρα μου φάνηκε πως μύριζε ιδρώτα ξινό. Ζαλίστηκα άσχημα και πάλι. ‘Τελείωνα’ πριν βγάλω μιλιά. Έπεφτα από πολύ ψηλά, για πάρα πολύ ώρα, την στιγμή που όλες μου οι ανησυχίες έπαιρναν το χρώμα της καθησυχαστικής παρηγοριάς, την ομορφιά της πολυπόθητης λύσης και απαλυντικής αδιαφορίας. Τα χέρια του άντρα που με κράτησαν τα ένοιωσα απαλά σαν σύννεφα πολύ μακριά μου και βρέθηκα πολύ αργότερα –φαντάζομαι- καθισμένη σε μία καρέκλα, με τον Βαλέριο στα γόνατα μπροστά μου. Δεν είχα δει το χαμόγελό του πρωτύτερα, ούτε τα άσπρα του δόντια, γιατί προτιμούσε να μου πλασάρει τον χειρότερο εαυτό του για μόστρα. Κρατούσε μία πορτοκαλάδα στα χέρια του και μία μεσόκοπη γυναίκα με πληροφόρησε πως θα έπρεπε να είμαι περήφανη για τον γιό μου!
‘’Μας δρόσισες κυρά μου.’’ Σκέφθηκα.
Με είχε κρατήσει και με είχε μεταφέρει σχεδόν στα χέρια μέχρι εκεί. Έπειτα μου πήρε πορτοκαλάδα και δεν έφυγε από το πλάι μου εδώ και είκοσι περίπου λεπτά. Η ξένη γυναίκα, μου τα έλεγε καμαρώνοντας πως προσέφερε βοήθεια. Έδιωχνε αγριεύοντας σαν τις μύγες όλους εκείνους που θρέφονται με την ατυχία του άλλου. Τον είδα να το κάνει μία φορά, αλλά κατάλαβα πως το είχε κάνει και άλλες. Αυτά είπε κι έφυγε…
Συνερχόμουν για τα καλά. Μέσα στα μάτια μου τα χρώματα που με περιέβαλαν άρχισαν να αποκτούν και πάλι την ζωντάνια τους, ρώτησα ήρεμα τον Βαλέριο αν την ώρα που με μετέφερε είχε επωφεληθεί και μου είχε χώσει για τα καλά χέρι.
«Τέτοια ευκαιρία δεν χάνεται; Χάνεται;» χαμογελούσε.
Κατόπιν ήπια μία γενναία γουλιά πορτοκαλάδα. Αμέσως μετά και την ώρα που συνέχιζε να μου λέει πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και πως αυτά ήταν τα τυχερά του επαγγέλματός του, ανησύχησα για την μυρωδιά που απέπνεε το στόμα μου. Ανασηκώθηκα. «Λίγο πλάτη, λίγο κώλο, πολύ λαιμό και μπράτσα» επανέλαβα για να εμπεδώσω καλύτερα τα ειπωμένα με χιούμορ λόγια του.
Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά γελώντας τώρα με την καρδιά του. «Άντε, βάλε λίγο περισσότερο κώλο και συμφωνήσαμε» συμπλήρωσε αμέσως μετά.
Μπορεί η λιποθυμιά να με είχε ταράξει και να μου ειχε αμβλύνει τις άμυνες, μπορεί η χαρά μου που ο Βύρωνας ζούσε, να μην με άφηνε να θυμώσω με την εξοργιστική ειλικρίνεια του ‘’μαλλιά’’, που επέμενε να με κοιτά από χαμηλά μια έκανε κάθισμα βαθύ μπροστά μου.
«Τα μπούτια μου βλέπεις ρε ηλίθιε;»
«Ναι.»
Τα έσφιξα ασυναίσθητα, αλλά αμέσως κατάλαβα πως δεν μπορούσε να τα βλέπει γιατί τα είχα ήδη σφιγμένα. «Με δουλεύεις;»
«Ναι, το κάνω σε όλες τις ύποπτες.»
Η φωνή του ερχόταν στα αυτιά μου περισσότερο γνωστή. Τον ρώτησα ήρεμα, με όλη την σοβαρότητα που μπορούσα να προσδώσω στην χροιά της φωνής μου, αν είμαι ακόμη μια τέτοια και μου είπε πως δεν θα μπορούσα να είμαι το ίδιο ύποπτη για ένα φόνο που δεν είχε υπάρξει. Βεβαίως, συνδεόμουν άμεσα με την υπόθεση μια και τα στοιχεία του άντρα μου βρέθηκαν σε αυτό πτώμα και ο άντρας μου ήταν εξαφανισμένος και αυτό δεν θα μπορούσε να παραβλεφθεί κατ’ ουδένα τρόπο, αλλά επι του παρόντος τουλάχιστον, μέχρι να γίνουν οι απαραίτητες ανακρίσεις, θα είχα το δικαίωμα να ηρεμήσω. Χαλάρωσα, πήρα ανάσα. Του είπα πως θέλω να φύγω, πως θέλω να πάω να χωθώ μέσα στο σπίτι μου και να κάτσω ακίνητη εκεί μέχρι να βγάλω ρίζες.
Ο Βαλέρης με άφησε για μερικά λεπτά μόνη και γυρίζοντας μου είπε πως θα μπορούσε να με συνοδεύσει με το αμάξι του στο σπίτι μου. Αν ήθελα δηλαδή, να εξηγούμεθα. Δέχθηκα εύκολα, σπρώχνοντας τα μαλλιά μου πίσω. Σκέφθηκα ξαφνικά όπως τον κοιτούσα καθώς προχωράγαμε, το πώς θα ένοιωθα αν με πηδούσε. Το πώς θα φαινόμασταν εγώ και αυτός σε κάποιες συγκεκριμένες στάσεις από κάποιον τρίτο. Η σκέψη αυτή με έκανε να χαμογελάσω. Το προφίλ του ήταν όμορφο αν πρόσεχες τις γωνίες του προσώπου του και τελικά τα μαλλιά του που τα νόμιζα για λαδωμένα, τελικά είχαν από κοντά την όψη του λυσίματος της ημέρας. Μαζεύτηκα.
Μίλησα στον εαυτό μου αποκαλώντας τον πόρνη της αλάνας, μα το ξεπέρασα γιατί χαιρόμουν που ο Βύρωνας ήταν ζωντανός.
Το οδήγημα του άντρα διαφέρει από εκείνο της γυναίκας. Ο Βαλέρης κρατώντας το τιμόνι με το ένα χέρι τρύπωνε συνεχώς και αδιαλείπτως ανάμεσα στα άλλα αυτοκίνητα αποφεύγοντας την κίνηση που από αραιή είχε μετατραπεί σε πυκνή. Αμίλητοι πηγαίναμε και στεκόμουν ελαφρά γερτή προς το μέρος του με τα πόδια ερμητικά κλεισμένα και το φουστάνι τέρμα κάτω τραβηγμένο, ακούγοντας σαχλές χιλιοειπωμένες ειδήσεις, διαφημίσεις και κατόπιν αναλύσεις των προηγούμενων ειδήσεων από τους μεροκαματιάρηδες δημοσιογράφους ενός σταθμού. Τον άκουσα να με ρωτάει αν θα τον κερνούσα καφέ. Το είπε χαμογελώντας με μία πολύ ελαφρά αγένεια που στεκόταν στα όρια του επιτρεπτού.
«Έχω χρόνο και μπορώ να λουφάρω. Με την ώρα πληρώνομαι ξέρεις» Γέλασε μόνος του την ώρα που πατούσε δυνατά το γκάζι.
Τινάχτηκα πίσω από την επιτάχυνση.
«Αν σε ρωτήσει ο Τζανής, θα πούμε πως λιποθύμησες ξανά. Θα το πούμε; Θα έρθεις από την δικιά μου μεριά;» ακόμη χαμογελούσε αλλά όχι αυτάρεσκα, με ειλικρίνεια.
Τι σκατά γινόταν; Μου κόλλαγε ο πιτσιρικάς; Εκείνο το ‘’θα πούμε στον Τζανή’’ και το άλλο ’’θα έρθεις από την μεριά μου’’ είχαν σκοπό να με κάνουν συνένοχό του και άρα περισσότερο ‘δική’ του, μου ‘’φόραγε’’ δηλαδή με τρόπο, μία οικειότητα που δεν του επιτρεπόταν. Από την μεριά μου εγώ, αντί να σκέφτομαι όλα μου τα προβλήματα και να γυρεύω επιτακτικά λύσεις, ανησυχούσα για την βρόμα του χνώτου μου και το τσαλακωμένο μου φουστάνι –που ανασηκωνόταν πια ελαφρώς όπως ξεβολευόμουν-. Αντί να του πετάξω στα ίσια μια απάντηση: ‘’μαζεμένα τα λόγια σου αγοράκι μου. Εγώ δεν είμαι καμία από εκείνες που μπορείς να παίξεις.’’ Καθόμουνα αδρανής και χάζευα το προφίλ του.
Αυτά δεν ήταν καθόλου λογικά πράγματα.
Ορίστε. Θυμήσου Μύριαμ την προστυχιά που μύριζε το νυχτικό σου πριν από μερικές ώρες και την αδιαντροπιά που κοιτούσε το βρακί σου και σύνελθε. Σύνελθε που να σε πάρει!
«Εντάξει μην ανησυχείς.» του απάντησα αποδεχόμενη την ‘’μεριά του’’.
Διάολε. Τι κάνεις μωρή; Έτοιμη είσαι; Με τα μπούτια ανοιχτά τον καλείς σπίτι σου για καφέ; Μέχρι πριν από λίγο, ήσουν έτοιμη να φορέσεις μαύρα. Έκλαιγες κιόλας. Τα ξέχασες;
«Τι καφέ φτιάχνεις;»
Τίποτα δεν φτιάχνεις ηλίθια. Τίποτα. Πες του το να το ξέρει πως δεν πρόκειται να γαμήσει σήμερα την αφεντιά σου ούτε και ποτέ άλλοτε. Πες του το να σε βγάλει από το μυαλό του. Πες του το να σε ακούσω.
«Ότι θέλεις. Από εσπρέσο μέχρι γαλλικό και ρεβιθοζούμι.»
«Ρεβυθοζούμι;»
«Είσαι μικρός και δεν ξέρεις. Στην κατοχή απ’ ότι μου έλεγε ο πατέρας μου δηλαδή, τότε που δεν είχαν καφέ, καβουρντίζανε και τρίβανε τα ρεβίθια, μέχρι να γίνουν σκόνη και έκαναν καφέ …»
Γέλασε ο Βαλέριος βλαμμένη. Αυτό ήθελες; Να τον κάνεις να γελάσει; Σε κοίταξε κιόλας. Το είδες το βλέμμα του; Το είδες να πέφτει επάνω σου, βρομιάρα και σ’ άρεσε έτσι; Τον γουστάρεις ομολόγησέ το στον εαυτό σου τουλάχιστον, να τελειώνουμε.
Ξαφνικά ήθελα να κάνω έρωτα.
Πείτε με τρελή, χαζεμένη, πρόστυχη ή κυκλοθυμική. Δεκαράκι δεν δίνω. Μέσα μου, τώρα, η ένταση γυρεύει διέξοδο με τρόπο αφόρητο. Ξαμόλησα με το που έμαθα πως ο Βύρων ήταν ζωντανός και έλαμψε μέσα μου η διάθεση για εκδίκηση, όχι μόνον λόγω της απιστίας του, αλλά και λόγω της όλης ταλαιπωρίας που πέρασα εξ’ αιτίας του.
Μην φανταστείτε πως είμαι εύκολη γιατί θα κάνετε λάθος. Όλα τα χρόνια της συμβίωσής μου μαζί του, ως απιστία έχω να επιδείξω ένα φιλί στο τέλος ενός γάμου μιάς παιδικής φίλης πριν από οκτώ χρόνια και μία αποτυχημένη προσπάθεια έρωτα την ίδια ημέρα και ώρα. Από εμένα χάλασε δηλαδή η προσπάθεια, γιατί εν κατακλείδι δεν μπορούσα να το κάνω, δεν μου έβγαινε. Μπορεί να μου έφταιγαν οι συνθήκες που απαιτούσαν ένα όρθιο πήδημα στην σκοτεινιά, μέσα στα πίσω δέντρα της ταβέρνας που γινόταν το γλέντι, μπορεί όμως και η συνείδησή μου που αφήνιαζε και έλεγε συνεχώς, όχι. Πολλά μπορεί να ήταν, μα το αποτέλεσμα είναι πως στάθηκα ‘’όρθια’’. Έφυγα κυρία, με ένα φιλί στο παθητικό μου από τον πρώτο μου έρωτα τον Αντώνη. Χρεώστε μου λοιπόν ένα μουσκεμένο βρακί, το φιλί στο στόμα και την αναστάτωση, που δεν με άφηνε να κοιμηθώ για αρκετές ημέρες ώστε να το κλείσουμε το θέμα το παλιό και να έρθουμε στο σήμερα...

Ο Βαλέριος στεκόταν πάντα ένα βήμα πίσω μου. Από το μυαλό μου πέρασε η ιδέα πως μου κάνει τον βολικό, με το μυαλό του στον προφανή στόχο, αλλά δεν με πείραζε. Ούτως ή άλλως τι μέλλον θα μπορούσε να υπάρξει με την περίπτωσή του; Τελικά είναι πολύ περίεργη η ψυχή του ανθρώπου. Πριν λίγες ώρες θα ορκιζόμουν πως θα ήταν ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στην γη που θα του καθόμουν και αποδείχθηκε ο πρώτος! Αν μου καθόταν αυτός δηλαδή.
Βρε που φτάσαμε! Από εκεί που δεν θέλαμε, να σκύβουμε κι από πάνω…
Ξεκλείδωσα και πέρασα πρώτη μέσα στο σαλόνι μου. Γύρισα τα κλειδιά πίσω από την πόρτα για ασφάλεια. Κανείς ποτέ δεν ξέρει…
«Βολέψου σαν στο σπίτι σου.»
Τον καφέ του τον έπινε σκέτο. Φαρμάκι. Του έκανα ένα εσπρέσο με διπλή δόση όπως ακριβώς μου τον ζήτησε. Μαζί του είχα να συζητήσω –και έπρεπε να το κάνω δηλαδή- χίλια θέματα σχετικά με την υπόθεση της εξαφάνισης του Βύρωνα, που έδειχνε να είναι πολύ ζωντανή και πολύ επικίνδυνη. Κάτι παιζόταν και αυτό το κάτι περιελάμβανε ένα φόνο και μία προσπάθεια συγκάλυψης. Μέχρι τώρα αυτά είχα σκεφθεί και είχα σκοπό να ζητήσω και την γνώμη του Βαλέριου που πλέον είχε αλλάξει συμπεριφορά και αποδεικνυόταν ένας νεαρός κύριος με μακριά μαλλιά ξεβαμμένο τζήν και επίπεδη κοιλιά, περίπου τριάντα χρονών και αρκετά σοβαρός. Και νόστιμος!
«Μου επιτρέπεις;»
Πάντα οι άντρες επιτρέπουν στις γυναίκες το γνωστό πεντάλεπτο για φρεσκάρισμα, κάποιοι αγνοώντας τα τεκταινόμενα στον κρυφό χώρο και κάποιοι γνωρίζοντας. Ο Βαλέριος πίστεψα αυθαίρετα πως είναι από τους πρώτους γιατί χώθηκε αμέριμνος στην μαλακωσύνη του καναπέ μου και άρπαξε ένα γυναικείο περιοδικό που βρισκόταν κάτω από το πρωινό και αμάζευτο μπλουζάκι μου με τα στρας. Βάλθηκε να το ξεφυλλίζει.
Σε πέντε λεπτά είχα αλλάξει ρούχα και εσώρουχα. Ανάσανα ασφαλής μέσα από το βαμβακερό νυχτικό μου που έφτανε μέχρι το πάνω μέρος του γονάτου μου. Η πρόκληση ήταν σαφώς ιταμή, αλλά αδιαφορούσα.
«Σε πειράζει;» τον ρώτησα, εννοώντας το ελαφρύ μου ντύσιμο.
Σιγά μην τον πείραζε.
Του κάθισα πολύ εύκολα. Τον άφησα να με ψάξει, να με φιλήσει να με μυρίσει, να με αναστατώσει. Ο Βαλέριος τα κατάφερε γιατί δεν βιαζόταν. Τελικά αποδεικνυόταν πολύ καλύτερος από πολλούς που είχα ακούσει τα καμώματά τους.
Μου είπε ότι του αρέσω την ώρα που ο καφές του κρύωνε. Του είπα πως το πρωί αυτό που έκανε, ήταν ανεπίτρεπτο. Του τόνισα πως με έκανε να ντραπώ. Πως δεν ήταν καθόλου ευγενής και για όλα αυτά που του καταλόγιζα, μου αντέτεινε πως δεν τον πείραζε, γιατί δεν ήθελε ούτε να μου αρέσει, ούτε να είναι ευγενικός, ούτε και έδινε πενταράκι για το αν θα φαινόταν ευγενικός σε μία ύποπτη που δεν ήξερε αν στο τέλος θα της έκανε έρωτα.
Το άφησα το χέρι του στα μπούτια μου. Τον άφησα και να με φιλήσει πρώτα στο μάγουλο, μετά στο μάγουλο με λίγο στόμα και στο τέλος στόμα με γλώσσα και βυζί. Τραβήχτηκα λέγοντάς του πως ήμουν παντρεμένη και δεν έπρεπε.
«Αμέσως στο στήθος Βαλέριε;»
Κουβεντιάζαμε λες και γνωριζόμασταν δεκάδες χρόνια. Αναστατωνόμουν και ένοιωθα έτοιμη, αλλά το καθυστερούσα όσο μπορούσα. Τότε γονάτισε και άρχισε να μου φιλάει τα πόδια. Έφτασε μέχρι το τέλος. Τον άφησα και του είπα αν είναι να μου κάνει κάτι, να το κάνει καλά, γιατί ήταν ο πρώτος μετά από δεκαεπτά χρόνια γάμου.
Πέρασε μέσα μου ήρεμα και βαθιά. Μου κρατούσε ψηλά τα πόδια αλλά δεν κουνιόταν βιαστικά. Περίμενε και εμένα ή υπέμενε αυξάνοντας το βαθμό της ηδονής μας. Καλά με πήγαινε. Σαν να με ήξερε. Ο νεαρός είχε ταλέντο. Στεκόταν μέσα μου και με κοιτούσε χωρίς να μιλά και ανησυχούσα μην και του είμαι φαρδιά, μην και δεν του αρέσω έτσι όπως τα πόδια μου παρουσίαζαν μια κάποια χαλάρωση στο πίσω τους μέρος. Ευτυχώς την κοιλιά μου δεν την έβλεπε γιατί με κοιτούσε στο πρόσωπο και κάθε λίγο με φιλούσε.
Μια στάση κάναμε και τελειώσαμε και οι δύο δεκαπέντε λεπτά αργότερα. Δεν κράτησε πολύ, αλλά η πράξη μας είχε μια αξιοπερίεργη αρμονία. Ξεκίνησε απαλά με συνετά αυξανόμενο ερεθισμό και κορύφωνε με την ίδια πρόοδο. Σαν να ανεβαίναμε μια ατελείωτη ανηφόρα χαραγμένη με ένα χάρακα και ένα μολύβι. Προς το τέλος φωνάξαμε και οι δύο. Εγώ έπιασα ένα τόνο ψηλό ας πούμε το ‘’σι’’ πριν την δεύτερη οκτάβα, χωρίς να ντραπώ και άρχισα να τρέμω έντονα καθώς ο οργασμός μου είχε ένα περίεργο κατέβασμα προς το τέλος του και μια απότομη άνοδο αμέσως μετά. Εκεί λοιπόν σε εκείνο το σημείο δεν άντεξα και τσίριξα γιατί αποκτούσε διάρκεια και γλύκα βαθιά. Τον Βαλέριο αποδέχθηκα –ψυχικά- ολόκληρο για πρώτη φορά εκείνη την στιγμή, γιατί μόνο τότε τον αγκάλιασα με ουσία και τον έσφιξα επάνω μου. Τότε μόνο μύρισα τα μαλλιά του και του είπα πως ‘’ναι’’, πως ‘’τώρα αγόρι μου που με πεθαίνεις...’’ και κάτι άλλο του ψέλλισα στο αυτί, αλλά ήταν πολύ μπερδεμένο και τώρα δεν το θυμάμαι.
Με είπε κούκλα του, όμορφη, ακόμα και ύποπτη. Αυτό το τελευταίο, το είπε στο τέλος όταν θέλησε να χαριεντιστεί λίγο, αμέσως μετά και να ξαναπέσει ανάμεσα στα πόδια μου ώστε να κάνει μια τελευταία έρευνα. Σιγά μην τον άφηνα. Τον τράβηξα από το κεφάλι προς τα επάνω και πάλι, τον άφησα να ξαποστάσει επάνω στο στήθος μου. Μερικά λεπτά αργότερα ντράπηκα. Σηκώθηκα και ντύθηκα με τζήν και πουκαμίσα που κατέβαινε μέχρι κάτω από τον πισινό μου.
Τον είδα κι εκείνον να ντύνεται βιαστικά. «Θα έρθουν για έρευνα.»
Τον κοίταξα με απορία, τον ρώτησα ποιοι θα έρθουν. Έφτιαχνα κάτι επάνω μου, τα μαλλιά μου ίσως ή τον γιακά του πουκαμίσου μου και σταμάτησα να το κάνω.
«Για έρευνα. Κάποιο κλιμάκιο, αλλά μην ανησυχείς.»
Αναρωτήθηκα αν με ‘’ξεπέταξε’’ ή αν ‘’ξεπετάχτηκα’’ μόνη μου.
Ξέρω πως για τις περισσότερες από εσάς η πράξη μου θα θεωρηθεί ανήκουστη, βρομερή ή στην καλύτερη περίπτωση τραβηγμένη. Σαν να σας ακούω: «Από την πρώτη μέρα; Με τον αστυνόμο που σιχαινόσουνα;» Κάποιες άλλες θα πείτε: «καλά αυτά δεν γίνονται», καμιά σας όμως δεν βρέθηκε στη θέση την δικιά μου και έτσι σας δικαιολογώ όλες.
Αποφάσισα λοιπόν πως ‘’ξεπετάχτηκα’’ μόνη μου, γιατί ήθελα κάπου να ξεθυμάνω. Γιατί ήθελα να κάνω κάτι παράνομο και πικαριστικό για τον Βύρωνα περισσότερο. Γούσταρα μία αντίδραση γαμώτο μου. Μπορεί να ήταν λάθος ή σωστό, αυτό δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Αυτή την στιγμή που το πλοίο βουλιάζει, τίποτα δεν είναι ικανό να με νοιάξει. Τέλος.
Κοιτούσα τον Βαλέριο να ντύνεται βιαστικός, ακόμη και όταν η πόρτα κτυπούσε. «Μου είπες πως είχες χρόνο» του επεσήμανα, τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο το πρόχειρο ψέμα του. Η επισήμανση αυτή βεβαίως, είχε μόνο ρητορικό χαρακτήρα, γιατί ‘’χρόνο’’ χρειάζεται η σχέση, εγώ, για ποιο λόγο να χρειάζομαι χρόνο; Ότι ήταν να γίνει, είχε γίνει άλλωστε.
Ναι. Αλλά δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.
Πέραν της πράξης που έκανα, ήθελα πίσω από αυτήν να ακουμπήσω κάπου, ήθελα να βρω ένα σύμμαχο και για αυτό τον λόγο χρειαζόμουν χρόνο και ήθελα να τον πάρω από τον άνθρωπο που είχε πάρει από εμένα κάτι. Δεν είχα άνθρωπο να μιλήσω. Κανέναν. Αυτό από μόνο του, είναι πολύ βαρύ σας πληροφορώ. Δεν έδωσα κορμί όμως για αυτό τον λόγο. Δεν πούλησα την ‘’ιδέα’’ μου σαν κάποια πόρνη που αντί για νόμισμα θα έπαιρνε φιλία. Όχι. Τον γούσταρα τον έρωτα, τον απαίτησα και τον πήρα για πρώτη φορά με αυτόν τον τρόπο στην ζωή μου. Θα μπορούσε να ήταν ο Τζανής στην θέση του ή ο κύριος Σαρόγλου. Έτυχε αυτός, ο Βαλέρης. Καταδικάστε με λοιπόν και για την βιασύνη μου, αλλά και για την ανάγκη μου ετούτη.


8

Ο ψηλός άντρας με τα καστανά συνηθισμένα μάτια και το μέτρια ποιότητας κοστούμι, στεκόταν ακουμπισμένος με τον ώμο του σχεδόν τεμπέλικα στην κόχη της γωνίας της πολυκατοικίας μου. Απέναντί του βρισκόταν ένας σαφώς νεαρότερος άντρας με τζήν παντελόνι και ριχτό μπλουζάκι με μακριά μαλλιά και ύφος ‘’ψάχνω να βρω ότι να είναι. Γκόμενα να πειράξω ή πορτοφόλι πεταμένο’’. Οι δύο αυτοί άνθρωποι ήταν αταίριαστοι και όμως ήταν παρέα γιατί κάθε τόσο οι ματιές τους διασταυρωνόταν. Πρώτος με είδε ο σαρανταπεντάρης με το κοστούμι, που ξεκόλλησε το σώμα του από το ντουβάρι με μία ανεπαίσθητη κίνηση. Μίλησε στον άλλον τον νεαρότερο που συγκέντρωσε όλες τις ‘’τριγύρω’’ ματιές του σε μία και τις κάρφωσε στα μάτια μου.
Δεν πρόλαβα να σκεφθώ τι σχέση θα μπορούσαν αυτοί οι δύο, με τα υπόλοιπα της ζωής μου, μέχρι που μου συστήθηκε ο πρώτος, ο μεγαλύτερος.
«Τζανής Θεοδώρου.» μου άπλωσε το χέρι.
Ο δεύτερος ο  μικρότερος, δεν μου συστήθηκε καθόλου και έμεινε να χαζεύει γύρω του σαν τον μικρό που προσπαθεί να ξεφύγει απο χέρι της μάνας του για να κάνει την απαραίτητη διαολιά του.
«Η κυρία Μαρία Αλημενάκη;»  με ρώτησε πριν αφήσει ακόμη το χέρι μου που από συνήθεια ή από συγκρατημένη ευγένεια του το είχα προτείνει.
Η ταυτότητα του αστυνομικού στο χέρι του είχε γραμμένα τα γράμματα επάνω της πολύ μικρά. Δεν μπήκα καθόλου στον κόπο να την διαβάσω θεωρώντας αληθή τα λόγια του πως ήταν επιθεωρητής. ‘’Ο επιθεωρητής με το μαλακό χέρι’’ σκέφθηκα.
«Εγώ είμαι η Μαρία Αλημενάκη, συμβαίνει κάτι;» Το μυαλό μου πήγε πρώτα στον Βύρωνα και αμέσως μετά στην ιδιότυπη διάρρηξη που είχα κάνει στο σπίτι της Όλιας. Να με είχε καρφώσει η βρομιάρα; Από τέτοια λύσσα να ήταν κυριευμένη ή να είχε πάθει κάτι ο Βύρωνας;
Με ρώτησε αν θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε κάπου ήρεμα, εννοώντας σαφώς το σπίτι μου. Δεν επέμενε, αλλά εγώ κατάλαβα πως αν αρνιόμουν, θα αναγκαζόμουν να τους ακολουθήσω κάπου αλλού. Τους είπα να έρθουν από πίσω μου -ενώ από το μυαλό μου περνούσαν κελιά με κάθετα σίδερα και ποντίκια που σκλήριζαν στις γωνιές τους-. Τους επεσήμανα πως θα πρέπει να δείξουν επιείκεια για την ακαταστασία που θα αντίκριζαν με την είσοδό τους στο σαλόνι μου, διότι όπως καταλάβαιναν δεν περίμενα κανένα επισκέπτη την ώρα που ο άντρας μου ‘’πηδούσε’’ εξαφανισμένος –ίσως- κάποια άλλη. Αυτό το τελευταίο δεν το ξεστόμισα διότι οι άνθρωποι της δουλειάς τους, δεν ξοδεύουν δεκαράκι τσακιστό για τις ορεξάτες περιπέτειες του κάθε ζωηρού συζύγου. Οι αστυνόμοι δεν είναι φίλες, περίεργοι συνεργάτες ή επίδοξοι εραστές.
Τέλος πάντων.
«Εδώ είμαστεεε…» χαριεντίστηκα «…να περάσω πρώτη να συμμαζέψω λίγο; Ξέρετε σε κάθε γυναίκα αρέσει να την βλέπουν τακτοποιημένη… Όχι; Καλά, καλά, δεν πειράζει, περάστε τότε εσείς, μιά και είσαστε τόσο πολύ συνηθισμένοι στις πρωινές ανθρώπινες ακαταστασίες…»
Ειλικρινά σας λέω πως δεν θυμόμουν την κατάσταση που επικρατούσε στο σαλόνι μου. Φοβόμουν τα χειρότερα και αυτά πιστοποίησαν την ύπαρξή τους δευτερόλεπτα αργότερα. Μερικά από τα ρούχα μου, παρέα με τα εσώρουχά μου βρισκόταν πεταμένα στην πολυθρόνα υποδοχής που βρισκόταν στα δεξιά της κομότας όπου και είχα και τον τελευταίο μου οργασμό. Σχεδόν όλα ήταν γυρισμένα ανάποδα. Βιαστικά. Ξεβολευόμουν, γιατί δεν ήθελα να δουν το είδος της κιλότας που μου άρεσε να φοράω τις καθημερινές, ούτε την ανάποδη μεριά του ιδρωμένου σουτιέν μου. Για το μικρό σατινένιο νυχτικό μου με τα λεπτούτσικα τιραντάκια δεν με ένοιαζε, ούτε για τα χαμηλά μου παπούτσια τύπου μπαλαρίνας με τους ελαφρώς μαυρισμένους πάτους. Αν με παρεξηγούσαν ας έβγαζαν και εκείνοι τα δικά τους παπούτσια να συγκρίναμε τις βρομιές μας.
Έτρεξα να τα μαζέψω όλα, αλλά πριν προλάβω να το κάνω, ο Τζανής Θεοδώρου με πρόλαβε και μου είπε να τα αφήσω όλα όπως ήταν. Έτσι έπρεπε.
«Όχι, όχι κυρία Αλημενάκη, όλα όπως είναι, σας παρακαλώ. Όπως είναι. Μην ενοχλείσθε.»
Ο μαλλιάς συνάδελφός του κοιτούσε αδιάντροπα γύρω και εγώ στεκόμουν μέσα στο ίδιο μου το σπίτι αμήχανη. Τους ρώτησα τι συμβαίνει και επέμενα πως κάθε δυστυχισμένη γυναίκα, έχει και δικαιώματα αλλά και σθένος να τα διεκδικήσει και δεν θα έπρεπε κατ’ ουδένα τρόπο να με θεωρούν ανήμπορη ως τέτοια.
«Ασφαλώς και δεν είσθε ανήμπορη. Ασφαλώς κυρία…»
Αυτός ο αστυνόμος ο Τζανής είχε κάτι περίεργο επάνω του. Κάτι που μου άρεσε και κάτι ακόμα, που με απωθούσε. Δεν είχα μπορέσει να ξεχωρίσω τι ήταν μέσα του το καλό και τι το κακό.
«Να καθίσουμε;»
Έκατσε πριν το ‘’ναι’’ το δικό μου, αφού τράβηξε με ευγένεια –δεν μπορώ να πω- ένα περιοδικό με αμιγώς γυναικεία ύλη, στο πλάι και το ακούμπησε πάνω σε μια σιέλ μπλούζα μου με στρασάκια που ήταν γυρισμένη και αυτή από την ανάποδη. Γενικώς, δεν είμαι ακατάστατη παρά μόνον μερικές φορές, όταν με πιάνουν οι κλειστές μου και βαριέμαι να κουνηθώ. Σαν και τώρα να πούμε που έπεσα στην περίπτωση.
Κάθισα απέναντί τους με τα πόδια σφικτά κλεισμένα, την πλάτη γερμένη μπροστά και τα δάκτυλα πλεγμένα. Εκείνος, ο Τζανής, ακουμπούσε πίσω με την άνεση της απέραντης ώρας του ναυαγού, ενώ ο άλλος εξέταζε με το ύφος του πολύ ειδικού τα προσωπικά μου είδη που ήταν σκορπισμένα παντού. Αισθανόμουν πολύ άβολα και ήμουν έτοιμη να πεταχτώ επάνω και τους ζητήσω να μου μιλήσουν ή να πάνε στο διάολο. Ακόμα και η ποταπότερη απατημένη κυράτσα, στην σημερινή εποχή που το πήδημα είναι αξιοπρόσεκτο σπορ για να μην πω ασθένεια εξόχως μεταδοτική και γίνω μπλαζέ, έχει δικαιώματα απέναντι στον νόμο.
«Πότε είδατε για τελευταία φορά τον άνδρα σας;»
Του είπα.
«Τσακωθήκατε;» Το ύφος του έκρυβε μία μεγάλη δοσολογία γνώσης. Η ερωτησή του ήταν σχεδόν ρητορική. Κάτι τέτοια εμένα δεν μου ξέφευγαν.
«Ναι. Κάθε ζευγάρι το έχει το δικαίωμα. Μετά όμως φιλιώσαμε.» παρέλειψα εσκεμμένα να του πω για το εξαίσιο πήδημα που ακολούθησε τον καυγά μας.
Με κοίταξε με τον τρόπο που σε κοιτάζουν εκείνοι που σε παίζουν.
Ήθελα να τους επισημάνω πως αγωνιούσα και πως αν είχαν άλλο στο μυαλό τους -όπως κανένα γρήγορο βιασμό-, να το έκαναν στα γρήγορα και να με ενημέρωναν αμέσως μετά σαν άντρες για όλα τα υπόλοιπα που έπρεπε να μου πουν. Τα παιχνίδια του κώλου εμένα δεν μου άρεσαν εκτός και αν περιελάμβαναν υγρά. Άντε μου στο διάλο. Δεν άντεχα. Σηκώθηκα όρθια.
«Ο Βύρων είναι καλά;»
«Καθίστε κυρία Αλημενάκη. Καθίστε.»
Ο μαλλιάς σήκωνε με προσοχή με την άκρη μίας μικρής ράβδου ένα ξεχασμένο κυλοτάκι μου. Οι άκρες του στόματός του είχαν ανθίσει…
«Τι ψάχνεις ρε μαλάκα με αυτόν τρόπο; Εσένα το λέω ρε αλήτη…»
Ο μαλλιάς με κοίταξε απαθής και κατάλαβα πως δεν ήμουν η μόνη που είχα αντιδράσει με αυτόν τον τραχύ τρόπο στην ζωή του. Ο Τζανής σηκώθηκε ξωπίσω μου και αυτός, με μία ταχύτητα που με εξέπληξε. Ήταν ο δεύτερος που ακουμπούσε μπράτσο και βυζί σήμερα. Μου ζήτησε να ηρεμήσω. «Όλα θα γίνουν με τον ένα τρόπο ή με τον άλλο» μου πέταξε στο τέλος με ύφος μειλίχιο.
«Παράτα με ρε μαλάκα, με τα αινίγματα; Ποιά θα γίνουν έτσι και ποιά θα γίνουν αλλιώς;» Τις λεπτότατες στάλες του σάλιου που ξέφυγαν από το στόμα μου και τον πέτυχαν στα μάγουλα και την μύτη, τις είδα, αλλά εκείνος δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να τις σκουπίσει. Έμοιαζε συνηθισμένος στα μικρά ακούσια φτυσίματα των γυναικών. Μπορεί να ‘χε βίτσιο κρυφό τις στάλες και τις άφηνε να γυαλίζουν σαν φο διαμαντάκια στα μούτρα του, στο φώς που έμπαινε από την μπαλκονόπορτα της βεράντας, απολαμβάνοντας την δροσιά τους.
«Κυρία Αλημενάκη…»
«Μύριαμ με λένε. Τέλειωνε επιτέλους Τζανή. Μίλα…»
Ανάσανε πολύ βαθιά. Αναμετρήθηκε με την βούλησή του και μου είπε απλά, χωρίς να χρωματίσει με κανένα επίσημο στόμφο στην φωνή του, -σαν να μαρτυρούσε με ηρεμία την ώρα σε κάποια τυχαία γυναίκα στο δρόμο που βιαζόταν για να μην αργήσει στο ραντεβού της-, πως ο κύριος Βύρων Αλημενάκης είχε βρεθεί νεκρός!
Μάλιστα, νεκρός, μέσα στα σκατά του τα ίδια, μαχαιρωμένος και πεταμένος σε μία συστάδα βρομερών σκουπιδιών που περιείχαν ξινισμένα καρπούζια, πατατόφλουδες, χαρτιά τουαλέτας και γύρευε και τι άλλο. Α.. και πορτοκαλόφλουδες, διότι αυτές οι τελευταίες δεν λείπουν από κανένα κάδο και καμία μαύρη σκουπιδοσακούλα τα τελευταία σαράντα χρόνια. Μία βαριά λάμα, του είχε διαπεράσει το στέρνο και η κόψη της του είχε τρώσει την κεντρική καρδιακή αρτηρία και τον ένα του πνεύμονα. Η δεύτερη μαχαιριά, τού είχε χαλάσει τον άλλον του πνεύμονα, με αποτέλεσμα πριν πεθάνει να έχει την ατυχία και δει τις ανάσες του να αφρίζουν ροζαλιά φλέματα και να νοιώσει τον φόβο του επερχόμενου πνιγμού του από το ίδιο του το αίμα.
Ξεφώνησα, μα δεν είχα κλάμα. Γύρισα και από την καλή και από την ανάποδη το κορμί μου.
«Φοβερός θάνατος. Πολύ φοβερός κυρία Αλημενάκη. Μύριαμ δηλαδή.»
Υπήρχα, σχεδόν αμέτοχη, ζαλισμένη και περιφερόμουν μέσα σε κάποιο περίπου. Πάει ο Βύρωνας έτσι απλά μέσα στα σκουπίδια κάποιας κωλογωνιάς κάποιου προαστίου; Προσπαθούσα ακόμη να διακρίνω πίσω από την σοβαρότητα της ματιάς του αστυνόμου, το μεγαλείο της ηλιθιότητας ενός ανθρώπου που επέμενε να εννοεί πως ήταν επιθεωρητής. Ζήτησα την ταυτότητά του και πάλι. Την είδα. Αστυνόμος ήταν. Τον ρώτησα αν νοσεί τώρα που μιλάμε ή αν έχει νοσηλευθεί σε κανένα αξιοπρεπές ίδρυμα της χώρας προορισμένο για εντελώς παλαβωμένους τα τελευταία του χρόνια. Μου απάντησε πως ‘’όχι’’ με ένα νεύμα. Διερωτήθηκα προς τι, όλη αυτή περιγραφή και μου είπε πως ήταν μια πάγια τακτική που χρησιμοποιούσε για να δει τις αντιδράσεις των υπόπτων.
«Δηλαδή είμαι ύποπτη;»
Μου είπε πως ‘’ναι’’ και μάλιστα η βασική, σχεδόν καμαρώνοντας, σαν να μου έλεγε πως πέρασα πρώτη στο ολιγομελές γκρουπ των υποψηφίων σε μία ανώτερη τάξη του πανεπιστημίου. Οι πιθανότητες να έκανα λάθος εκτίμηση και τον παρεξηγούσα ήταν πράγματι μηδαμινές.
«Μην ανησυχείτε όμως Μύριαμ, το πρώτο τεστ το περάσατε με άριστα.»
Εννοούσε πως από εδώ και εμπρός θα πίστευε στην αθωότητά μου. Εκείνος μόνο. Σε αυτό ήταν σαφής. Ολόκληρο το αστυνομικό σώμα, είχε στα σίγουρα την δυνατότητα να εμμένει στην πάγια θέση του.
«Του γρατζουνίσατε το πρόσωπο, τσακωθήκατε, τον μισούσατε γιατί ήταν πολύ ερωτευμένος με την παιδική σας φίλη και διευθύντρια της Logic experience s.a.  και είχε και πολύ στενές σχέσεις μαζί της. Τον φάγατε!»
Εννοούσε πως τον σκότωσα, -δηλαδή το σώμα της αστυνομίας ολόκληρο το θαρρούσε, όπως μου εξήγησε-, γιατί εκείνος πια είπαμε, με είχε καθαιρέσει από την έδρα της βασικής υπόπτου, έχοντας ήδη περάσει με άριστα το ειδεχθές τεστ της φρίκης που μου είχε επιβάλλει. Και όλα αυτά την ώρα που έπιασα τον μακρυμάλλη συνάδελφό του να μυρίζει το νυχτικό μου.
«Ρε αλήτη…»
Ο μαλλιάς το άφησε κάτω αμίλητος ενώ ο Τζανής μου είπε να ηρεμήσω. Ήξερα πολύ καλά πως ήθελε να πει, πως δεν χάλασε δα ο κόσμος, για μερικές εκτός προγράμματος καύλες, από κάποιον επιρρεπή συνάδελφο.

Πότε να προλάβω να στεναχωρηθώ; Πότε να προλάβω να σκεφθώ όλα τα ενδεχόμενα; Το μυαλό μου έβραζε κουρκούτια. Τίποτα δεν ήξερα και τίποτα δεν ήθελα να ξέρω. Παναγία μου πως έγινα έτσι μέσα σε μερικές ημέρες; Από κάπου θα πρέπει να ξεκινήσω και κάπου να τελειώσω. Για όλα πάντα υπάρχει μία εξήγηση, μία αιτία και ένας λόγος.
«Εγώ πήρα πρώτη τηλέφωνο για να σας ενημερώσω για την εξαφάνισή του άντρα μου.» Προσπάθησα να δικαιολογηθώ έστω και καθυστερημένα «Θα σας έχουν ενημερώσει γι΄ αυτό, δεν μπορεί να μην το έχουν κάνει.»
Ο μαλλιάς γύρισε και με είδε. Ήταν η πρώτη φορά που άνοιγε το στόμα του και έθετε τις φωνητικές του χορδές σε λειτουργία.
«Αυτό δεν μας λέει κάτι» η φωνή του ήταν σαν κόρνα. Ηλίθια μέχρι το μεδούλι της. Ένρινη και μυτερή. Έτσι την ερμήνευσα εκείνη την στιγμή αλλά το ενδεχόμενο της λάθους εκτίμησης κυριαρχούσε, γιατί ήμουν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. «Βουλγαρίδης. Βαλέρης Βουλγαρίδης.»
Στ’ αρχίδια μας! Δεν του το είπα αυτό, όπως δεν του είπα πως, χαίρω.
«Η μυρωδιά μου στο σατέν το πανί, σου λέει κάτι;» του επιτέθηκα.
Ο Τζανής άπλωσε τα χέρια του σαν τον διαιτητή σε αγώνα μποξ.
«Μύριαμ πρέπει να μας καταλάβεις. Ηρέμησε λίγο και έλα μαζί μας ώστε να πιστοποιήσεις κατ’ αρχήν πως αυτός είναι ο άντρας σου. Ο Βαλέρης θέλει να πει, πως κάλλιστα μια δολοφόνος θα μπορούσε να το κάνει. Το τηλεφώνημα της εξαφάνισης εννοεί. Για ξεκάρφωμα ντε.»
Η ιδέα πως υπήρχε περίπτωση να έχω περάσει όλη την οδύνη χωρίς το μαχαιρωμένο πτώμα να ανήκει στον άντρα μου με έκανε να μπερδεύω τα λόγια μου από τον δίκαιο εκνευρισμό μου.
«Πείτε μου πως έχετε ξεφύγει και οι δύο από κάποιο άσυλο. Θα σας συγχωρήσω μα την Παναγία την ίδια. Αυτό πείτε μου μόνο.»
«Η πορτοφόλι, η ταυτότητα, η τσάντα του με μερικά έγγραφα της δουλειάς του υπογεγραμμένα από αυτόν, πιστοποιούν το όνομά του, όλα είναι εκεί»
Θέλησα να αλλάξω ρούχα αλλά το μετάνιωσα. Η ώρα δεν είχε πάει ούτε μία. «Πάμε» τους είπα. Φεύγοντας κοιτούσα τα χέρια του Βαλέρη μήπως και μου είχε κλέψει κάποιο βρακί για ύστερη κατανάλωση. Του το είπα: Αν πρόκειται να τον παίξεις με κάποια κιλότα μου, να μου το πεις να χαρώ την αποδοχή σου. Μαλάκα! Την τελευταία λέξη δεν την είπα, την σκέφθηκα. Ο Τζανής μου είπε για άλλη μία φορά να ηρεμήσω, ενώ ο Βαλέρης χαμογελούσε εκνευριστικά γλύφοντας τα χείλια του. Τι σκατά αστυνόμοι ήταν…                                                                                             
9

Ο Τζανής πέρασε στο σαλόνι μου με μία κουστωδία ανθρώπων που όπως ήταν φυσικό δεν γνώριζα. Γύρω από το πρόσωπό του σχηματιζόταν δύο στάλες ιδρώτα οι οποίες σε συνδυασμό με την εμφανή κόπωση της ημέρας τον έκαναν να δείχνει μερικά χρόνια μεγαλύτερος. Οι άκρες του πουκαμίσου του που ξέφευγαν από το λινό παντελόνι του έμεναν ακάλυπτες σε θέα κοινή γιατί το σακάκι του το είχε αφήσει στο αυτοκίνητο. Σήμερα ο Σεπτέμβρης την έδειχνε την θέρμη του.
Ο εισαγγελέας που πέρασε τρίτος κατά σειρά στο σπίτι μου, είχε το ύφος εκείνου του άντρα εκείνου που γνωρίζει την αξία του. Σοβαρός, με ύφος περισπούδαστο και κοιλιά που υπέθετα πως είχε μεγαλωμένη με στοργή και εκλεκτά εδέσματα, μου έδειξε ένα χαρτί που το ονόμασε ένταλμα και στήριξε επάνω του ολόκληρη την επιχειρηματολογία των νόμων του κράτους, που αρνήθηκα να ακούσω. Θεωρώ πως κάθε φορά, σε κάθε ύποπτη του χεριού του πως έπαιζε τον ίδιο ρόλο, απολαμβάνοντας την εξουσία της θέσης του. Τον είδα την ώρα που ανοιγόκλεινε τα παχιά του χείλια πως πρόσεχε τα σταυρωμένα στο στήθος μου χέρια και το ελαφρύ τρέμολο στις άκρες των δακτύλων του ενός. Δεν χαμογέλασε, δεν αντέδρασε καν.
Στο τέλος της σύντομης ομιλίας του έβαλα τα κλάματα. Τραβήχτηκα λίγο στην άκρη και έκρυψα τα μούτρα μου στις χούφτες μου. Δεν ήταν λύπη, ήταν παράπονο. Σίγουρα δεν ήταν αυτή η μοίρα που μου άξιζε. Είχα μπλεχτεί σε μία υπόθεση χωρίς να γνωρίζω τίποτα άλλο εκτός από τους δύο πρωταγωνιστές της. Εδώ και μερικές ημέρες ζούσα ένα μαρτύριο που μόνο σε κάποιον εφιάλτη θα μπορούσε να ανήκει. Εκείνη την ώρα ένοιωσα μια τεράστια ματαιότητα για τα πάντα να με τυλίγει σαν ένα υπέρδιπλο σεντόνι. Ήθελα να ξεκουμπιστούν όλοι τους και να μείνω μόνη μου να σκεφθώ. Να σκεφθώ επιτέλους στα σοβαρά.
Την ίδια ώρα ο Βαλέριος νιώθοντας προφανώς κάποια υποχρέωση θέλησε να με ενθαρρύνει. Με πλησίασε και μου είπε να μην ανησυχώ και πως όλα ετούτα ήταν μια διαδικασία που έπρεπε βάσει κάποιων νόμων να ακολουθηθεί. Δεν υπήρχε τίποτα το προσωπικό και δεν εκκρεμούσε κατ’ ουσίαν καμία κατηγορία εναντίον μου. Μέχρι τώρα δηλαδή, γιατί ήθελε και να είναι και ειλικρινής…
Δεν πείσθηκα. Προχώρησα λίγο…
«Κατηγορούμαι για κάτι; Την αλήθεια θέλω.» ρώτησα ρουφώντας με απρέπεια την μύτη μου τον άνθρωπο που κατά τα φαινόμενα θα έσερνε για όλη την υπόλοιπη ζωή του την καλοθρεμμένη του κοιλιά.
Ο ‘’επίσημος’’ με αγνόησε.
«Για τίποτα κυρία μου. Για τίποτα.»
Είχε πεταχτεί κάποιος άλλος από κάπου, σαν τον κώλο τον πονηρό που κλάνει στη ζούλα και χάνεται. Έψαξα να βρω τον άνθρωπο που μου είχε απαντήσει ώστε να πιστοποιήσω την βαρύτητα των λόγων του από το παρουσιαστικό του και να ησυχάσω. Μάταια. Η μιλιά του σαν την βρόμα του προδότη χάθηκε ανάμεσά μας.
«Δύο άντρες σε κάθε δωμάτιο.» Ο Τζανής διέταζε.
Με πόναγε η αυθαίρετη παρουσία στον χώρο μου και το ότι ο νόμος τους έδινε το δικαίωμα, δεν με έκανε να νοιώσω καθόλου καλύτερα.

Κάποιος νεαρός βγήκε από κάπου μετά από λίγη ώρα και είπε «τίποτα» κάποιος άλλος από κάπου αλλού είπε: «καθαρά» και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Ένας τρίτος τους μάζεψε όλους και σχεδόν τους φυγάδευσε. Τελευταίος έμεινε ο Τζανής. Ο Βαλέριος στεκόταν στην πόρτα και με κοιτούσε. Έκρινα το βλέμμα του παρήγορο. Δεν μπορούσε να μιλήσει μπροστά στους προϊσταμένους του, τον καταλάβαινα. Έτσι ήλπιζα τουλάχιστον.
Το χέρι του Τζανή απλώθηκε και έσφιξε το δικό μου «Μύριαμ όλα είναι καλά. Μην ανησυχείς. Αύριο θα θελήσω να σου μιλήσω και πάλι και αν όλα πάνε καλά θα αργήσεις να μας δεις για τους ίδιους λόγους. Συγνώμη για την αναστάτωση.»
«Δηλαδή τι αν όλα πάνε καλά Τζανή; Τι θα μπορούσε να πάει κακά; Γιατί δεν μου λες; Για ποιούς λόγους μου μιλάς που να σε πάρει;» Τι στο διάολο γινόταν; «Τον άντρα μου έχασα. Τον άντρα μου.» Λένε κάποιοι πως η ανάγκη κάνει τους ανθρώπους να έρχονται πιο κοντά. Δίκιο έχουν. Μιλούσα στον αστυνόμο σαν να τον γνώριζα δέκα και πλέον χρόνια.
Ο Τζανής κούνησε το κεφάλι του κι έφυγε. Σήκωσε μόνο το χέρι του και με χαιρέτησε σαν να με γνώριζε κι εκείνος από παιδί.
Θα μπορούσε να ήταν αυτός ο φιλικός τρόπος προσέγγισης των υπόπτων, μία δουλειά διδαγμένη και όχι αυθόρμητη. Μπορεί και αυτός, φίλος να μην πιανόταν, όπως και κανένας τους. Όπως ίσως και ο Βαλέριος. Στεναχωρήθηκα σε αυτή την σκέψη. Πολύ στεναχωρήθηκα, και ντράπηκα στην ιδέα πως ο εκείνος ο νεαρός με τα μαλλιά ίσως το βράδυ να έλεγε στους φίλους πως …σήμερα μάγκες βρήκε μια απελπισμένη σαραντάρα που του ρίχτηκε και την γάμησε μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Πολύ ντράπηκα.
Ο ήχος της πόρτας που κλείνει έχει μία μοναδική ικανότητα να μεταλλάσει τα νοήματα. Κάποτε τα κάνει υπέροχα, όταν για παράδειγμα φεύγει ο αρμένιος επισκέπτης σου στις δύο τα ξημερώματα, κάποτε τα αφήνει αδιάφορα όταν φεύγει ο άντρας σου για την δουλειά, κάποτε φοβιστικά μέσα απο την απέραντη μοναξιά τους, όπως και τώρα.
Έμεινα χαζεύοντας τον απόηχο του ήχου της κλειστής πόρτας ένα ολόκληρο λεπτό. Κατόπιν πήρα τα πόδια μου και πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Υπήρχε μια ακαταστασία αλλά σε λογικά επίπεδα. Δεν με ένοιαζε η μπουγάδα που θα έβαζα σε όλα τα ασπρόρουχα μου αλλά ο βιασμός της προσωπικότητάς μου και η παραβίαση των μεγάλων μου μυστικών. Δεν ήθελα να δει κανένας πως είχα δονητή, ούτε πως φόραγα κάποιες φορές επειδή άρεσαν στον Βύρωνα δερμάτινα εσώρουχα. Όλα αυτά ήταν τα δικά μου μυστικά και κάθισα στο κρεβάτι έχοντας μια τεράστια επιθυμία να τους αποδώσω τα ίσια. Για εκδίκηση. Να μπω απρόσκλητη στα κρεβάτια τους και να βρω τις φαντασιώσεις ολονών τους. Μόνο να μην μου έλεγαν πως δεν είχαν. Μόνο αυτή την ψευτιά να μην μου πετούσαν κατάμουτρα, γιατί θα τους έσερνα από το αυτί στις γκόμενες,  στις πόρνες ή στις υποτακτικές τους γυναίκες να τα ξεράσουν κατ’ αντιπαράθεση όλα. Όλα. Βρομιάρηδες.
Πήρα τηλέφωνο και πάλι τον Βύρωνα παρακαλώντας να το σηκώσει. Μετά από πολύ σκέψη κάλεσα το νούμερο της Όλιας, αλλά το έκλεισα πριν ολοκληρώσω τον αριθμό. Κάθισα στο σαλόνι μου για πρώτη φορά με επιτακτική την διάθεση της σοβαρής σκέψης.
Ο Τζανής μου είχε πει πως ήξερε πως είχα τσακωθεί με τον άντρα μου. Πώς το ήξερε; Μου είχε πει ακόμη πως τον είχα γρατζουνίσει στο πρόσωπο. Και αυτό πώς το ήξερε; Εκείνη την στιγμή λογικά θα πίστευα πως οι νυχιές που είχα κάνει στο πρόσωπο του Βύρωνα θα φαινόταν στο πτώμα, αλλά ούτε το πτώμα του Βύρωνα υπήρχε αλλά και ούτε το πρόσωπο του άντρα φαινόταν, γιατί ήταν κτυπημένο. Έτσι δεν μου είχανε πει; Δεν μπορεί να μου έλεγαν ψέματα. Κι αν μου έλεγαν τι με ένοιαζε; Ο πούτσος αυτός δεν ήταν του Βύρωνα, άρα και ο νεκρός δεν ήταν ο Βύρων!
Πολύ σπουδαίο συμπέρασμα! Και πολύ έξυπνο… αλλά έτσι είναι, είτε το συμπέρασμα είναι έξυπνο είτε χαζό. Πώς γνώριζε λοιπόν ο Τζανής όλα τα υπόλοιπα; Και για ποιο λόγο να με θεωρεί ύποπτη για κάτι, από την στιγμή που ο άντρας μου δεν ήταν νεκρός και εγώ είχα δηλώσει την εξαφάνισή του;
Σηκώθηκα με έβαλα ένα μεγάλο ποτήρι μπύρα. Γδύθηκα και φόρεσα κάτι πιο ελαφρύ. Άνοιξα τέρμα τα παράθυρα να μπάσει αέρα και τράβηξα τις κουρτίνες. Άναψα τσιγάρο και μόλις βολεύτηκα σηκώθηκα και πάλι μουρμουρίζοντας. Έκοψα ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι κίτρινο τυρί. Είχε μεσημεριάσει και το στομάχι μου με ενοχλούσε. Δε ήμουν και στα καλύτερά μου διάολε. Και πώς να είμαι δηλαδή…
Εκτός και αν όντως ήταν νεκρός ο Βύρων και μου παρουσίασαν κάποιον άλλον στη θέση του για να δουν την αντίδρασή μου. Θα μπορούσαν ίσως να έχουν πιστοποιήσει από αλλού την ταυτότητά του. Θα μπορούσαν διάολε να τον αναγνωρίσουν ακόμα και από το πουλί δεκάδες γυναίκες! Η Όλια πρώτη. Άντε γαμήσου Όλια. Παλιοπουτάνα! Τα ρούχα του τα είχαν. Και την ταυτότητα του το ίδιο, βέρα δεν φορούσε γιατί τον στένευε λέει και τον ενοχλούσε στην πληκτρολόγηση. Δεν μας γαμιέσαι ρε. Όλοι οι άντρες από τα ίδια σκατά είστε πλασμένοι. Πόσο καιρό Θεέ μου με κορόιδευε πόσο καιρό;
Να ζούσε ο Βύρων; Λογικά θα ζούσε, δεν μπορεί ολόκληρη αστυνομία να παίζει με κάποια που δεν ξέρει αν είναι ένοχη. Δεν μπορεί. Δεν είναι ηθικό δηλαδή. Και τι είναι ηθικό;
Μαζέψου Μύριαμ. Μαζέψου και σκέψου κορίτσι μου. Σκέψου, για όλα υπάρχει εξήγηση. Συγκεντρώσου στο προκείμενο και το προκείμενο είναι από που στο διάολο γνώριζε ο Τζανής πως είχα γρατζουνίσει το πρόσωπο του Βύρωνα.
Τον Βύρωνα τον έπιασα με την Όλια την Τετάρτη το απόγευμα. Σήμερα Δευτέρα, δηλαδή πέντε μέρες αργότερα… Με τον Βύρωνα τσακωθήκαμε Τετάρτη βράδυ προς ξημερώματα Πέμπτης. Τότε τον γρατζούνησα. Την Πέμπτη το πρωί τον είδα να κοιμάται με το πουλί σηκωμένο. Μεταξύ μας, ποτέ μου δεν θα πίστευα αν δεν το ζούσα πως ένα ορθωτό μόριο θα χρησίμευε σαν σηματοδότης της μνήμης της οποιαδήποτε. Τέλος πάντων. Από τότε δεν τον ξαναείδα, διότι απλά δεν παρουσιάστηκε ξανά στο σπίτι. Με πήρε όμως τηλέφωνο και μου έστειλε κάποιο μήνυμα που με ρωτούσε αν είμαι καλά. Τι ώρα το έστειλε το μήνυμα. Τι ώρα;
Ψάχνω το κινητό μου αλλά το κάνω με μισή καρδιά γιατί μάλλον γνώριζα πως το είχα σβήσει επάνω στα νεύρα μου. Απλά ήθελα να το τσεκάρω για σιγουριά που λένε. Είχα πετάξει ένα πολύ σπουδαίο στοιχείο. Όπως είχα σβήσει και όλες τις αναπάντητες που μου είχε κάνει. Κρίμα.
Πράγματι το είχα κάνει…
Την Πέμπτη το πρωί πήγα στην δουλειά, μίλησα στην Όλια και πήρα άδεια. Πήγα στο σπίτι της…
Η Όλια! Η πουτάνα, αυτή είχε μιλήσει με τους αστυνόμους. Βέβαια… Εκείνη. Αλλά πού ήξερε για τον τσακωμό μου με το Βύρωνα… Ο Βύρων. Γαμώτη μου, την συνάντησε μετά από εμένα και της τα είπε όλα. Μπορεί και να την γάμησε μετά. Ασφαλώς και θα την πήδηξε και στα όρθια και στα ξαπλωτά γιατί αντέχει στο σεξ ο Βύρων. Ψηλά τον κώλο σου διευθύντρια. Ψηλά παλιοτσουλάρα να μας φωτίζεις τον δρόμο... Την Πέμπτη, αφού είχα φύγει με άδεια και τους είχα αφήσει το πεδίο ελεύθερο. Έτσι εξηγείται η γνώση του Τζανή για όλα όσα συνέβησαν μεταξύ εμού και εκείνου. Ρε τη βρομιάρααα…. Αλλά και πάλι πώς ο Τζανής την βρήκε; Δεν θα ήταν περισσότερο λογικό να έρθει να βρει πρώτα εμένα που είχα πάρει τηλέφωνο στα γραφεία τους να δηλώσω εξαφάνιση; Πώς στα τσακίδια την βρήκε;  Πώς;
Από τα ρούχα του πτώματος. Το μικροτσούτσουνο πτώμα φορούσε τα ρούχα του άντρα μου και είχε την ταυτότητα του. Αλλά αυτό και πάλι παραπέμπει σε έμενα. Την γυναίκα του θα έψαχναν πρώτα, εκτός και αν έψαχναν για κανένα καλό πήδημα με κάλτσες και πουτανίστικο βλέμμα.
Έλα Μύριαμ. Συγκεντρώσου. Συγκεντρώσου που να σε πάρει.
Θα μπορούσε ο Βύρων να είχε μέσα στις τσέπες του παντελονιού του κάτι που να τον συνέδεε με την Όλια. Μπορεί στο σακάκι του να τις είχε. Ο ερωτευμένος ανακαλύπτει κρυψώνες. Τι διάολο, γκόμενά του ήταν, όλο και κάτι θα είχε επάνω του που να πιστοποιεί το γεγονός, εκτός από τα υγρά της στους βουβώνες του. Το στόμα του ψάξτε. Το στόμα του, για τρίχες.
Έλα Μύριαμ. Έλα.
Όχι, δεν θα είχε τίποτε πουθενά επάνω του, γιατί είχε σκοπό να γυρίσει σπίτι και θα πρόσεχε. Θα φυλαγόταν. Από ποιάν; Από εμένα που τον αγαπούσα! Δεν θα την ξαναπατούσε όπως με το δεύτερο κινητό. Άρα ο Τζανής δεν βρήκε την Όλια από εκεί… Και εμένα η Όλια γιατί με απέλυσε; Γιατί θα μπορούσε να μην θέλει να με βλέπει ή να μην με θέλει στα πόδια της μέσα να την κατηγορώ κάθε ώρα και λεπτό για παράνομη υπεξαίρεση συζύγου λες και υπάρχει υπεξαίρεση νόμιμη. Να μην τρελαθούμε… Δίκιο είχε. Πώς να συνεργαστείς με εκείνη που καβαλούσε την άντρα σου; Και εκείνη πώς να δουλέψει με την γυναίκα του εραστή της που έχει γνώση του θέματος; Άρα η απόλυσή μου ήταν μία πολύ λογική κίνηση από την μεριά της. Και σωστή από όποια μεριά και να εξέταζα το ζήτημα.
Κατάλαβα πως από όπου και να κοιτούσα το παιχνίδι, ήμουν χαμένη από όλες του τις πλευρές. Γαμώτο μου.
Τα παράτησα και σηκώθηκα. Έκανα δροσερό ντους και ντύθηκα με ένα τζήν και με μία απλή μπλουζίτσα. Πριν βγω από το σπίτι για φαγητό, βεβαιώθηκα πως …δεν είχα μαζί μου το κινητό. Ε, όχι και να μαγειρέψω κι από πάνω. Αυτό δεν το θέλει ούτε Θεός ούτε διάβολος…

 10


Την επόμενη το πρωί με ξύπνησε το τηλέφωνο. Όταν άνοιξα τα μάτια μου και είδα το ρολόι τρόμαξα. Πίστεψα πως έκανα λάθος. Έντεκα και είκοσι. Τι στην ευχή…

«Ορίστε.» Προσπάθησα να ζωηρέψω την φωνή μου να την κάνω να ακουστεί σβέλτη μα δεν ξέρω αν το κατάφερα.
«Μύριαμ; Τι κάνεις τέτοια ώρα σπίτι; Είσαι καλά;»
Απάντησα στην μητέρα του Βύρωνα πως είμαι καλά και είδα και έπαθα να την πείσω πως ήταν καλά και ο Βύρων.
«Κάτι μου κρύβεις. Για να είσαι σπίτι τέτοια ώρα, σημαίνει πως ο Βύρων δεν είναι καλά. Δώσε μου τον να του μιλήσω.»
Με τα πολλά την καθησύχασα λέγοντάς της πως την προηγούμενη είχαμε ξενυχτίσει, είχαμε πιει και ο Βύρων σαν τέτοιος που ήταν, ήθελε παιχνίδια –πως, πως, ήξερε η Αρχοντία γιατί γέλασε, αν δεν ήξερε, δεν θα γελούσε- και εγώ σήμερα είχα ένα τρομερό πονοκέφαλο. «Ε μητέρα; Με καταλαβαίνεις;»
«Εμ η δύσκολη ζωή είναι για αυτούς που τη αντέχουν Μύριαμ. Χεχεχε.»
«Δίκιο έχεις Αρχοντία. Πολύ δίκιο…»
Με χαιρέτησε και έκλεισε. Ο γιός της κρατούσε ακόμη τα ηνία. Μπήκα στο μπάνιο και ξαναβγήκα αμέσως μετά, βρεγμένη και τσίτσιδη. Το τηλέφωνο και πάλι…
Έτρεξα όσο γρηγορότερα μπορούσα προσέχοντας να μην γλιστρήσω, αφήνοντας υδάτινα σημάδια σε όλο το διάβα μου. Ο Βύρων σκεφτόμουνα. ‘’Ο Βύρων’’ και αναλογιζόμουν τα λόγια που θα του έλεγα. Σήκωσα το ακουστικό με το που είχα αποφασίσει να τον βρίσω για όλη την ανησυχία μου και μετά να τον αφήσω να με μαλακώσει κάπως. Τι τρομάρα Θεέ μου…
«Ναι; Βύρων;»
Ο Βαλέρης με ρώτησε τι κάνω. Μου είπε πως δεν είχε κανένα νέο από τον άντρα μου και αμέσως μετά αναρωτήθηκε αν με ενοχλεί. Η τρίτη του ερώτηση είχε να κάνει με το αν είχα πιει καφέ μια και μόλις του είχα πει πως δεν ήμουν σηκωμένη παρά μερικά λεπτά πριν. Ήταν πρόθυμος να με κεράσει έναν στο σπίτι μου. Από εκείνον το ίδιο. Ήξερα εγώ επέμενε…
Του είπα καθαρά, με τα νερά να στάζουν από το γυμνό μου σώμα στο πάτωμα, πως αυτό που είχε γίνει, δεν επρόκειτο να ξαναγίνει. Αν ήθελε πηδήματα και αγάπες, θα μπορούσε να βρει μια κοπέλα της ηλικίας του. Ξέρω πως δεν τον έπεισα, αλλά δεν με ένοιαξε γιατί εκείνη την ώρα το πίστευα όσο τίποτα άλλο. Ούτε θα πήγαινα για καφέ μαζί του στου Παπάγου στο Verde, αν δεν μου έλεγε πως θα μιλούσαμε για την υπόθεση. Είχε λέει να με ρωτήσει μερικά πράγματα ανεπισήμως για την υπόθεση, αργότερα θα μου τα ρώταγε τα ίδια επισήμως ο Τζανής. Ίσως θα ήθελα να ξέρω. Έτσι με δελέασε. «…αν πάλι δεν θέλεις, συγχώρεσέ με που σε σκέφθηκα» κατέληξε.
Κανονίσαμε την ώρα.
Μια μικρή χαρά μέσα από όλη μου την ανησυχία φώτιζε για λίγο το μυαλό μου. Η υπόθεση απλά έκανε την αμέριμνη κρατώντας τα στοιχεία της καλά κρυμμένα, μα αυτό δεν θα έπρεπε να με καθησυχάζει. Απλά και μόνο που είχε βρεθεί εκείνος ο νεκρός με τα ρούχα του Βύρωνα, αυτόματα ενέπλεκε τον άντρα μου σε μία υπόθεση που έκρυβε μυστικά και σίγουρα παρανομίες. Ο Βύρων μπορεί να κρυβόταν. Μπορεί κάτι να φοβόταν και αυτό σίγουρα πλέον δεν ήμουν εγώ. Η υπόθεση όσο οι ώρες περνούσαν έπαυε να είναι μία απλή γκομενοδουλειά και γινόταν μια εξαφάνιση με όλα τα ενδεχόμενα καραμπινάτα.
Ο Βαλέρης συμφωνούσε ανακατεύοντας το χαρμάνι του καφέ του που άχνιζε κάτω από το καταπράσινο τοπίο της καφετέριας. Στεκόταν ντυμένος με τα άσχετα ρούχα του μυστικού αστυνόμου και το κεφάλι γερτό υπό το βάρος των σκέψεων ή ίσως των υπολογισμών.
Εγώ τον κοιτούσα ακουμπισμένη στην πλάτη της πολυθρόνας μου και αναρωτιόμουν πως ήταν δυνατόν εχθές να τον είχα βολεμένο ανάμεσα στα ποδάρια μου. Όλα επάνω του μέσα στο φως της ημέρας μου έμοιαζαν ξένα. Τα μάτια του που τώρα τα πρόσεχα που ήταν καστανά, εκείνο το μικρό σημάδι στην βάση του λαιμού του που επίσης για πρώτη φορά κοιτούσα και μόλις τώρα αναρωτιόμουν τι να το είχε προξενήσει, το στυλ που καθόταν, τη μικρή υπεροπτική ματιά του που σάρωνε το τραπέζι και έφτανε μέχρι τα πόδια μου, που ακόμα δεν είχα καταφέρει να αποκωδικοποιήσω. Όλα ήτανε ξένα επάνω του. Ακόμη και ο τρόπος που μου μιλούσε. Όλα! Και όμως τον είχα βολέψει μέσα μου. Τον είχα αφήσει να μάθει τα κυριότερα κρυφά μου. Τον τρόπο που ανασαίνω στις επίμαχες ώρες μου, το πως αντιδρώ την δεδομένη ώρα, την μορφή του προσώπου μου όταν η ‘ανάγκη’ μου γινόταν επιτακτική και πόσα άλλα που σίγουρα μου διέφευγαν.
Τώρα μέσα στο φως του ήλιου δεν ξέρω αν τον ντρεπόμουν όσο εχθές το βράδυ που ήμουν μόνη, ούτε και ξέρω αν θα ήταν στο χέρι μου να γυρίσω πίσω τον χρόνο αν θα ήθελα να σβήσω την εμπειρία μου εκείνη. Τότε που έγινε έπρεπε να γίνει. Το σήμερα ήταν μια άλλη μέρα…
«Θέλεις να μου μιλήσεις για την Όλια την φίλη σου;»
Προς στιγμήν σκέφθηκα πως ήθελε να μας πάρει όλες τις παιδικές φίλες περασάδα, πως ήθελε να μας ξαπλώσει στην σειρά σε ένα πρόχειρο ντιβάνι ή σε ένα καλοστρωμένο πάτωμα με τα πόδια ψηλά και να μπαινοβγαίνει μέσα μας με την ευκολία και την συχνότητα που τα αγοράκια του δημοτικού μπαινοβγαίνουν τις πόρτες των σπιτιών την ώρα που παίζουν κυνηγητό. Φαντάστηκα πώς ήθελε να κάνει μια συλλογή από τις ομορφότερες ξεκωλιάρες του πλανήτη και άλλη μια από τις ευκολότερες παντρεμένες του ίδιου χώρου. Τις υπόλοιπες, εκείνες που θα ανήκαν στην κατηγορία των απεγνωσμένων, θα τις κάθιζε μπρούμυτες …έτσι για τιμωρία και θα τις ‘τιμούσε αραιά και που... Πολύ θα ήθελα να ξέρω σε ποια ομάδα θα ενέτασσε εμένα.
Τον κοίταξα και του απάντησα με εμφανή καθυστέρηση αν είχε δει ποτέ του την Όλια. Ακόμη έπαιζα μαζί του. Έσπρωχνα όλα τα επείγοντα στο πίσω μέρος της συζήτησης και χαμουρευόμουνα με τα υπονοούμενα της πρόπερασμένης μου εφηβείας, απολαμβάνοντας ένα ρόλο εντελώς ξεχασμένο.
«Δεν απαντάω στις δικές σου ερωτήσεις. Εσύ απαντάς στις δικές μου»
Τι γινόταν διάολε; Είχα απέναντί μου έναν αστυνόμο ή κάποιον εραστή; Έναν φίλο ή έναν υποκριτή, που μέσα από τους έρωτες τσακώνει τους ενόχους;
Τον κοίταξα για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Κέρδισα ακόμη λίγο χρόνο περιμένοντας να περάσει από δίπλα μας ο σερβιτόρος. Ξαφνικά η κουβέντα μας είχε αποκτήσει απόρρητο χαρακτήρα.
«Δεν έχω κάνει λεσβιακό μαζί της»
Γέλασε. Το χαμόγελό του κορίτσια ήταν όμορφο, τόσο, που με έκανε να χαμογελάσω κι εγώ και να πάρω το ύφος της παιδούλας που ερεθίζεται στα σκοτάδια παίζοντας κρυφτό με το αγόρι που ονειρεύεται. «Αυτό δεν ρωτάς να μάθεις; Μην μου κρύβεσαι, μεγάλοι άνθρωποι ήμαστε. Σε ποιόν άντρα δεν αρέσει να βλέπει γυναίκες αγκαλιασμένες;» Κρέμασα το χαμόγελο της νίκης στο στόμα μου «Και την γυναίκα του ίσως στα χέρια μιας άλλης;» Είχα πετύχει ένα γκολ…
Εξακολουθούσε να φαντασιώνει τα λεγόμενά μου ήμουνα σίγουρη και τον άφησα να το κάνει γέρνοντας πίσω σαν τις γνωστές τις ανάφτρες όλης της οικουμένης.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα που έμοιαζαν με λεπτά και κάποιες μικρές κοπέλες από δίπλα μας που έμοιαζαν με μεγαλύτερες, όταν μια λάμψη άστραψε στο μυαλό μου πριν αρθρώσει την επόμενη λέξη του.
«Η Όλια!» Το όνομά της μου ξέφυγε από τα χείλη μου. Μου ξεγλίστρησε.
Τα μάτια μου φώτισαν και ο Βαλέρης παρέμεινε ακίνητος σκεφτόμενος ίσως τις λεσβιακές μου επιδόσεις υποκύπτοντας το αμάρτημα της λαγνείας.
«Βέβαια Βαλέρη η Όλια σας ειδοποίησε. Από εκεί με βρήκατε. Μιλήσατε πρώτα μαζί της, γιατί από που θα ήξερε ο Τζανής πως είχα τσακωθεί με τον άντρα μου και του είχα γρατζουνίσει το πρόσωπο. Εσείς δεν γνωρίζετε τον Βύρωνα. Και από πού να τον γνωρίζετε δηλαδή. Η Όλια λοιπόν…»
Την εύρισκα την απάντηση στο χθεσινό μου ερώτημα, αλλά αυτό δεν σήμαινε τίποτα άλλο εκτός από την πιστοποίηση της δύσκολης θέσης στην οποία περιερχόμουν. Το καταλάβαινα πια.
Ο Βαλέριος δεν έγειρε μπροστά, ούτε χρησιμοποίησε το συνωμοτικό χαμηλόφωνο ύφος που παίρνουν συνήθως όλοι εκείνοι που κάνουν μια σοβαρή δήλωση. Έμεινε ακουμπισμένος στην πλάτη του αναπαυτικού καθίσματός του και μου ανέφερε πως υπήρχε σε βάρος μου καταγγελία διάρρηξης.
«Η Όλια;» τον ρώτησα.
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Το έκανες;»
 «Το έκανα, αλλά να σου εξηγήσω…»
Τον είδα να σφίγγει τα χείλια του γνωρίζοντας πλέον πως ένα πήδημα στην ήδη διαμορφωμένη κατάσταση δεν θα ήταν ικανό να γύρει καμιά πλάστιγγα προς το μέρος μου.
«Θα σου πάρουν αποτυπώματα…»
«Με την Όλια Βαλέριε ήμαστε φίλες. Θέλω να πω πως δεν υπήρχε περίπτωση να πάρω τίποτα από το σπίτι της. Παιδικές φίλες Βαλέριε. Μπήκα σπίτι της παίρνοντας το κλειδί από το μέρος που το έκρυβε, ψάχνοντας τον άντρα μου. Η Όλια καβαλούσε τον άντρα μου. Το ξέρεις αυτό, δε μπορεί να μην το ξέρεις.»
Είχα γύρει μπροστά, αγωνιούσα. Ήθελα να ρωτήσω τι με συμβουλεύει να κάνω, μα δεν μπορούσα να είμαι σίγουρη για την ‘’ακεραιότητα’’ της προτροπής του. Μία φορά με είχε πηδήξει, δεν θα πέθαινε κιόλας για εμένα, ούτε θα έβαζε το κεφάλι του στον ντορβά. Μια γυναίκα σαν όλες τις ξελιγωμένες θα με νόμιζε και αυτό θα το θαρρούσε πολύ πριν από το γεγονός, γιατί ήξερε και αυτός και ο Τζανής. Να πάρει η ευχή. Να πάρει…
«Γιατί μου έκανες έρωτα Βαλέριε;»
Αν ήξερα ποιος κερατάς, του είχε καρφώσει την πλάτη στην καρέκλα, θα τον σκότωνα με τα ίδια μου τα χέρια. Ήθελα πολύ να τον δω να γέρνει λιγάκι μπροστά, να ενδιαφέρεται για εμένα και να προσπαθεί να με καλοπιάσει.
«Μου άρεσες.»
Λύσσαξα. Τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Γενικώς τα πράγματα με τους άντρες είναι πολύ απλά κορίτσια, μόνο που από μας διαφεύγει εξ’ αιτίας της ανάγκης μας για την ηλίθια εκείνη τεκμηρίωση, πως ίσως για αυτόν τον τελευταίο που έχουμε εμπρός μας, ήμαστε κάτι. Τίποτα δεν ήμαστε για κανένα τους. Τίποτα εκτός από ένα περιποιημένο ή απεριποίητο μουνί. Αυτό ήμαστε και βάλτε το καλά μέσα στο μυαλό σας.
«Πηδάς όποια σου αρέσει;» Τι έψαχνα να βρω; Τι ήθελα να ανακαλύψω; Θα έπρεπε ήδη να ήμουν προϊδεασμένη και να γνώριζα πως όσο το σκάλιζα τόσο θα ανακάλυπτα ιδέες και απαντήσεις που θα με ζημίωναν.
«Κακό είναι; Όσες μου κάθονται δηλαδή. Καμιά τους δεν πιέζω. Εσένα σε πίεσα;» Επιτέλους έγειρε μπροστά «Σε πίεσα Μύριαμ;»
Η γλώσσα μου ήταν από ώρα στερεωμένη επάνω στον αριστερό μου προγόμφιο. Η καρδιά μου κτυπούσε δυνατά. Ήθελα να σηκωθώ και να του ρίξω ένα χαστούκι. Μπορεί να μην είχα δίκιο και να είχα όλα τα φταιξίματα με το μέρος μου, αλλά ένα άλλοθι το αξίζει η κάθε μια μας. Ένα καλό λόγο που είναι τζάμπα. Θα μπορούσε να πει πως με είχε νοιώσει ή πως ξαφνικά με συμπόνεσε και νοιάστηκε για εμένα και όλως τυχαίως του γύρισε ανάποδα και με ήθελε. Θα το έχαβα το παραμύθι. Χιλιάδες ψέματα υπάρχουν στον κόσμο που μπορούν να μας κάνουν να αισθανθούμε λίγο καλύτερα. Χιλιάδες κατά συνθήκην δικαιολογίες κυκλοφορούν ελεύθερες και ικανές να μας κάνουν να χαρούμε την πλάνη μας, γιατί όλες μας, ήμαστε εθισμένες από γεννησιμιού μας στα μυθεύματα των ανδρών. Ζούμε και γινόμαστε γυναίκες με αυτά. Μεστώνουμε μέσα τους και μας γίνονται πια απαραίτητα. Σχεδόν καταντάμε να ζούμε για αυτά. Για εκείνα τα μικρά τα φτηνιάρικα ψεματάκια που μας κάνουν να νοιώθουμε ξεχωριστές. Άντρες. Γαμώ την μάνα σας ρε.
«Δεν με πίεσες Βαλέριε. Όχι δεν με πίεσες.» Μέσα στην περίλυπη κατάσταση που βρισκόμουν αντιμετώπιζα την ιδέα της ταπείνωσης και αυτό με εξόργιζε. Τώρα μετάνιωνα, αλλά πλέον ήταν αργά. Έσφιξα τα πόδια όσο περισσότερο μπορούσα από τον φόβο της ματιάς του Βαλέριου, που σαν άντρας έκανε την δουλειά του τόσο καλά, όσο την έκανε και σαν αστυνομικός. Έπρεπε να τον ρωτήσω για την κατάσταση της υπόθεσης και για το πόσο μπλεγμένη ήμουν, για το αν αντιμετώπιζα το ενδεχόμενο του δικαστηρίου και της φυλάκισης, για το αν η Όλια είχε καταθέσει τελικά μήνυση για τα λεκιασμένα από λιπαντικό κεράσι σεντόνια της μα δεν μπορούσα. Για ακόμη μία φορά μπλοκάριζα. Και ήμουν αθώα. Αθώα που να πάρει.
«Θέλεις να σε πάω σπίτι σου να κουβεντιάσουμε εκεί;»
Πως είναι δυνατόν ο Θεός να είναι αμέτοχος ευθυνών για την ανωριμότητα μερικών ανθρώπων; Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει ο άνθρωπος; Τον ρώτησα αν είναι καλά. «Βαλέριε» του είπα «Δεν έχεις καταλάβει τίποτα; Πιστεύεις πως είμαι ολόκληρη μια τρύπα;» Έτσι του μίλησα μπας και καταλάβει. Δεν καταλάβαινε…
«Αφού περάσαμε ωραία γιατί δεν θέλεις να το συνεχίσουμε;»
Του είπα πως θα το σκεφθώ και χάρηκε. Τον ρώτησα αν θα μπορούσε να με επισκέπτεται στην φυλακή για μια παρά φύσιν συνεύρεση. Του άρεσε και αυτή η ιδέα και γέλασε. Της παρα φύσιν συνεύρεσης δηλαδή, όχι της φυλακής.
Τον χαιρέτησα στην έξοδο.
«Θα σε καλέσει ο Τζανής, μπορεί και σήμερα. Η Όλια έχει καταθέσει μήνυση να ξέρεις. Λέει πως της λείπουν πολλά πράγματα… Για να ξέρεις στο λέω.»
Έφυγε πρώτος! Δεν είναι δυνατόν. Καλά τόσο παιδί ήταν;
Έβαλα το κεφάλι κάτω. Έπρεπε να περάσω ένα βήμα μπροστά, τα γεγονότα με είχαν πάρει στο κατόπι. Πήρα τηλέφωνο με απόκρυψη στο γραφείο της Όλιας εκείνη ακριβώς την στιγμή. Το σήκωσε η γραμματέας της. Εκείνο το σαχλοκούδουνο που ισορροπούσε επάνω στα δωδεκάποντα μέρα-νύχτα και το έλεγαν Μπέρτα. Είμαι σχεδόν σίγουρη πως το βαφτιστικό της θα ήταν Γαρυφαλλιά ή Καλλιόπη και το υποκοριστικό της Λίτσα ή Πίτσα ή κάτι τόσο κοινό.
Η κυρία Καραϊλή δεν μπορούσε να μου μιλήσει γιατί ήταν σε σύσκεψη. Μάσαγε τσίχλα το ‘’χαμένο’’ τόσο δυνατά, που ακουγόταν από το ακουστικό. Και την είχαν για ιδιαιτέρα… Τι με νοιάζει; Αυτό που ήθελα να μάθω το έμαθα. Έψαξα στην τσάντα μου και βρήκα το κλειδί του σπιτιού της φίλης μου. Μια ακόμη επίσκεψη της την χρωστούσα…


11η συνέχεια

Πόσο χειρότερα θα μπορούσαν να πάνε τα πράγματα; Ας πήγαιναν όσο ήθελαν. Ξεπαρκάρισα και πάτησα γκάζι. Ξαφνικά βιαζόμουν. Έκλεισα το ράδιο που άνοιξε αυτόματα με το άνοιγμα της μηχανής και κατάλαβα πως ήμουν το θύμα μιάς πλεκτάνης. Μιάς πλεκτάνης που δεν ήξερα αν μετείχε σε αυτήν και ο άντρας μου ο Βύρων. Λογικά, αν αναλογιζόμουν τα χρόνια που τον συντρόφευα θα έπρεπε να απορρίψω αυτό το ενδεχόμενο, αλλά εάν από την άλλη σκεφτόμουν την περίπτωση, να μην με έχει αγαπήσει ποτέ του και όλα αυτά τα χρόνια να ήταν ένα εξαιρετικό ζευγάρι με την Όλια πίσω από την βλαμμένη μου πλάτη, τότε όλα θα ήταν πιθανά. Η ουσία όμως της υπόθεσης χόντραινε τα νοήματά της και ξέφευγε από το συνηθισμένο παιχνίδι της οικογενειακής αποπλάνησης και του συναινετικού ή μη διαζυγίου, από την στιγμή που είχε εμπλακεί η αστυνομία με ένα πτώμα ντυμένο με τα ρούχα του άντρα μου και εγώ μέσα σε όλο αυτό τον κυκεώνα των αποκαλύψεων ερωτοτροπούσα σαν την χαζοχαρούμενη ανοργασμική νοικοκυρούλα. Είχα και τα δίκια μου και τις δικαιολογίες μου. Τα είχα και τα δύο, αλλά μέχρι εδώ.
Τα δεύτερα κλειδιά της Όλιας περιείχαν και κλειδί της εισόδου. Πέρασα μέσα στην πολυκατοικία της με το θάρρος εκείνης που ψάχνει την φίλη της για να εξηγηθεί μαζί της. Πριν βάλω το κλειδί στην πόρτα πίεσα το κουδούνι μερικές φορές και την τελευταία από αυτές αδικαιολόγητα παρατεταμένα. Κανείς. Ωραία.
Ξεκλείδωσα και μπήκα. Δε φοβόμουν αλλά ένοιωθα μία υπερδιέγερση που μεταφραζόταν σε ένα άγχος που μου πίεζε το στομάχι και έκανε τα χέρια μου να τρέμουν ελαφρά. Σαν να μην είχε περάσει μια μέρα. Όλα έτοιμα για την υποδοχή του κόσμου που θα συμμετείχε τη μητέρα όλων των παρτουζών. Η Όλια είχε συγυρίσει. Η παραδουλεύτρα της δηλαδή. Περίμενε κόσμο. Αστυνομία. Τον Τζανή με τον Βαλέρη και ίσως τον άλλον τον εισαγγελέα με την κοιλιά. Σιγά-σιγά όλοι μας γινόμασταν μία παρέα. Στο τέλος της ιστορίας θα έπρεπε να κάνουμε ένα καλό ‘’συνολάκι’’ όλοι μας σε αυτόν εδώ τον περιούσιο χώρο!
Το σπίτι μύριζε το ίδιο άρωμα της βανίλιας. Συγκεντρώθηκα. Εδώ είχα έρθει για ένα σκοπό. Παράτησα τις σκέψεις και έτρεξα στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσε για γραφείο της. Είχα το πολύ μια ώρα στην διάθεσή μου διότι η Όλια έφευγε πολλές φορές από το γραφείο στη μία αντί για τις τρείς.
Άνοιξα τον υπολογιστή της και πριν φορτώσει το πρόγραμμά του είχα ξεσκαλίσει όλα τα συρτάκια στα δεξιά που είχε στα δεξιά του. Τίποτα. Μολύβια συρραπτικές, μαρκαδόροι, χαρτιά σημειώσεων μπλοκάκια ανακατεμένα λογαριασμοί. Ο υπολογιστής άνοιξε. Βολεύτηκα στην πολυθρόνα της και άρχισα να ανοίγω όλα της τα αρχεία. Χρειάστηκε πολλές φορές να συμμαζέψω το μυαλό μου και να του θυμίσω πως έψαχνα κάτι σοβαρό. Κάτι πολύ πιο σοβαρό από μία φωτογραφία του άντρα μου μαζί της. Ένα χαρτί ας πούμε ή κάποιο έγγραφο που θα την ενοχοποιούσε για κάποιο φόνο. Πώς βλέπουμε στις ταινίες; Κάτι τέτοιο λοιπόν. ‘’Ντέντεκτιβ Μύριαμ…’’ σάρκασα αυθόρμητα τον εαυτό μου ‘’…η απατημένη σύζυγος-υπάλληλος ξεδιαλύνει μυστήρια. Παρακαλώ τηλεφωνήστε…’’ Χαμογέλασα, αλλά η ώρα περνούσε. Σκέφθηκα να ξαναπάρω την ‘’τσίχλα’’ τηλέφωνο να τσεκάρω πως η Όλια θα ήταν ακόμη στην δουλειά της και το έκανα πριν ολοκληρώσω την έρευνά μου στα αρχεία της.
«Η κυρία Καραϊλή μόλις έφυγε, θέλετε κάτι;»
«Να φτύσεις την τσίχλα σου ηλίθια!»
Δεν άντεξα. Της το είπα. Έκλεισα τον υπολογιστή βιαστικά. Είχα στη διάθεσή μου μισή ώρα το πολύ. Το πάρα πολύ και κατουριόμουν διάολε. Έτρεξα στο μπάνιο. Καθώς καθόμουν στην λεκάνη έψαχνα με τα μάτια μου όλο τον χώρο. Τι θα μπορούσα να βρω; Τίποτα. Και πράγματι δεν βρήκα τίποτε. Χωρίς να σκουπιστώ, σπρωγμένη από μια εντελώς βλακώδη αστυνομική διαστροφή που μου έλεγε εκείνη τη βιαστική στιγμή, πως μπορεί να έχωνε το μουσούδι του ο Τζανής ή ο παχύς και πολύ αριστοκρατικός εισαγγελέας στο καλαθάκι με τα σκατόχαρτα της κυρίας Καραϊλή και να εύρισκαν και τα δικά μου ούρα μέσα στα πολλά δικά της, κάτι το οποίο θα με ενοχοποιούσε ακόμη περισσότερο. Σύνελθε Μύριαμ. Σύνελθε. Τώρα τα χέρια μου έτρεμαν ακόμη περισσότερο και ένοιωθα βρεγμένη από κάτω μου. Πόσο ηλίθιος μπορεί να γίνει ο άνθρωπος σε καταστάσεις πίεσης; Τόσο όσο να σκέφτεται αυτά που σκεφτόμουν εγώ και να τριγυρνά ψάχνοντας σε ξένα σπίτια αποδεικτικά στοιχεία φόνων, με κατουρημένο βρακί! Τόσο πολύ!
Μπήκα στην κρεβατοκάμαρά της. Εδώ σίγουρα θα την είχε ξαπλώσει και ο Βύρων και θα την είχε κάνει να φωνάξει. Γονάτισα και έβαλα τα χέρια μου κάτω από το στρώμα. Βρήκα ένα φάκελο τόσο απλά και τόσο γρήγορα που αν δεν είχα κατουρήσει, θα κατουριόμουν από την χαρά μου στα σίγουρα. Το πάνω του μέρος δεν ήταν κολλημένο, δεν είχε γραμματόσημα, άρα δεν είχε ταχυδρομηθεί. Το άνοιξα βιαστικά.
Αχα! Χαχα.
Ο Θεός αγαπάει τον νοικοκύρη, αλλά το ίδιο κάνει και με εμένα. Η Όλια!
Η Όλια λοιπόν ντυμένη όμορφα εν μέσω δύο ανδρών, με τον Βύρωνα να απουσιάζει. Γιές
Η Όλια λιγότερο ντυμένη στο σαλόνι της να αποκαλύπτει διάφορα, με το πόδι σηκωτό κατά τη προσφιλή της στάση.
Η Όλια να αποκαλύπτει περισσότερα… και με το άλλο της πόδι σηκωμένο. Η Όλια να τα αποκαλύπτει όλα… Η Όλια να παίρνει πρόστυχες στάσεις… Η Όλια να χαίρεται τα φιλιά ενός άλλου άντρα… Μα… Μα βρε χαζή Μύριαμ, κάποιος έπρεπε να βγάζει φωτογραφίες. Θεέ μου! Ο Βύρων! Γιατί Παναγία μου; Να το πρόσωπό του. Μα αυτός δεν είναι ο Βύρων! Δεν είναι… Ευτυχώς που δεν είναι… Ψάχνω για ημερομηνία. Πουθενά. Γυρίζω τις φωτογραφίες από την πίσω τους όψη. Τίποτα. Η ώρα περνάει. Το νου σου στην ώρα Μύριαμ. Μην παρασύρεσαι. Παράτα τες ψάξε για κάτι άλλο.
Να τις πάρω ή να τις αφήσω;
Αποφάσισε κορίτσι μου, αλλά γρήγορα που να σε πάρει. Αποφάσισε. Μέτρα όλα τα ενδεχόμενα, αλλά κάνε το γρήγορα, στο Θεό που πιστεύεις.
Αν τις πάρω, θα μπορώ να την εκβιάσω την κάρια, θα μπορώ να την απειλήσω πως θα τις στείλω με φαξ σε όλα τα τηλέφωνα του γραφείου.
‘’Ναι Όλια ξεχνάς πως όλες οι συσκευές είναι συνδεδεμένες με φάξ; Η εταιρεία μας είναι οπαδός της τεχνολογίας, έπειτα υπάρχουν και τα ε- μέιλ. Όλια πώς ξεχνάς τα ε-μέιλ; Το αιδοίο σου θα γίνει η πρώτη είδηση και ενδεχομένως η καλύτερη. Ξέρεις πόσοι θα το παίξουν για πάρτη σου; Κυρίες και κύριοι το καλλιτεχνικά περιποιημένο αιδοίο της προϊσταμένης μας, κερδίζει το πρώτο βραβείο καλλιγραφίας’’.
Μετά όμως μπορεί να αλλάξει κλειδαριά, θα το καταλάβει πως λείπουν. Σίγουρα αυτές τις φωτογραφίες θα τις έχουν δει και όλα τα παιδιά της σήμανσης και ίσως και οι επιθεωρητές. ‘’Τζανή, Βαλέρη, είδες πόσο προσέχουν τα αιδοία τους οι φιλενάδες μου;’’ Η Όλια δεν δήλωσε διάρρηξη; Δεν θα της έψαξαν το σπίτι; Δεν το ψάχνουν στις διαρρήξεις για δακτυλικά αποτυπώματα; Μπερδεύομαι. Θεέ μου. Όλες οι ερωτήσεις μου έρχονται μαζεμένες. Και τα δικά μου αποτυπώματα δεν θα τα έχουνε βρει. Θα τα έχουν! Για αυτό μου είπε ο Βαλέρης πως θα με φώναζε ο Τζανής για αποτυπώματα… Θα τα συγκρίνουν. Παναγία μου, θα με χώσουν μέσα. Και τώρα, σήμερα, αφήνω αποτυπώματα. Βάζω γρήγορα τις φωτογραφίες πίσω στο μέρος που τις βρήκα. Ανοίγω τη ντουλάπα της και σκύβω γρήγορα στο κάτω της μέρος. Η μυρωδιά από τα παπούτσια της με παίρνει. Σπρώχνω τους ποδόγυρους των φουστανιών της στην άκρη και βρίσκω το μικρό χρηματοκιβώτιο
Θυμήσου Μύριαμ. Γελούσατε κάποτε με τον συνδυασμό που είχε διαλέξει. Γελούσε και τον έλεγες πολύ εύκολο και πως θα μπορούσε ο καθένας να τον φανταστεί. Η ημερομηνία γέννησής της. Χα. Ένα μήνα μετά την δική σου.
Σπρώχνω τα μαλλιά μου πίσω. Ανασαίνω γονατιστή, με το κεφάλι στο πάτωμα και τον πισινό ψηλά. 12 δεξιά, πέντε αριστερά, δεκαεννιά δεξιά, εβδομήντα αριστερά. 12-5-1970. Μόλις μάθατε πως σας έκρυψα ένα χρόνο και ένα ακόμη μήνα, από την ηλικία μου. Τελικά είμαι 43 χρονών και θα ήταν όλα καλά, τέτοια ώρα, αν το αναθεματισμένο σιδερένιο κουτί άνοιγε. Δεν άνοιγε όμως. Δεν άνοιγε που να πάρει…
Σκέψου Μύριαμ. Σκέψου η Όλια όλο και κάποια εύκολη μαλακία θα έβαζε για συνδυασμό διότι από μικρή δεν καλοθυμόταν. Πως μπορείς να τα ξεχνάς αυτά;
Ανασηκώνομαι. Καθώς το κάνω, το κεφάλι μου μπερδεύεται μέσα στους ποδόγυρους των φουστανιών της. Τα αρώματά τους με ποτίζουν με την βαριά οσμή τους, σχεδόν με ζαλίζουν με την υποτιθέμενη ιστορία τους. Το κάθε ένα από αυτά και μία παρτούζα ή στην καλύτερη περίπτωση ένα πήδημα γεμάτο φυσιολογικότητα με το ένα ή και τα δύο πόδια ψηλά. Να στηρίζουν τα ταβάνια. Τα χέρια ανοιχτά για μια αγκαλιά πριν από την επόμενη ή αμέσως μετά την προηγούμενη. Του άλλου εραστή…
Ένας λευκός φάκελος πέφτει. Ήταν χωμένος ανάμεσα στα υφάσματα. Τον πιάνω. Τον ανοίγω. Έχει μέσα ένα μάτσο χαρτιά αλλά δεν βλέπω να διαβάσω τίποτα στα σκοτεινά. Τρέχω στο σαλόνι την ώρα πόρτα που η πόρτα δουλεύει την κλειδαρά της. Τα σωθικά μου γίνονται κόμπος. Μένω ακίνητη μαγκωμένη σαν στήλη άλατος ψάχνοντας δικαιολογίες.
Με έπιασε στα πράσα!
Αυτό ήταν το άδοξο τέλος της Ντέντεκτιβ Μύριαμ.
Πετάχτηκα γρήγορα πίσω από τον καναπέ. Ξάπλωσα κάτω ελπίζοντας πως η Όλια θα κατουριόταν ή πως θα έσερνε μαζί της τον γκόμενο και σαν τρελά καυλωμένη που θα ήταν οι δυό τους, θα έβγαζαν τα μάτια τους στην κρεβατοκάμαρα που είχα ξεχάσει ανοιχτό το φως. Κι άλλη ατυχία Θεέ μου; Το φως της ήταν ανοιχτό θα μπορούσα να το δω αν έστρεφα το κεφάλι προς εκεί αλλά ήμουν μαγκωμένη καθώς δάγκωνα τα χέρια μου με τα δόντια μου δυνατά.
«Προχώρα ρε.»
«Από εδώ.»
Ποιοι ήταν; Δύο άντρες. Πηγαίνουν προς τα μέσα.
Ακούω το τρίξιμο του πορτόφυλλου της ντουλάπας.
Άρα στο δωμάτιό της πήγαν.
Ακούω τον έναν από τους δυό να συλλαβίζει την ημερομηνία της γέννησης της Όλιας και κάποιες από τις βαρύτερες ανάσες τους. ‘’Σιγά μην ανοίξει μαλάκες. Προσπάθησαν κι άλλες πριν από εσάς’’. Το καλό θα ήταν βεβαίως να άνοιγε και να φεύγανε και ξωπίσω τους κι εγώ. Ας τελείωναν επιτέλους. Ας τελείωναν. Έλεγα να πεταχτώ όρθια και να φύγω τρέχοντας, αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Τα μέλη μου δεν υπάκουγαν στο μυαλό μου.
Έμενα ακίνητη μυρίζοντας το χαλί, παρακαλώντας να πάρουν εκείνο που ήθελαν και να φύγουν. Να φύγουν γιατί θα ερχόταν και η Όλια. Σε πέντε λεπτά το πολύ θα ήταν εδώ. Ήταν προφανές πως δε το ήξεραν πως είχε φύγει νωρίτερα από την δουλειά της.
«Δεν ανοίγει ρε το μαλακισμένο. Είσαι σίγουρος πως αυτά είναι τα νούμερα; Ξανακοίτα τα»
Άκουσα εκ νέου τα νούμερα με την σειρά. Τα ίδια ήταν.
«Φωτογραφίες ρε. Κοίτα εδώ. Κάτω από το στρώμα τις είχε. Την γουστάρω λοιπόν αυτήν την γκόμενα.»
«Τον φάκελο ρε μαλάκα. Δεν ανοίγει το κωλόκουτο. Σώπα άνοιξε. Έλα… Δεν υπάρχει φάκελος μέσα. Δεν υπάρχει ρε. Μόνο μαλακίες έχει, κοσμήματα και τέτοια…»
«Δεν μπορεί εκεί θα είναι. Ψάξε.»
«Δες και μόνος σου. Μπορεί να τον έχει βάλει σε κάποιο συρτάρι της κουζίνας ή στο πατάρι ή όπου αλλού της έχει καυλώσει. Ας τελειώσουμε από εδώ και πάμε μέσα…»
Ακολούθησε μια ανακατάταξη. Μερικά αγκομαχητά, που στις άκρες τους κρεμότανε βλαστήμιες, συρτάρια που ανοίγανε και κλείνανε και κρεμάστρες που κτυπιόταν μεταξύ τους. Μέχρι και το στρώμα κατάλαβα πως σηκώσανε.
Τα αγκομαχητά τους, διέκοψε ένα συνεχές διακεκομμένο ‘’μπιπ’’.
«Πάμε να φύγουμε. Τι στο διάολο την έπιασε και γυρίζει νωρίς σήμερα; Άσε τις φωτογραφίες εκεί που τις βρήκες. Πάμε. Έρχεται…»
Τους άκουσα να φεύγουν μέσα σε μισό λεπτό ειδοποιημένοι από κάποιον που περίμενε στην είσοδο ή λίγο πιο μακριά για σιγουριά. Έδειχναν επαγγελματίες. Η Όλια, είχε μπλέξει τα ερωτικά ή τα επαγγελματικά της με κακοποιούς. Ας πρόσεχε!
Μόλις έκλεισε η πόρτα μέτρησα μέχρι το τριάντα και πετάχτηκα επάνω. Έτρεξα και έκλεισα το φως της κρεβατοκάμαρας. Πήρα την τσάντα μου που για καλή μου τύχη δεν την είχαν προσέξει και έτρεξα προς την έξοδο την ώρα που άκουσα την Όλια να γελάει πίσω από την εξώπορτα και να χώνει το κλειδί στον αφαλό της. Αναρωτήθηκα ποιανού αμαρτίες πληρώνω και έτρεξα και πάλι πίσω. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και βγήκα στην μεγάλη της βεράντα, που κοιτούσε μέχρι το Φάληρο. Ο ήλιος μου πόνεσε τα μάτια. Κάποιος άντρας γελούσε μαζί της εκείνα τα γέλια τα πρόστυχα που ακολουθούν τα πονηρά τα χουφτώματα και τις φωνές που σέρνονται στο έδαφος, μακριές σαν φίδια από την λαχτάρα και την αδημονία τους.
Η Όλια είχε φτάσει ‘’έτοιμη’’ κι εγώ από την βεράντα κοιτούσα να δω τον παρτενέρ της. Άκουγα και τα λόγια και τις ανάσες τους από το τζάμι που είχε μείνει ένα δάκτυλο ανοιχτό…


12

Θα μπορούσε να είναι για μένα μία τεράστια ευκαιρία για ένα προχωρημένο τρίο, αν εύρισκαν απαντήσεις μερικές χιλιάδες ‘’αν’’. Με την Όλια, αν το πλήθος των ‘αν’ ξεπερνιόταν, όλα θα ήταν πολύ εξεζητημένα και ζωντανά καθ’ ότι η Όλια ήταν θερμή. Το ήξερα και από τις κατ’ ιδίαν συζητήσεις μας, αλλά και από τον τρόπο που ντυνόταν. 'Η ερωτική. Το είχε εκείνο το ‘κάτι’ που ζητάνε οι άντρες μέσα της. Δεν ήταν τυχαίο που από μικρή τους μάζευε γύρω της όπως μαζεύουν τις μύγες τα σκατά. Δεν πειράζει αν γίνω και λίγο κακιά. Πειράζει;

Εγώ πιστεύω πως αν της δινόταν η ευκαιρία και αν την ενθάρρυνα λιγάκι, πως δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να με ξαπλώσει στο κρεβάτι ανάσκελα και να παίξει επάνω μου τον άντρα. Βεβαίως, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ της δεν μου είχε αποκαλύψει πως είχε την διάθεση να βρεθεί ερωτικά με εμένα ή με κάποια άλλη  γυναίκα, αλλά μία φορά θα πρέπει να σας πω, όταν ήμασταν έφηβες, τα στήθια μου τα είχε πιάσει στο ντους μετά από εκείνο το μπάνιο στην Βάρκιζα. Και είχε γελάσει, αλλά πολύ αργότερα, Μου τα είχε χουφτώσει τότε με τον τρόπο εκείνο που το κάνουν οι άντρες. Με τον λιγωμένο τρόπο. Ξέρετε εσείς. Το λέω αυτό, γιατί τότε κάτω από το νερό και με μέσα στην γύμνια μας, της είχε ξεφύγει μια πολύ βαθιά ανάσα και είχε συνταράξει το κορμί της ένα ισχυρό τρέμολο…
«Μην βιάζεσαι αγόρι μου. Μην βιάζεσαι.» την άκουσα να λέει επιστρέφοντας στο παρόν.
Διακινδύνεψα μια ματιά από το παράθυρο, την ώρα που αναρωτιόμουν τι θέαμα θα παρουσίαζα από τα απέναντι ρετιρέ. Μπορεί να με νόμιζαν αν ήξεραν πως ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν γυναίκα, πως θα μπορούσα να ήμουν η απατημένη φίλη της με καταγωγή από την Λέσβο και πως θα ακολουθούσαν στιγμές απείρου κάλλους ή πως περίμενα υπομονετικά επί θύραις την σειρά μου να μετάσχω όργιο. Δεν μπορεί όλο και κάποιο πήδημα θα της είχαν ξεκλέψει της Όλιας οι γείτονες. 
Περιέργως πώς, είχα πάψει και να αγχώνομαι αλλά και να φοβάμαι. Όσο η Όλια ακουμπούσε την πλάτη της στον τοίχο και είχε τα χέρια της διπλωμένα στον σβέρκο του άγνωστου για εμένα άντρα, είχα όλο τον χρόνο να αποφασίζω πως ο συνοδός της ήταν όμορφος και νεαρότερος αυτής. Μάζεψα την ματιά μου συναισθανόμενη την θέση μου και κοίταξα ένα γύρο στα μπαλκόνια της γειτονιάς. Ευτυχώς  δεν είδα κανέναν να με χαζεύει, ούτε κανέναν άλλον να ερεθίζεται εμπράκτως με την γονατισμένη μου στάση. Δεν σας το είπα; Είχα πέσει στα γόνατα και κοιτούσα από την κάτω αριστερή γωνία της μπαλκονόπορτας τα κρυφά δρώμενα της σάλας, υποθέτοντας ήρεμη πως σε λίγο θα την πήγαινε ο επίδοξος στο κρεβάτι και θα εύρισκα την ευκαιρία να φύγω με την άνεσή μου. 
Όταν η Όλια φώναξε, νόμιζα πως είχε αρχίσει το πανηγύρι και πως ο νεαρός είχε ξεκινήσει την δουλειά του, αλλά έκανα λάθος. Ήταν μία κραυγή που μάλλον συνήθιζε να κάνει όταν την έπιαναν για πρώτη φορά στο μέρος που υποτίθεται πως δεν έπρεπε να το κάνουν, γιατί ήταν μια ανωτέρα υπάλληλος κάτοχος, μιας διευθυντική θέσης με ένα πολύ υψηλό μισθό και μεγάλες γνωριμίες. Όμως να, που τελικά ο κύριος αυτός την κατάφερε να την κάνει να σκύψει το κεφάλι και να του δαγκώσει το λαιμό. Το δίχως άλλο θα είχε προχωρήσει τα χέρια του και εκεί που έπρεπε, και εκεί που δεν έπρεπε. Και η διευθύντρια δηλαδή δεν ήταν άνθρωπος; Τι σημασία είχε αν έπαιρνε υψηλό μισθό, διέταζε πενήντα ανθρώπους και καβαλούσε τον άντρα της παιδικής της φίλης; Καμία σημασία δεν είχε. Δικαίωμα στην καύλα έχουν όλες οι γυναίκες, είτε μένουν σε φελούκες, είτε σε πύργους των Άλπεων της Αυστρίας.
Η Όλια δεν θα άντεχε. Φαινόταν. Ο πιτσιρικάς την είχε παλαβώσει. Την έβλεπα να του βγάζει τα ρούχα και τώρα να βιάζεται εκείνη. 
«Μέσα αγόρι μου. Όπως γουστάρεις...»
Το όνομα του νεαρού δεν το έμαθα, αλλά το πουλί του το είδα. Γελάω στην ιδέα. Το είδα να προεξέχει όρθιο και να πηγαίνει δεξιά-αριστερά σαν το εκκρεμές ενός παλιού ρολογιού στο τοίχο κάποιου μεσαιωνικού πύργου, όπως την κουβαλούσε στα χέρια του, προς την κρεβατοκάμαρα. Θα μπορούσα να κλείσω τα μάτια μου, να γυρίσω το κεφάλι μου ώστε να ελέγξω για άλλη μία φορά, μήπως και κάποιος γείτονας τον παίζει για χατίρι μου όπως καθόμουν στημένη με τον πισινό μου να χαιρετάει τον γαλανό ουρανό και τους αγκώνες μου στα μάρμαρα, αλλά δεν το έκανα για τον απλό λόγο πως ήμουν ήδη πολύ ερεθισμένη.
Μέτρησα μέχρι το δέκα αυτή την φορά και έσυρα απαλά την βαριά τζαμένια πόρτα. Πέρασα στο σαλόνι και μύρισα την μυρωδιά και των δυο τους. Ζήλεψα λιγάκι, μα το άγχος μου έκανε και πάλι την εμφάνισή του επαναφέροντάς με στην πραγματικότητα. Βρέθηκα στις σκάλες τα αμέσως επόμενα λεπτά. 
Τα έχασα!
Στα χέρια, εκτός από την τσάντα μου κρατούσα και τον λευκό φάκελο που έψαχναν οι διαρρήκτες. Βιάστηκα να φύγω. Ξαφνικά είχα αρχίσει να φοβάμαι…

Στο σπίτι μου, ανάσανα. Κλείδωσα διπλά και φώναξα το όνομα του άντρα μου δυνατά. 

«Βύρων». 
Φυσικά δεν περίμενα απάντηση. Του έκανα μία κλήση χωρίς καμία απολύτως πίστη για το αποτέλεσμα και επαληθεύθηκα. Το τηλέφωνο ήταν για μία ακόμη φορά απενεργοποιημένο. Ήθελα να πάρω τηλέφωνο τον Τζανή ή τον Βαλέριο και να τους ρωτήσω σχετικά με την πορεία των ερευνών τους, αλλά φοβήθηκα μήπως και με καλέσουν από το τμήμα για ένα νέο γύρο επαφών και αναγνωριστικών ερωτήσεων, έτσι ματαίωσα την σκέψη μου. Το άφησα για αργότερα …
Μπήκα στο μπάνιο, έκανα ένα δροσερό ντους και κάθισα στον καναπέ μου ανοίγοντας πριν ακόμη βολευτώ τον λευκό φάκελο. Στο πλάι μου είχα ένα ποτήρι άσπρο κρασί και τα τσιγάρα μου. Ο φάκελος είχε μέσα έγγραφα.
Διάβασα όσα μπόρεσα προσεκτικά και υπέθεσα πως επρόκειτο για κάποιο πρόγραμμα καθώς τα γράμματα και οι αριθμοί μπερδευόταν με τα σημεία στίξης και δεν έβγαινε αποτέλεσμα. Η έκθεση στο τελευταίο χαρτί έγραφε μερικά ονόματα και πλάι τους κάποια χρηματικά ποσά. Αχά.
Αντώνιος Τζαούζης του Νικολάου! 676.732 ευρώ. Το αφεντικό της εταιρείας. Ο μεγάλος μέτοχος δηλαδή. Αυτό σίγουρα κάτι θα μπορούσε να σημαίνει. Και αν τώρα που το σκεφτόμουν ο Βύρων είχε ανακαλύψει κάτι και τον είχανε ‘’φάει’’;  Πόσο απλοϊκή θα μπορούσε να είναι η σκέψη μου αυτή; 
Ο Βύρων δεν πήγαινε στην εταιρεία τους τελευταίους δύο μήνες κάθε δεκαπέντε; 
Ναι, αλλά μπορούσε να πηγαίνει για να πηδάει την Όλια πότε στο γραφείο της και πότε στον καναπέ της. 
Πάντα δεν πήγαινε απογεύματα; 
Πάντα. 
Και γιατί δεν πήγαινε πρωινά; 
Γιατί αλλιώς θα παίζαμε την κολοκυθιά ηλίθια, ή γιατί έτσι του έλεγαν να κάνει. Μπορεί να γαμούσε την φίλη σου μπορεί και να έφτιαχνε τα συστήματα. Μπορεί και τα δύο... Η δουλειά πρώτα και μετά το πήδημα, μπορεί και ανάποδα.
Κι  αν είχε ανακαλύψει κάτι και το είχε πει στην Όλια και η πουτάνα τον κατέδωσε; Και γιατί να τον καταδώσει; Για λεφτά. Και για ποιο λόγο να του κάθεται να την πηδολογάει; Ή γουστάρεις κάποιον και τον ερωτεύεσαι και τον προστατεύεις ή τον καταδίδεις και τελειώνεις. 
Και τώρα που το σκέφτομαι, άμα τον γουστάρεις κιόλας πριν τον καταδώσεις, γιατί να μην τον βάλεις να σε πηδήξει πρώτα; 
Γιατί θα είσαι πουτάνα! Όλια. Πουτάνα. Γαμώτο μου. Δεν βγάζω άκρη.
Κάποια βρομιά υπήρχε και σ’ αυτήν ήταν μπλεγμένος και ο Βύρων είτε με την θέλησή του είτε όχι. Η ιστορία δεν έκρυβε ένα μονάχα πήδημα. Έκρυβε πολλά περισσότερα. Κοίταξα και πάλι τα χαρτιά. Τα γύρισα από την ανάποδη και είδα μερικές διευθύνσεις στο ίντερνετ γραμμένες με το χέρι και με μολύβι. Παραλογιζόμουν. Μα δεν με ένοιαζε... 
Το site ζητούσε εγγραφή και ε-μειλ. Πληκτρολόγησα εκείνα του Βύρωνα. Αμέσως εμφανίστηκε μία πολύχρωμη οθόνη που ζητούσε ένα δεκαεξαψήφιο κωδικό. Φυλλομέτρησα τις σελίδες και μετά από μερικές προσπάθειες εισαγωγής κωδικών, ακούστηκε ένας παρήγορος ήχος και εμφανίστηκαν τα πρόσωπα μερικών γυναικών. Εκείνο της Όλιας, ήταν τρίτο από το τέλος και αριστερά. Έκανα κλίκ. 
Αντίκρισα με κομμένη την ανάσα το γραφείο της, μερικές λεπτομέρειες άνευ σημασίας, εκείνη ντυμένη, και κατόπιν την ίδια, αγκαλιά με τον Βύρωνα. Πρόσεχα λεπτομέρειες που δεν είχα προσέξει εκείνα τα δύσκολα λεπτά της εφόδου μου. Ο καναπές, ήταν το τελείωμα μιας πράξης που είχε αρχίσει πολλή ώρα πρωτύτερα και τα έβλεπα όλα μέσα από μία εικόνα υψηλή ευκρίνειας προς αποφυγήν πάσης αμφιβολίας. Οι εικόνες δεν περιγραφόταν, από πλευράς τολμηρότητας δηλαδή, αλλά εγώ για να μην σπάσω την οθόνη του υπολογιστή από τα νεύρα μου, σας λέω πως η Όλια χωρούσε ολάκερο το πουλί του Βύρωνα στο στόμα της και κοιτούσε χαζοχαρούμενα την κάμερα με τα μάτια της να έχουν γίνει ολοστρόγγυλα και οι εκπληκτικές πράσινες ίριδές της, κυπαρισσένιες από προσπάθεια της αποφυγής του πνιγμού. 
Στην επόμενη φωτογραφία ο άντρας μου προσπαθούσε να περάσει με το μούτρο του δια της πολύ περιποιημένης φυσικής οδού της στο σώμα της μέσα, απολαμβάνοντας το δίχως άλλο τις μελίρρυτες ροές της.  
‘’Έτσι κορίτσι μου τους αγκώνες στο πάγκο του γραφείου, το κεφάλι προς τα πίσω και τα πόδια σου τσιτωμένα ψηλά σε σχήμα ‘’V’’, να φαίνεται το σήμα της νίκης από το Φάληρο. 
Κάρια. Ε, κάρια. Στο διάολο να πας…’’ 
Υπήρχαν και άλλες εικόνες και πολλές από αυτές ήταν από εκείνες τις παρά φύσιν, με πόζες τρελές, που γουστάρουν ιδιαιτέρως οι άντρες και που νομίζουν πως παρακαλάμε σαν αφιονισμένες να μας συμβεί κάτι τέτοιο πριν τους πούμε ακόμη και καλημέρα. Τέτοιοι είναι.
Προσπέρασα πολλές από δαύτες γιατί τσαντιζόμουν και δεν άντεχα να κοιτώ. Έφτασα στην τελευταία και είδα τον εαυτό μου να τους κοιτά από την καταραμένη την κωλόπορτα. Το πρόσωπό μου δεν φαινόταν, γιατί μάλλον η κάμερα είχε στραμμένη την όψη της αλλού, αλλά με γνώρισα από την κοψιά και τα ρούχα μου. ‘’Η ηλίθια παντρεμένη που τσακώνει τον άντρα της με την γυναίκα-ηφαίστειο. Δείτε όλη την ιστορία…’’ θα μπορούσε νια λέει μία καλλιγραφική λεζάντα για επίλογο της όλης ιστορίας.
Η υπόθεση όλη ήταν για γέλια. Για γέλια πολλά και λίγα κλάματα από εκείνα με τους λυγμούς. Η Όλια το ήξερε; Όχι το ότι η υπόθεση ήταν τραγελαφική, αλλά το ότι ποζάριζε στο διαδίκτυο. Την είχε δει την μούρη της στο γυαλί; Και καλά την μούρη της, το ‘’άλλο’’ της το είχε δει; Το ήξερε τουλάχιστον πως είχε το πλέον φωτογενές αιδοίο της εταιρείας για να καμαρώνει; Αν όχι, πολύ θα ήθελα να εκτύπωνα μερικές φωτογραφίες από εκείνες που την έδειχναν να καμαρώνει την ανοιχτή ροζέ κάθετη γραμμή της με όλες της τις πτυχώσεις στα μάτια του άντρα μου, και να την έστελνα σε όλους τους υφισταμένους της ώστε να την φαντάζονται την ώρα που τους κάνει παρατηρήσεις. Γίνομαι κακιά; Διόλου δεν με νοιάζει. Ειλικρινά διόλου και να, που τώρα έχω μια ιδιαίτερη επιθυμία για ένα βιτσιόζικο πήδημα. Στο διάολο Βύρων. Στο διάολο. Ότι και αν σου κάνω θα είμαι πέρα για πέρα δικαιολογημένη. 
Πήρα ανάσες βαθιές. Άφησα το κρασί και έβαλα ένα ουίσκι διπλό με πάγο πολύ. ‘’Κυρίες και κύριοι η στραβή Μύριαμ. Η θεόστραβη Μύριαμ… Περάστε γαμήστε και φύγετε τώρα που είναι πολύ τσαντισμένη..’’ Στο διάολο Θεέ μου γιατί να μου συμβαίνουν όλα αυτά εμένα; 
Τουλάχιστον την κρατούσα  την κάρια από τα μαλλιά και από όπου αλλού ήθελε να φανταστεί κανένας. Τουλάχιστον αυτό.
Επέστρεψα στον υπολογιστή. Είχα τελειώσει το ποτό μου σε ένα λεπτό. Άναψα τσιγάρο. Γύρισα στην αρχική σελίδα και είδα την Όλια ντυμένη καθισμένη στο γραφείο της να φιγουράρει με τα μαύρα της γυαλιά μιλώντας στο τηλέφωνο. Από κάτω έλεγε ένα όνομα που δεν της ανήκε. Ακριβώς πλάι της η ιστοσελίδα έγραφε μια ιστορία που δεν είχε σχέση με την πραγματικότητα.
Κοιτούσα για ακόμη μία φορά τα χαρτιά όταν το τηλέφωνο με διέκοψε. Τρόμαξα. Προσπάθησα να συνέλθω εντελώς. Δεν ήθελα να είναι ούτε ο Τζανής ούτε και ο Βαλέριος. Δεν είχα καμιά όρεξη για κουβέντες.
«Έλα Αρχοντία, τι μου κάνεις;»
Αυτή κι αν την βαριόμουν. Μου είπε πως ανησυχούσε και πως αν δεν της έδινα τον γιό της να του μιλήσει, θα τα μάζευε όλα όπως ήταν και θα ερχόταν μόνη της στην Αθήνα. Το καλό που μου ήθελε.
Πήγαινε καιρός που δεν μπορούσα να θυμώσω μαζί της, όμως ώρες-ώρες την βαριόμουν απίστευτα. Καλή ώρα όπως και τώρα. Της υποσχέθηκα πως το βράδυ που θα γύριζε ο Βύρων θα τον έβαζα με το στανιό να της μιλήσει. «Τι διάολο -θα του πω Αρχόντω-, μάνα σου είναι.» 
«Την ευχή μου να έχεις.»
Στο καπάκι τηλέφωνο ο Βαλέριος. Κατά ένα περίεργο τρόπο η φωνή του μου φάνηκε οικεία. Μου είπε πως έπρεπε να περάσω από το τμήμα μέχρι τις τέσσερις, αν ήθελα θα μπορούσε να έρθει να με πάρει. Το είπε με νόημα και σκέφθηκα πως μια και είναι νέος οι καύλες δεν θα του είχαν περάσει ή θα του είχανε ξαναέρθει. Συνδύασα αυτήν σκέψη με την εικόνα του Βύρωνα που έδειχνε με πολύ μεγάλη ευκρίνεια να μυρίζει τα κομψά απόκρυφα της Όλιας και αμφιταλαντεύτηκα, αλλά έδειξα χαρακτήρα.
«Θα έρθω μόνη μου Βαλέριε. Να ανησυχώ για κάτι; Βρήκατε τίποτε;» 
Τίποτε δεν είχε αλλάξει. Τίποτα δεν είχε βρεθεί και όλα ήταν καλά. Τα πάντα για την αστυνομία ήταν μια υπόθεση ρουτίνας. Όλα βρισκόταν λίγο στο πριν και άρα θα έπρεπε να περιμένουν ή στο λίγο μετά, οπότε καμία βιασύνη δεν είχε πλέον κανένα νόημα. 
Βάφτηκα ελαφρά και μάσησα μία τσίχλα. Η μυρωδιά του ουίσκι μεσημεριάτικα δεν θα ήταν ότι το καλύτερο στην αναπνοή μου. Στην μέση της μικρής διαδρομής ένοιωσα πείνα. Κάτι το πρόχειρο, θα ήταν ότι έπρεπε μετά την ''επίσκεψη''. Ένα σουβλάκι χωρίς τζατζίκι ίσως και μία μπύρα μικρή. Μου άρεσε η ιδέα και αποφάσισα την ώρα που παρκάριζα πως μία μεγάλη μπύρα θα ήταν πολύ καλύτερη της μικρής.
Όλα τα αστυνομικά τμήματα, έχουν το αυστηρό χέρι της επιτακτικότητας και γι' αυτό είναι τόσο απρόσωπα, δίχως κανένα ίχνος φαντασίας. Το γκρι-σιέλ έχει μεταλλαχθεί από το καυσαέριο σε σκέτο γκρι και το αρζαντέ του είχε αποκτήσει μία κατά πολύ σκουρόχρωμη τάση στης γωνίες των τοίχων εξ’ αιτίας της παραίτησης. Τα μαρμάρινα σκαλιά είχαν φαγωμάρες στις κόχες τους και η τραχύτητα της υφής τους περνούσε ακόμα και μέσα από τις σόλες μου στα πέλματα των ποδών μου. 
Στο δεύτερο όροφο, μακριά από την πολυκοσμία των υπεύθυνων δηλώσεων και των άλλων υποθέσεων της κουραστικής ρουτίνας, βολευτήκαμε και οι τρείς μας σε ένα γραφείο, εντελώς παγωμένο από πλευράς αισθητικής. Λαμαρινένιο γκρι όμοιο με εκείνα των εδρών των παλαιών καθηγητών μου στα σχολικά μου χρόνια. Ο Τζανής έδειχνε βολεμένος πίσω του με ένα πλαστικό ποτήρι καφέ στα χέρια και έδειχνε να έχει την υπομονή του Ιώβ. Ο Βαλέρης στα δεξιά μου όρθιος με ρωτούσα αν θα ήθελα καφέ. Υποχρεωνόταν ίσως να το κάνει, γιατί με ειχε γαμήσει και το γεγονός θα μπορούσε να τον γέμιζε από ενοχές. Η προσφορά του ήταν το ελάχιστο μιας συμπεριφοράς ενός ανθρώπου που είχε εμπεδώσει τον πολιτισμό του αιώνα μας. 
Δεν ήθελα καφέ, ετοιμαζόμουν για μπύρα αμέσως μετά από εδώ. κάτι που βεβαίως δεν τους είπα, αλλά τους χαμογέλασα γλυκά, ελπίζοντας σε μία πιο φιλική αντιμετώπιση.
«Πότε πήγες για τελευταία φορά στο σπίτι της φίλης σου της Όλιας Καραϊλή;» 
Ο Τζανής είχε το επαγγελματικό του. Εργαζόταν. Θα μπορούσε να αναφέρει σκέτο το μικρό της όνομα, η αναφορά του επιθέτου της με έκανε να νοιώθω πιο μακρινή και καθόλου φίλη.
«Τζανή, μπήκα κρυφα στο σπίτι της με τα κλειδιά που ήξερα πως είχε κρυμμένα. Το έκανα ψάχνοντας τον άντρα μου. Το πιστεύεις πως η Όλια με κεράτωνε μαζί του; Μπήκα λοιπόν γιατί πίστευα πως ήταν μέσα. Λάθος μου. Το ομολογώ. Μπήκα και βγήκα, κάνοντας μια κατινιά. Της έχυσα το λιπαντικό του μουνιού της στο μαξιλάρι της ώστε σε μία ενδεχόμενη κατάσταση τοπικής ξηρασίας λόγω ελλιπούς διέγερσης να υποφέρει λιγάκι.»
Ολοκλήρωσα και κοιτούσα μια τον Βαλέρη που μάζευε το γέλιο του και μια τον Τζανή ανάσαινε βαθιά φερμένος πολύ πίσω στην καρέκλα του. Συνέχισα λέγοντας πως σαν αστυνομικοί και οι δυο τους θα έπρεπε να ήξεραν τις γυναίκες καλύτερα από κάποιους άλλους αλλά μια και συμπέρανα από το απορημένο τους ύφος πως δεν μας ήξεραν, τους ενημέρωσα πως μια γυναίκα μπορεί να γίνει χαιρέκακη, ζηλιάρα, γατούλα ή ακόμη και πουτάνα. Ολοκληρώνοντας τέλος, ρώτησα τον Βαλέριο αν συμφωνούσε. Θα πρέπει να είχα εκνευρισθεί πολύ γιατί τον είδα να χαμηλώνει το βλέμμα. 
Ο Τζανής μου είπε πως δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα όσο νόμιζα, γιατί η κυρία Καραϊλή έλεγε πως είχε χάσει κάποια κοσμήματα και μερικές χιλιάδες ευρώ. Θα έπρεπε λοιπόν να μου πάρουν αποτυπώματα άσχετα με το τι έλεγα εγώ και τα ταυτοποιήσεων με εκείνα που είχαν βρει στο σπίτι της.  Εκείνοι έπρεπε να είναι εντάξει και με την δουλειά τους και με την γραφειοκρατία που τους επέβαλε η υπηρεσία τους. 
Χαμογέλασα μα πριν ακόμη σβήσει το χαμόγελο από το στόμα μου, μου άκουσα τον Τζανή να μου λέει πως θα χρειαζόμουν κάποιο δικηγόρο και πως αυτοί αν δεν ήταν τόσο αυστηροί μαζί μου και παρέκαμπταν μερικά ουσιώδη βήματα του νόμου, ήταν κατά πρώτο λόγο γιατί ο Βαλέρης επέμενε πως ήμουν πολύ συνεργάσιμη και κατά δεύτερο, πως κάτι έλεγε και στους δυο τους πως ήμουν αθώα. Φαντάστηκα πως θα μπορούσε να ήθελε να γαμήσει και ο Τζανής με την σειρά του και τραινάριζε την υπόθεση μέχρι να το καταφέρει, αναρωτήθηκα όμως για πόσο καιρό, θα είχε σκοπό να το κάνει.
«Η μόνη περίπτωση να μην κινηθούν διαδικασίες θα είναι να αποσύρει η Όλια τις κατηγορίες… Θα το κάνει όμως;»
Δε ήξερα αν έπρεπε να τους μιλήσω για πρωινά μου ευρήματα. Ήθελα να κρατάω κάποια ατού στα χέρια μου και από την άλλη φοβόμουν την ερώτηση, πως είχαν περιέλθει τα αποδεικτικά στα χέρια μου.
«Πόσες μέρες προθεσμία έχω;»
Θα ειχα περιθώριο μέχρι να ταυτοποιηθούν τα αποτυπώματα. Λεπτό παραπάνω, δεν πα να τους έδινα και παρά-φύση σώμα στην στάση της αρεσκείας τους. Τίποτα. Μέχρι τότε, γιατί ήταν δεμένα τα χέρια τους.
Συμφώνησα.
Ο Βαλέρης κερνούσε μπύρα και ο Τζανής του έκανε πλάτες. Άντρες.
Ο Βαλέρης ήθελε να μου μιλήσει ιδιαιτέρως. Όχι δεν ήθελε τίποτα παραπάνω, μου το δήλωσε ευθαρσώς και τιμίως, ώστε να μην υποπτεύομαι και τον παρεξηγώ. Μου δήλωσε ακόμη πως λυπόταν και για όλη την αστυνομική ταλαιπωρία που περνούσα, και που σκεφτόμουν αρνητικά το σεξουαλικό μας συμβάν, αλλά του άρεσα και δεν είχε μπορέσει κρατηθεί. Με κάποιο τρόπο με φαντασιώθηκε πολύ δυνατά όπως μου είπε, την ώρα που ανακάλυπτε τα εσώρουχά μου στην πρώτη τους έρευνα στο σπίτι μου. Γι’ αυτό και ήταν εριστικός μαζί μου.
«Το ξέρει ο Τζανής;» τον ρώτησα την ώρα που τον έμπαζα στο αμάξι μου.
Μου είπε πως ήξερε ένα καλό μαγαζί που κάνει σουβλάκια τυλιχτά και βάζει και πολύ τζατζίκι.
«Αρα το ξέρει.» του χαμογέλασα. Γαμημένοι άντρες. «Καμαρώνεις;»
Μου είπε πως ντρέπεται και ο λόγος ήταν, που έβλεπα από την σκοπιά την συγκεκριμένη το θέμα. Το είπε κοιτώντας κάπου στα δεξιά του. Αλλά θα ήθελε να με ''ξαναπάρει'' μου το κατέστησε σαφές με λόγια απλά. «Εδώ δεξιά στρίψε. Παρκάρισε όπου θέλεις. Μ’ αρέσεις Μύριαμ αυτό δεν τίποτα δεν πρόκειται να το αλλάξει.»
«Άντε μου στο διάολο Βαλέρη.»
Γέλασε.
Βρόντηξα την πόρτα κλείδωσα.
Πρώτα φάγαμε και μετά με γάμησε. Στο σπίτι μου. Σχεδόν τον τράβηξα να το κάνει. Τον ήθελα όσο τίποτα άλλο. Όλο αυτό το άγχος μου δημιουργούσε μια υπεραιμία που με στράβωνε και καθόμουν. Ήθελα να κάνω έρωτα μανιασμένα και το έκανα καθώς γύρναγε μέσα στο μυαλό μου η Όλια με όλο της το γυμνό κορμί σε πρώτο πλάνο.
Ήταν οι πρώτες φορές στην ζωή μου που ένοιωθα τέτοια επιθυμία και είμαι σίγουρη πως αυτή η επιθυμία, άγγιζε τα όρια της διαστροφής. Όπως στον πόλεμο υπάρχει έκλυσις ηθών, το ίδιο συνέβαινε τώρα σε εμένα. Ο κίνδυνος όλων των επερχόμενων δεινών έπετο και έκανε τις άμυνες μου να τελειώνουν και να ζητάω πράγματα που δεν θα μπορούσα να φανταστώ. Ο Βαλέρης μπήκε μέσα μου από το ασανσέρ. Το εσώρουχό μου του το είχα δώσει από το σουβλατζίδικο. Μόλις είχε παραγγείλει είχα πάει στην τουαλέτα και το είχα βγάλει. Ερχομένη του το έβαλα στην τσέπη.
«Θα έπρεπε να στο χώσω στο στόμα για να το βουλώνεις, αλλά τέλος πάντων την άλλη φορά.» του είχα πετάξει απολαμβάνοντας το απορημένο ύφος.
Του είχε κοπεί η μιλιά. Αντιθέτως εμένα μου είχε ανοίξει η όρεξη. Έφαγα και τζατζίκι και ένα σωρό κρεμμύδια αδιαφορώντας για την ανάσα μου. Κατάπινα και αναρωτιόμουν αν ήμουν εγώ εκείνη που είχε την μορφή μου. Καθόμουν με τα πόδια ανοιχτά κάτω από το τραπέζι και τρελαινόμουν. Στο τέλος δεν αποφάγαμε. Ο Βαλέρης πλήρωσε και φύγαμε κακήν κακώς. Του έδωσα τα κλειδιά και τον έβαλα να οδηγήσει. Στο ασανσέρ του σήκωσα και το φόρεμα και το ένα μου πόδι σαν την Όλια. Φώναξα μία φορά την πρώτη του είσοδο και σταμάτησα. Επανέλαβα τις φωνές μου στο καναπέ  την ώρα με εύρισκε πολύ χαλαρωμένη από εκεί που δεν θα έπρεπε. Του είπα πως αυτό ήταν κέρασμα και δεν ήταν για χόρταση μα δεν μπορούσε να σταματήσει. Με εύρισκε λέει απίστευτα γνώριμη. Δεν βαριέστε, μαλακίες των αντρών την ώρα που κάνουν την δουλειά τους. Τουλάχιστον αυτός την έκανε καλά. Με πρόσεχε.
Του ‘’τελείωσα’’ χωρίς να του το πω, αλλά το ένοιωσε από το τράνταγμα των γλουτών μου. Ήμουν ακόμη γονατισμένη και είχαν βοηθήσει τον οργασμό μου τα χέρια του. Προσπάθησε να με φιλήσει. Ότι φιλί ήταν να δώσει το έδωσε στην πλάτη μου, καθώς το στόμα μου το κράτησα κλειστό. Είχα πάψει να ντρέπομαι αυτόν τον άνθρωπο. Τον Βύρωνα τον σκεφτόμουν ελάχιστα. Την Όλια πολύ. Πάρα πολύ, τόσο που έκρινα πως άγγιζα τα όρια της απαράδεκτης ηδονής. Τίποτα δεν με ένοιαζε, γιατί ήξερα πως είχα ένα και μόνο χαρτί στα χέρια μου. Θα το έπαιζα και αν έχανα θα με χώνανε για τα καλά μέσα στην φυλακή. Το είπα στον Βαλέρη πως μπορεί να με χώσουν μέσα. Μου απάντησε γελώντας πως θα ερχόταν να με γαμάει εκεί. Τι βλάκας! Τον φίλησα στο στόμα. Το ήθελα και το έκανα. Μου είπε πως με ήθελε στο κρεβάτι να το κάνουμε λέει όπως όλοι οι υγιείς άνθρωποι.  Αναρωτήθηκα μέσα μου αν ήμαστε τέτοιοι, αλλά κατόπιν σκέφθηκα πως η υγεία του έρωτα είναι η αυθορμησία και έπειτα όλα τα άλλα με πρώτη για παράδειγμα την λογική.
Τον κάθισα στο σαλόνι και έφερα κόκα-κόλες. Στο πλάι των ποδιών μου η κυτταρίτιδα έκανε πάρτι η ρουφιάνα. Την έγραψα στα παλιά μου τα παπούτσια. Όποιος με ήθελε πήγαινα πακέτο με αυτήν. Ήπια μια δυνατή γουλιά, το ίδιο έκανε κι εκείνος.
Ήθελα να του μιλήσω, αλλά ίδρωνα και γδύθηκα μπροστά του σαν να ήμουν η χρόνια σύντροφος που του τα έχει δείξει όλα και εκείνος τα έχει βαρεθεί ή αποδεχτεί. Κοντινές έννοιες και τα δυό τους. Κατάλαβα το λάθος μου και έβαλα ένα μικρό νυχτικό. Ο άντρας δεν μπορεί να έχει ορθό το μυαλό του μπροστά σε ένα γυμνό γυναικείο κορμί.
Τον εμπιστεύθηκα και του μίλησα με ειλικρίνεια για όλα. Του εξήγησα τα πάντα και του έφερα να δει τον λευκό φάκελο. Μου ζήτησε και τις τσόντες της Όλιας γελώντας. Του είπα πως αν κοιμόταν μαζί της θα τον σκότωνα με τα ίδια μου τα χέρια. Και άντρα και γκόμενο χαμένο από την ίδια γυναίκα πάει πολύ. 
Δεν πάει; 
Τον άκουγα να μου μιλάει και να θέλει να πάρει επάνω του την υπόθεση. Άρχισα να ξαμολύνω, να αναπαύομαι και σχεδόν να τον ερωτεύομαι. Τον φίλησα μέχρι που σταμάτησε να μιλάει. Μέχρι τότε.

           
  13 

    Ο Βαλέρης έπρεπε να φύγει κάποτε. Και έφυγε. Το άδειο σπίτι με πλάκωσε αμέσως μετά. Ο Βύρων που έλειπε, μερικές τύψεις όχι για την πράξη μου μα για την αποδοχή της, η σκέψη μου που αρνιόταν να αφήσει τα μαλλιά του Βαλέρη και με έκανε να μπερδεύομαι ακόμη περισσότερο, όλα αυτά με καταπλάκωναν με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο και μου στερούσαν ακόμη και την ελάχιστη διάθεση. Η υπόθεση ήθελε την αμέριστη προσοχή μου και εγώ ασχολιόμουν με τα πολύ προσωπικά μου έχοντας το μυαλό μου κατά κύριο λόγο, στα πόδια μου μέσα, σαν την έφηβη που έχει ανακαλύψει επιτέλους το νόημα του έρωτα.
Ανακάθισα.
Δεν επρόκειτο να αφήσω κανέναν να δουλέψει για εμένα και λέγοντας αυτό, εννοώ πως τις κινήσεις που όφειλα να κάνω εγώ, θα τις έκανα μοναχιά μου. Δεν θα φόρτωνα στον Βαλέρη την αγγαρεία να μιλήσει στη Όλια εκ μέρους μου. Θα το έκανα εγώ με τον τρόπο που ήξερα. Εκείνος θα μπορούσε αν ήθελε να με καλύψει εκεί που χρειαζόταν, αν χρειαζόταν ή να με συμβουλέψει. Μου έκανε εντύπωση που κανένας τους δεν μου είχε ζητήσει το κλειδί του σπιτιού της Όλιας. Κανονικά δεν θα έπρεπε μια και με είχε καταγγείλει στην αστυνομία η Όλια, να απαιτήσει πίσω το κλειδί της; Μου έκανε εντύπωση το γεγονός, που της είχε ξεφύγει κάτι τόσο ουσιώδες. Τέλος πάντων. Προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη. Το πρώτο πράγμα που είχα να κάνω ήταν να πάρω την Αρχοντία και να της πω πως ο Βύρων είχε φύγει ξαφνικά για ταξίδι στο εξωτερικό ώστε να αποτρέψω το καταστροφικό ερχομό της στο σπίτι μου. Χαμογέλασα κοροϊδεύοντας την σκέψη. ‘’Στην Γενεύη που έχει κι ωραίες γυναίκες, εκεί πήγε. Ναι. Πήρε προαγωγή Αρχοντία. Ναι, ναι, γάμησε την προϊσταμένη του τόσο καλά, που η εταιρία μας τον αντάμειψε για τα ξεφωνητά της.’’
Το έκανα. Την πήρα τηλέφωνο, της είπα για την Γενεύη με τις ωραίες γυναίκες χαμογελώντας, μα δεν με πίστεψε. Στο τέλος όμως υποχώρησε γιατί της υποσχέθηκα πως θα περνούσα μια μέρα των ημερών να την δω και να της πω τα σπουδαία του νέα με φωτογραφίες και εύφημες μνείες ανα χείρας. Τον είχαν βραβεύσει. Βέβαια. Τα έλεγα στην αμέριμνη πεθερά μου, την ίδια ώρα που ο κακός μου εαυτός επέμενε να σαρκάζει: ‘’Ναι Αρχοντία, σε κάδο σκουπιδιών τον βρήκαν πεταμένο! Των βορείων προαστίων! Με το κοστούμι του το καλό. Το γκρίζο. Και την γραβάτα του την ριγέ την Valentino. Ναι καλέ, χλιδή σου λέω. Μαχαιρωμένο περίτεχνα από μαχαίρι ελβετικής φίρμας, ατσάλινο. Ναι. Πεθαμένο ανάμεσα σε υπολείμματα αστακών και καραβίδων, και άκου και το καλύτερο, στο λαιμό και στον σβέρκο ήταν πασαλειμμένος με σαλάτα μινεγκρέ, ναι, ναι. Σαλάτα μινεγκρέ. Όλοι αυτό λένε, πως ήταν αποφάγια πολύ πλουσίων ανθρώπων, μπορεί και πρέσβεων. Τι τυχερός! Τι τιμή για όλες μας… ναι, το τέλος του να είχαμε παναγιά μου! ’’…
Την λυπήθηκα και μέσα από όλη μου την ανησυχία γέλασα ένα γέλιο μισό συγκρατημένο με εκείνες τις σκέψεις μου, γιατί δεν ήξερα, πού ήταν η αλήθεια πλέον και πού το ψέμα.
Ο Βύρων κάτι είχε πάθει. Τι όμως; Βρισκόταν σκαλωμένος σε μπούτια γυναικεία; Βρισκόταν πεθαμένος σε κάποιο μυστικό λημέρι μερικών σύγχρονων δολοφόνων, που δεν θα ανακαλύπταμε ίσως ποτέ ή ήταν όμηρος μιας κατάστασης που δεν μπορούσε κανείς μας να ελέγξει; Η πρώτη εκδοχή πιστεύω πως δεν έστεκε. Αν δεν με γούσταρε καθόλου, δεν θα με καλούσε στο τηλέφωνο ή θα γύρναγε να πάρει τα ρούχα του βρε αδελφέ και να φύγει. Δεν θα υπήρχε κανένας λόγος ούτε για πτώμα, ούτε για μασκάρεμα με τα ρούχα του, ούτε για τίποτα άλλο, άρα κάποιοι ήθελαν να πιστέψουμε πως ήταν νεκρός. Ποιοί όμως; Η Όλια σίγουρα θα ήξερε κάτι παραπάνω. Ο Τζανής γιατί δεν την ανάκρινε;
Πόσο χαζός ήταν! Πάνω στην ανάκριση θα την γαμούσε κιόλας κι αυτός και όλο το τμήμα της αστυνομίας. Όλοι τους έχαναν ένα υπέροχο αιδοίο και δυο μάτια από εκείνα τα δυσεύρετα. Όλα να τα λέμε. Θα ομολογούσε πάνω στον τρανταχτό της οργασμό. ‘’Ναι, ναι, εγώ τα έκανα όλα. Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα κύριοι της αστυνομίας, ναι, τώρα. Ομολογώ. Εγώ τον σκότωσα τον Βύρωνα τον πυροβολούσα συνεχώς με τις καύλες μου μέχρι που ξεψύχησε.’’
Δεν μπορούσα ούτε να μην φαντάζομαι την Όλια με τον Βύρωνα, ούτε να πάψω να σκηνοθετώ ηλίθιες καταστάσεις, ούτε και να μαζέψω πλήρως το μυαλό μου από σχιζοφρενικούς διαλόγους. Τίποτα. Σίγουρα κάτι είχα πάθει. Δεν ήμουν εγώ έτσι. Δεν ήμουν εγώ αυτή… Αν ήμουν δεν θα πηδιόμουν με τον Βαλέριο. Θεέ μου πώς το έκανα και πως εξακολουθούσα να τον θέλω; Πώς;
Η ώρα περνούσε. Δεν υπήρχε χρόνος.
Μάζεψα δύναμη και κάλεσα από το κινητό μου την Όλια. Κουταμάρες. Έπρεπε να περιμένω πως θα είχε μπλοκαρισμένο τον αριθμό μου. Κάλεσα το ίδιο νούμερο από το σταθερό του σπιτιού μου. Το ίδιο. Απενεργοποιημένο. Να είχε αλλάξει νούμερο; Σκέφθηκα λίγο και κάλεσα το γραφείο της.
«Ιδιαίτερο γραφείο κυρίας Όλιας Καραϊλή. Παρακαλώ;»
Η φωνή της ‘’τσίχλας’’ το ίδιο αδιάφορη το ίδιο παιχνιδιάρα, το ίδιο αντιεπαγγελματική, το ίδιο μαλακισμένη.
«Την κυρία Καραϊλή παρακαλώ.»
«Η κυρία Καραϊλή είναι σε σύσκεψη ποιά την ζητά παρακαλώ;»
«Θα ήθελα να της πείτε πως ανησυχεί πολύ η σχέση της, δηλαδή εγώ.» ολοκλήρωσα την πρότασή μου με ένα μακρύ χαμόγελο. Περίμενα η βλαμμένη που μιλούσα να κατάπινε επιτέλους την αγενή τσίχλα της από την έκπληξή της πριν μου απαντούσε.
«Ναι; Μου λέτε παρακαλώ το όνομά σας;»
«Αν της πείτε ο μεγάλος της έρωτας θα καταλάβει.»
Έπαιζα με την ηλίθια σαν παιδί. Ήταν φανερό πως τα είχε χαμένα, στο τέλος κατέβασα το ακουστικό νοιώθοντας το ανούσιο του πράγματος.
Η ουσία ήταν πως δεν είχα καταφέρει τίποτα και η ώρα περνούσε. Ο Τζανής θα πιστοποιούσε τα αποτυπώματα των δακτύλων μου και θα ερχόταν να με συλλάβει. Μα καλά και αυτοί τόσο ηλίθιοι ήταν; Δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν μια τόση δα πλεκτάνη;
Ο υπολογιστής άνοιξε με μια άνευ προηγουμένου βραδύτητα. Περίμενα να ολοκληρώσει το ανέβασμα των αρχείων του ενόσω έβαζα ακόμη ένα ποτήρι κόκα κόλα. Σχεδόν τρέμοντας και καθόλου σίγουρη για την ορθότητα των κινήσεών μου αντέγραψα και έστειλα με ε-μέιλ μία φωτογραφία που έδειχνε την Όλια σκυμμένη στο μαονένιο γραφείο της με την φούστα στην μέση και με τον Βύρωνα να τιμά με την χάρη και το σφρίγος που τον διέκρινε, τον πισινό της. Τα γυαλιά της φαινόταν παρατημένα με απονιά στην άκρη του πλαισίου του μιαρού γλυπτού που συνέθεταν οι δυό τους ως εραστές.
Έγειρα πίσω στην πλάτη της πολυθρόνας του γραφείου του Βύρωνα και διάβασα για άλλη μία φορά τα λόγια μου που είχαν συνοδεύσει την φωτογραφία της. ‘’Είναι κρίμα που δεν φαίνονται τα μάτια σου. Η φωτογραφία θα αποκτούσε εικαστικό χαρακτήρα και θα ξέφευγε από εκείνες του συνηθισμένου πορνό. Έχω την εντύπωση πως με αυτή μου την άποψη θα συμφωνήσουν όλοι οι προϊστάμενοι και υφιστάμενοί σου.’’
Διάλεξα την επιλογή ‘’αποστολή’’ και οδήγησα τον κέρσορα επάνω της.
Έκανα καλά; Δεν έκανα καλά; Σκέφθηκα πως θα δείξει. Ο σκοπός μου ο πρωταρχικός, ήταν να αποσύρει την μήνυση που είχε καταθέσει εναντίον μου ώστε να έχω ελευθερία κινήσεων. Μέσα από ένα κρατητήριο τι θα μπορούσα να κάνω;
Ο ήχος του κινητού μου που με καλούσε με τράνταξε. Σχεδόν δεν το περίμενα και καλά-καλά, δεν είχα αποφασίσει πως θα την αντιμετωπίσω. Θα της φώναζα, θα την έβριζα ή θα έκανα μία πολιτισμένη συζήτηση μαζί της. Μία κουβέντα υπεράνω να πούμε σαν αγγλίδες αριστοκράτισσες... 
Η φωνή της ακούστηκε πριν προλάβω να πω οτιδήποτε.
«Μύριαμ δεν ξέρεις που μπλέκεις. Μην κάνεις καμιά ανοησία σε παρακαλώ. Πρόσεχε.»
«Όλια….»
«Άκουσέ με ηλίθια…»
Τσαντίστηκα. Δεν την άφησα να μιλήσει. Την είπα παλιοπουτάνα και πάλι, αυθόρμητα, γιατί έτσι μου βγήκε. Της είπα να αποσύρει την μήνυση αλλιώς θα παρέδιδα όλο τον φάκελο στην αστυνομία αφού πρώτα την έκανα βούκινο σε όλη την εταιρεία. Τα είχα πλέον τα μέσα στην εξουσία γιατί ένα κομμάτι της με πηδούσε… Αυτό δεν πρόλαβα να της το πω, αλλά το σκέφθηκα όμως.
«Κλείσε και περίμενε.» Αυτό μου είπε και διέκοψε την συνομιλία. Αν υπάρχει Θεός. Τι ‘’κλείσε και περίμενε’’ μωρή κάρια; Ποιόν θα ρωτήσεις; Τον Βύρωνα; Μαζί τα σχεδιάζετε παλιοπατσαβούρα; Τι κόλπα είναι αυτά; ‘’Τι κλείσε και περίμενε;’’
Το κινητό μου κτύπησε σε πέντε λεπτά ακριβώς.
«Λέγε» της πέταξα αυστηρά.
«Η μήνυση ήδη αποσύρθηκε. Θέλω τον φάκελο σήμερα κιόλας.»
«Ο Βύρων είναι καλά; Που είσαστε, που μένετε; Γιατί…»
«Θα σε πάρω τηλέφωνο να σου πω μια ώρα κι ένα μέρος. Θα έρθεις μόνη σου με τον φάκελο και όλα θα πάνε καλά…»
«Ο Βύρων…»
Έκλεισε η γραμμή.
Σκέφθηκα την περίπτωση εκείνη που όλα αυτά ήταν όνειρο ή την άλλη να πρωταγωνιστούσα σε μία σπουδαία ταινία του Χόλυγουντ χωρίς να έχω χαμπάρι το πώς. ‘’Η νέα ανερχόμενη σταρ με το μεγάλο ταλέντο, την κυτταρίτιδα στα μπούτια και την χαλάρωση στην κοιλιά. Περάστε κόσμε. Μέχρι και κώλο δείχνει… Κοιτάτε ξερνάτε και φεύγετε’’
Κι άλλο τηλέφωνο. Στο καπάκι. ‘’Η τεράστια μεσόκοπη ντίβα έχει την τιμητική της’’
Ο Βαλέρης! Μου είπε είχε ένα ευχάριστο νέο. Ήθελα να τον προλάβω και να του πω πως ‘’μας τα ‘πανε, μας τα ‘πανε’’, αλλά είχε τέτοιο ενθουσιασμό η φωνή του, που τον άφησα να με ενημερώσει πως μόλις ο δικηγόρος της Όλιας είχε πάρει τηλέφωνο και δήλωνε πως η καταγγελία που εκκρεμούσε σε βάρος μου είχε αποσυρθεί. «Από εδώ και εμπρός δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα.»
«Και ο Βύρωνας ο άντρας μου Βαλέρη;»
Α…, για αυτό θα έπρεπε να περιμένω. Να έχω υπομονή. Τα γρανάζια των αρχών γυρνούσαν και άλεθαν όλες τις πιθανότητες αλλά ακόμη δεν είχαν βγάλει συμπέρασμα. Αυτές οι υποθέσεις καθυστερούν.
Του είπα πως ήθελα να τον δω το βράδυ και μου φάνηκε πως πέταξε από την χαρά του. «Θα στο πρότεινα και εγώ» με βεβαίωσε. «Να γιορτάζαμε την προσωρινή ελευθέρωσή σου…»
«Και γιατί όχι μόνιμη;» διερωτήθηκα.
«Γιατί ακόμη ο άντρας σου αγνοείται και γιατί η υπόθεση ακόμη έχει ‘’πολλά ζουμιά’’. Για αυτό. Το βράδυ όμως εντάξει, ε…;»
«Ναι, αλλά να θυμάσαι πως γάμησες νωρίς το απόγευμα… οπότε μην βάζεις το μυαλό σου να κάνει σχέδια» Εγώ μιλούσα έτσι; Εγώ είχα γίνει αυτή; Εμένα με είχε πιάσει αυτή η τρέλα; Εγώ τον ήθελα και πάλι; Παναγιά μου έχει γούστο να τον ερωτευόμουν. Έχει γούστο… Και αυτό ήταν η δεύτερη φορά που το αναρωτιόμουν. Και τώρα γιατί χαιρόμουν τόσο; Γιατί είχε αποσυρθεί η μήνυση ή γατί θα έβλεπα το Βαλέρη; Μακάρι να ήταν το πρώτο. Χίλιες φορές μακάρι.
Όταν το κινητό μου κτύπησε όλα γύρω μου γκρεμίστηκαν σαν ένας τεράστιος αμμουδένιος πύργος από εκείνους που κάνουν τα μεγαλύτερα παιδιά και περισσότερο έμπειρα στις παραλίες.
«Μύριαμ. Στις εννιά στο πρώτο παρκινγκ μετά την στροφή της Μαλακάσας όπως πηγαίνεις προς Λαμία.»
«Τι μαλακίες είναι αυτές…»
«Να είσαι μόνη σου. Θα είμαι εκεί…»
«Ποιος ο λόγ…»
Έκλεισε η γραμμή. Αααα, δηλαδή να τρελαθούμε. Δεν πρόλαβα να της πως ούτε πως το βράδυ είχα ραντεβού με τον Βαλέρη, ούτε πως άσχετα με όλα εκείνα που του ξεφούρνιζα σχεδίαζα ένα καλό πήδημα με κεριά, με αρώματα, με λάδια και όλες τις μαλακίες εκείνες που χρησιμοποιούσε κι εκείνη… Που ζούμε μωρέ; Με εγκληματίες έχουμε μπλέξει ή ανεβάζουμε την αγωνία για να λάβουμε μέρος σε καμιά παρτούζα τεραστίων διαστάσεων στην ύπαιθρο;
Αλλαγή σχεδίων. Το βράδυ θα πήγαινα με τον Βαλέρη στο ραντεβού και μετά θα τον άφηνα να με παρασύρει σε κάποιο βρομερό ξενοδοχείο με πρόστυχες ταινίες και τζακούζι μέσα στο δωμάτιο. Μπορεί να πλήρωνα εγώ τον λογαριασμό σαν μεγαλύτερη που ήμουν..

14


Το ντύσιμο του Βαλέρη ήταν πολύ προσεγμένο. Όλη του η εμφάνιση έκανε μια περίεργη παρέα με το μακρύ του μαλλί που ακουμπούσε στους ώμους του. Από την μία κύριος και από την άλλη νεαρός ανένταχτος στην κοινωνία που επικαλείτο το ρούχο του και η ακριβή του κολόνια. Σαν Dior μου έμοιαζε.

Σακάκι, ελαφρύ ‘’βε’’ μαύρο μπλουζάκι και άνετο παντελόνι σε χρώματα ταιριαστά και χαμόγελο μιας ευτυχίας που εγώ σαν μεγαλύτερη καταλάβαινα πως ήταν απατηλή. Κάποια τον έντυνε. Αυτές οι επιλογές δεν θα μπορούσε να ήταν δικές του. Κανένας άντρας δεν έχει τόσο γούστο. Η μάνα του; Ναι, αυτή θα μπορούσε να τον προσέχει ή η αδελφή του. Ακόμη καλύτερα η αδελφή του.
Εγώ είχα επιλέξει ένα ελαφρύ μεταξωτό εμπριμέ φουστανάκι με εφαρμοστό κορσάζ, κλοσαριστό από τους γοφούς και κάτω, με τον ποδόγυρο να φτάνει τρία δάκτυλα πάνω από το γόνατο. Πεδιλάκι με τακουνάκι και μια ελαφριά ζακέτα στα χέρια. Μπορεί να καθόμασταν έξω κάπου πιο εξοχικά…
Συναντηθήκαμε χωρίς μεγάλες διαχυτικότητες. Ένα «γεια» και άλλο ένα «τι κάνεις» μερικά εκατέρωθεν χαμόγελα, μια χειραψία δίπλα από το δικό μου σκονισμένο αυτοκίνητο που από κανέναν δεν θα μπορούσε να παρεξηγηθεί και στο τέλος μια συμφωνία στο μέσον του δρόμου πως όλα ήταν καλά. Μύρισα σε μία ελαφριά πνοή του αέρα πρώτα το άρωμά μου και μετά το δικό του. Θέλησε να με φιλήσει με το θάρρος που δίνει η γνωριμία του σώματος. Του άφησα το περιθώριο του μάγουλου λίγο πριν αποφασίσω πως ήθελα να οδηγήσω λόγω της μεγάλης ενεργητικότητας που με διακατείχε.
«Ο κόσμος Βαλέριε. Σύνελθε.»
Μετά τις ανταλλαγές των βλεμμάτων και τις απαραίτητες ανάσες στο εσωτερικού του αμαξιού μου, του είπα για την παράδοση του φακέλου και μου έκανε εντύπωση η συννεφιά που σκέπασε μονομιάς το πρόσωπό του. Ξεκίνησα το αυτοκίνητο και εκείνος έκλεισε το ράδιο. Μετά από ένα χιλιόμετρο αφωνίας, μου είπε να γυρίσουμε πίσω, να πάρουμε το δικό του αμάξι που το είχε παρκάρει κάπου πίσω από το Χίλτον στο μέρος του ραντεβού μας. Του είπα να ηρεμήσει και πως η Όλια μπορεί να ήταν μια πουτάνα με πράσινα μάτια, αλλά όπως και να το κάνουμε εγκληματίας δεν ήταν. Τον φάκελο ζητούσε που της είχα κλέψει από το σπίτι της. Στο κάτω-κάτω η αστυνομία δεν φυλάκιζε το ‘’κέρατο’’, την κλοπή συλλάμβανε. Έτσι δεν ήταν;
Ο Βαλέριος μου ζήτησε και είδε το περιεχόμενο του φακέλου ενώ ήμαστε παρκαρισμένοι διπλή σειρά στην Μιχαλακοπούλου. Η διάθεσή του έδειχνε να είχε χαλάσει καθώς στεκόταν αμίλητος, σχεδόν βλοσυρός.
«Τα καταλαβαίνεις όλα ετούτα;»
«Αυτά τα ξέρει ο Βύρων, ο άντρας μου. Προγράμματα είναι.»
Με κοίταξε.
Τον ρώτησα και μία και δύο φορές σχετικά με το αλισβερίσι που επρόκειτο να κάνουμε, αλλά δεν του έβγαζα μιλιά. Σκέφθηκα πως η βραδιά θα τελείωνε με την παράδοση του φακέλου και πως θα πήγαινε τζάμπα το επιμελέστατο ξύρισμα στα πόδια και στο μπικίνι μου. Τζάμπα και το λάδι που είχα βάλει για να τα μαλακώσω και να τα κάνω να δείχνουν απαλότερα.
Με ρώτησε αν είχα κρατήσει αντίγραφο του φακέλου και του είπα πως ναι, χαμογελώντας αυτάρεσκα.
«Δεν είμαι καμία χαζή. Για τέτοια με έχεις;»
Για τέτοια με είχε. Για χαζή.
Πήραμε το αμάξι του και οδηγήσαμε σιωπηλά και πάλι μέχρι το σπίτι μου. Με ανάγκασε να του δώσω τα αντίγραφα. Το έκανα και σαν να φώτισε το πρόσωπό του. Μέχρι ράδιο έβαλε σε ένα στερεοφωνικό που καμάρωνε πως ήταν καλό. Μου είπε και την μάρκα του, λες και εγώ ήξερα από τέτοια και μπορούσα να κρίνω. Σε κάποια στιγμή όταν αραίωνε η κίνηση, προς το Καπανδρίτι και την ώρα που άρχισε να μας φτιάχνει το κέφι τον άφησα να βάλει το χέρι του ανάμεσα στα πόδια μου. Θα έπρεπε να αφήνω την βραδιά εξελίσσεται… Σκεφτόμουν πως δεν θα ήταν αθόλου άσχημη μία ερωτική προκαταβολή πάνω στο καπό του αυτοκινήτου του με τα πόδια μου ανοιχτά ‘’αλα Όλια’’. Καθόλου άσχημα. Έπλεκα ιστορίες και σκεφτόμουν σκηνικά, φαντασιωνόμουν καθώς ακούγαμε Θεοδωρίδου.
‘’Τραβάω λοιπόν, σ’ όλα μια κόκκινη γραμμή…’’
 Τότε έγινε το αναπάντεχο. Ο Βαλέρης άνοιξε το στόμα του και άφησε μιά κορώνα που αν τον άκουγε η Νατάσα θα έφριττε.
«Όπα, Βαλέρη. Όπα.»
Με κοίταξε απορημένος.
«Αν σε άκουγε η Νατάσα θα τράβαγε μαύρη γραμμή και όχι κόκκινη.» Γελούσα «Βαλέρη είσαι φάλτσος!» διαπίστωνα έκπληκτη.
Μια και προερχόμουν από φιλόμουση οικογένεια και είχα αρκετές βάσεις μουσικής παιδείας, μου ήταν πολύ δύσκολο να μην αντιδράσω σε κάποια κακοφωνία τέτοιου μεγέθους.
«Μπα;»
«Τι μπα Βαλέρη, δεν σου το έχει πει κανένας;»
«Όλοι μου το λένε αλλά δεν δίνω σημασία γιατί μου αρέσει το τραγούδι»
«Ναι αλλά δεν αρέσεις εσύ σε αυτό…» γελούσα και χαιρόμουν ξεχασμένη.
Μου είπε πως χέστηκε. Πως του άρεσε να τραγουδάει πιάνοντας τα μπούτια μου και ακόμη και το στήθος μου. Του πέταξα αμέσως μετά την ρητή του δήλωση, πως αυτό που επιχειρούσε να σκαλίσει με τα δάκτυλά του, δεν ήταν μπούτι –μια και το πόδι μου είχε από ώρα τελειώσει το μήκος του- αλλά κάτι άλλο πολύ επίσημο και άρα πολύ πιο σοβαρό. Δεν μαζευόταν και αναγκάστηκα να του τραβήξω το χέρι με το που πήραμε την στροφή της Μαλακάσας.
Μου άρεσε ο ενθουσιασμός του κορίτσια. Πολύ μου άρεσε!
Σχεδόν μούτρωσε, αλλά κατάλαβα ένα λεπτό αργότερα, πως η αιτία δεν ήταν το πάψιμο του χαδιού του, αλλά η επικείμενη παράδοση του φακέλου. Μου είπε να μην μιλάω. Τον κοίταξα και είδα, ότι έβλεπα έναν άγνωστο. Ο λαιμός τεντωνόταν μπροστά σαν λελέκι και τα μάτια του είχαν χωθεί στις κόγχες τους μέσα. Η ανάσα του σχεδόν δεν ακουγόταν και τα χέρια του αγκάλιαζαν το τιμόνι και το έσφιγγαν με ένα αλλιώτικο τρόπο. Έμοιαζε να μαλώνει με τον εαυτό του ή με έναν εχθρό που είχε στεριώσει ένα βασίλειο μέσα στον νου του. Μαζεύτηκα στην γωνία του καθίσματος μου. Η μισή μου πλάτη στην πόρτα. Ανησυχούσα ξαφνικά ενώ δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος.
Να το παρκινγκ!  Σκοτεινό.
Ο Βαλέρης έσβησε τα φώτα και μείωσε δραματικά ταχύτητα στο αυτοκίνητο.
«Να το αμάξι της Όλιας. Εκεί Βαλέρη.»
Μου είπε να σκάσω και τα ‘χασα. Παρκάρισε πενήντα μέτρα μακρύτερα. Μου είπε να κάτσω στο τιμόνι και να μην σβήσω την μηχανή. Άρχισα να ταράζομαι και γιατί δεν καταλάβαινα αλλά και γιατί η όλη κατάσταση με άγχωνε λίγο. Η Όλια δεν ήταν εγκληματίας. Μια σκατένια φίλη ήταν.
«Τι μαλακίες κάνουμε αγόρι μου; Ταινία θα γυρίσουμε; Αν σε ανάβει η κατάσταση πες το μου να το ξέρω. Με φοβίζεις να ξέρεις.»
Πήρε τον φάκελο και βγήκε από το αμάξι. Τον σήκωσε ψηλά. Κάτι γινόταν ερήμην μου. Κάτι που αδυνατούσα να χωρέσω στον κύκλο του μέσα. Τα φώτα του αυτοκινήτου της Όλιας άναψαν μία φορά και έσβησαν. Και η Όλια στο παιχνίδι; ‘’Η πολύ καλογαμημένη διευθυντής σε ρόλο πράκτορα;’’, μην χέσω. Μην χέσω. Τα παιδάκια κάνουμε παίζοντας κλέφτες κι αστυνόμους;
Άνοιξα την πόρτα να βγω την ώρα που από το αμάξι της Όλιας δεν έβγαινε εκείνη, μα δύο άντρες. Μπερδεύτηκα. Ο Βαλέρης ήταν πια πολύ κοντά τους, σήκωσε τα χέρια του και ο λευκός φάκελος ήταν ο μόνος που φαινόταν ολοκάθαρος στο σκοτάδι. Ο φάκελος άλλαξε χέρια αλλά οι τρείς τους έμοιαζαν να έχουν στήσει μια μικρή κουβεντούλα. Περίμενα μισή μέσα και άλλη μισή έξω από το αμάξι και την ώρα που έλεγα να ξεκινήσω να πάω να τον μαζέψω να φύγουμε επιτέλους, τότε έγινε το αναπάντεχο. Μπλέχτηκαν και τρείς τους σε ένα καυγά που έμοιαζε να μην έχει ούτε νόημα, αλλά ούτε και σκοπό τουλάχιστον από την μεριά που βρισκόμουν. Φοβήθηκα και άρχισα να πατάω την κόρνα μανιασμένα και να αναβοσβήνω τα φώτα. Θα τον σκότωναν τον Βαλέρη. Παναγιά μου. Παναγιά μου ας σταθεί κάποιος να βοηθήσει. Τι βλακείες ήταν αυτές;
Η ματαιότητα έχει πολλά πρόσωπα. Πάρα πολλά. Ένα από αυτά είναι εκείνο της φρούδας ελπίδας. Ποιός να κόψει από τους διερχόμενους της εθνικής ταχύτητα, να μπει μέσα στο χώρο της στάθμευσης να εμπλακεί σε ένα καυγά με κίνδυνο της ζωής του για να σώσει κάποιον που δεν γνωρίζει κάνοντας το χατίρι μιας απατημένης; Ποιός; Πόσο γελοίες έμοιαζαν οι ελπίδες μου εκείνη την στιγμή που πατούσα δυνατά το γκάζι χωρίς να έχω ταχύτητα στο σασμάν και άναβα συγχρόνως τα φώτα…
Με το που έγινε ο τόπος ημέρα τα έχασα. Ο Βαλέρης ειχε ξαπλώσει τον έναν κάτω και αντιμετώπιζε το άλλον με μία ταχύτητα που με άφηνε άφωνη. Το είδα να συστρέφει μια μικρή λάμα στο χέρι του αλλάζοντας τον τρόπο που τη κρατούσε την ώρα που απέφευγε μία γροθιά με ένα εντελώς κινηματογραφικό τρόπο. Τον είδα να χαμηλώνει το σώμα του και να κτυπάει πίσω από το γόνατο τον άντρα. Τον σώριασε. Δάγκωνα τα χέρια μου από την αγωνία. Τον σώριασε με μιάς και εγώ μαρσάριζα κοκαλωμένη πατώντας μαζί με το γκάζι και αμπραγιάζ φωνάζοντας μάλλον το όνομά του.
Πόση ώρα κρατούσε το ένα λεπτό;
Του απέσπασα την προσοχή και είμαι σίγουρη πως κάτι μου φώναξε, αλλά το ένστικτο της μάνας δεν έλεγε να φύγει από μέσα μου. Στρίγγλισα. Του είπα να τρέξει να σωθεί. Θα πέθαινα. Ας τον παρατούσε τον φάκελο, αφού για αυτό είχαμε έρθει, για να τον δώσουμε. Ας τον δίναμε λοιπόν γαμώτη μου. Τι διάολο ήθελαν; Μα τον φάκελο τον είχε δώσει…
«Βαλέρη.»
 Ο ξένος είχε βγάλει όπλο. Κάποιος από τους δύο. Πού να ξέρω ποιος. Εγώ το είδα μέσα στα φώτα αλλά ο Βαλέρης όχι.
«Βαλέρη.»
Τον στράβωναν τα φώτα του δικού μου αυτοκινήτου όπως με κοίταζε και μου έγνεφε να φύγω. Να φύγω αλλά που να πάω μοναχιά μου;
«Βαλέρη» μουρμούρισα, δεν είχα φωνή να φωνάξω.
Ο Βαλέρης κλώτσησε τον ξένο πριν εκείνος πυροβολήσει. Το «μπαμ» του όπλου του δεν είχε σχέση με κανονικό «μπαμ» όπλου όπως το ξέρουμε από τον κινηματογράφο καθώς έμοιαζε μα τον ήχο που θα έβγαζε κάποιο χοντρό ξύλο που θα κτυπούσε πάνω σε ένα γεμάτο με νερό τενεκέ. Κούφιος ήχος. Βλαμμένος. Εντελώς ηλίθιος. Λάμψη όμως έβγαλε. Μια λάμψη κανονική. Η βολίδα του όπλου του κάπου θα πήγε. Εγώ είχα κλείσει τα μάτια μου και πατούσα τέρμα το γκάζι. Οι υαλοκαθαριστήρες γυρνούσαν τρελά. Τους είχα ανάψει προσπαθώντας να κλείσω τα φώτα. Τι έκανα Θεέ μου;
Ο Βαλέρης τρέχει. Έρχεται. Ο ξένος σημαδεύει κι εγώ φωνάζω και παίζω τα φώτα σαν τρελαμένη. Ξεκινάω πριν κλείσει η πόρτα. Ο μισός Βαλέρης είναι μέσα και άλλος μισός έξω. Το αμάξι γλιστράει αλλά απομακρύνεται γρήγορα. Λίγο πιο κάτω σταματάω. Ο Βαλέρης μου τραβάει τα μαλλιά και κάτι φωνάζει. Μου ζουλάει τα μάγουλα δυνατά με το ένα του χέρι και μου ταρακουνάει το πρόσωπο. Του φωνάζω κι εγώ κουβέντες που δεν καταλαβαίνω τον βρίζω τον λέω πούστη και μαλάκα και αυτόν και όλο του το σόι. Μου παίρνει το τιμόνι με βάζει δίπλα και προσπαθεί να με ηρεμήσει. Μου λέει λόγια που δεν ακούω, πως τάχα είναι όλα καλά και πως όλα έχουν περάσει και πως κάτι τέτοια συμβαίνουν σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις και χίλια ακόμα πράγματα. Κι εγώ κλαίω με αναφιλητά για να διώξω την ένταση και το άγχος.
Τον αγκαλιάζω. Τον ακούω να μιλάει στο τηλέφωνο και δεν ξέρω τι λέει ούτε σε ποιόν το λέει. Το μόνο που καταλαβαίνω είναι πως πατάει δυνατά το γκάζι με τον τρόπο που είχα μάθει πλέον να αναγνωρίζω σαν μοναδικό δικό του.
«Ηρέμησε. Πήρα άδεια μερικές μέρες και μια και δεν μπορείς, γιατί δεν επιτρέπεται δηλαδή, να γυρίσεις στο σπίτι σου, λέω να μείνουμε σε ένα καλό ξενοδοχείο που ξέρω στα Καμένα Βούρλα. Για δυό μέρες. Εντάξει;»
Χαμογέλασα γεμάτη πίκρα. ‘’Ορίστε Μύριαμ η άλλη σου ζωή’’ σκέφθηκα. Προσπάθησα να αφεθώ στην απαλή μουσική. Θέλησα να αλλάξω θέμα για το καλό της βραδιάς. Ποια βραδιάς δηλαδή;  Τέλος πάντων. Τον ρώτησα πως και είναι δυνατόν να ακούει κλασσική μουσική ένας τόσο φάλτσος άνθρωπος. Πώς είναι δυνατόν να μπορεί να απολαμβάνει Βιβάλντι… Με έκοψε λέγοντάς μου, πως δεν αρέσει σε εκείνον, αλλά στις γκόμενες που προσπαθεί να ρίξει… Τους κάνει -με βεβαίωσε- τον κάποιον.
Δεν είχα το κουράγιο να γελάσω, αλλά το έκανα κλείνοντας τα μάτια.
Πόσο καιρό τον γνώριζα; Μία ή δύο ημέρες. Μπορεί και τρείς…
«Πόσες εποχές είχε ο Βιβάλντι Βαλέρη;»
«Όσες ήθελε Μύριαμ.»
Μου άρεσε το όνομά μου στα χείλια του. Πολύ μου άρεσε.


Το χλιδάτο περιβάλλον του ξενοδοχείου με έκανε να νοιώθω λίγο περίεργα.  Σαν να πήγαινα ας πούμε σε γάμο όχι σωστά προετοιμασμένη. Ήταν όλα εκείνα που είχαν μεσολαβήσει που νόμιζα πως παιζόταν σαν ταινία επάνω στο κούτελό μου και είχαν καταφέρει να με αποπροσανατολίσουν από τον εφήμερο στόχο μου. Μπορεί και καλά να έκαναν. Μπορεί. Ο Βαλέρης ίσα που στεκόταν στα πόδια του. Η αδρεναλίνη που είχε συσσωρεύει μέσα του από την ένταση ήταν προφανές πως τον κατέβαλλε με αυξανόμενους ρυθμούς. Έμεινε στο αμάξι ενώ εγώ έκλεινα ένα δωμάτιο με θέα την θάλασσα και διπλό κρεβάτι, καθώς ο οργασμός της ματαιότητας παιάνιζε τιμές στον σαλεμένο νου της παντρεμένης!

Είχαμε φτάσει μέχρι τον χώρος στάθμευσης του ξενοδοχείου, ακούγοντας μουσική για ένα διάσημα ενώ το υπόλοιπο, άκουγα τον Βαλέριο να λέει πως το πράγμα είχε πλέον ξεφύγει και θα πως θα έπρεπε η αστυνομία να λάβει άμεση δράση.
«Σκότωσες κανέναν;» τρόμαξα, δικαιολογώντας τον εαυτό μου πρόχειρα σε κάποιον αστυνόμο της φαντασίας μου, απαντώντας, πως εγώ δεν ήμουν τίποτα άλλο από μια χαζεμένη σύζυγος που είχε απατηθεί και που ζητούσε μία ξεπέτα με τον πρώτο τυχόντα για να ανεβάσει την ψυχολογία της, πριν βάλει τις φωνές από την ταράτσα του σπιτιού της και ξεσηκώσει όλες τις υπόλοιπες κερατωμένες.
Μου είπε πως οι άνθρωποι δεν σκοτώνονται τόσο εύκολα και πως ο άντρας μου αν ήταν ζωντανός, θα ήταν ή όμηρος και αδαής ή μπλεγμένος μέχρι τα μπούνια σε μία υπόθεση που βρομούσε εισαγγελέα και κελί σκοτεινό. Τον φάκελο ο Βαλέρης τον είχε αφήσει στους παρ’ ολίγον δολοφόνους του. Υπήρχε όμως αντίγραφο. Του το θύμισα. Τον είδα να ανασαίνει με ανακούφιση σαν να το ειχε ξεχάσει πως υπήρχε.
«Μπορεί και σήμερα να ανοίξουν το σπίτι σου. Να το ξέρεις.»
«Να ειδοποιήσουμε τον Τζανή, να το προσέχει» του πέταξα τόσο απλοϊκά και τον άκουσα να γελάει.
«Η αστυνομία δεν ασχολείται με υποθετικές διαρρήξεις. Θέλει σιγουριά.»
«Αυτή έρχεται κατόπιν εορτής. Όταν θα είναι πλέον αργά» του επεσήμανα.
«Δεν υπάρχουν τα άτομα.» μου εξήγησε. Του είπα πως εγώ είχα μέσον και αυτόν και τον Τζανή και μια που γνωριζόμασταν όλοι, όλο και περισσότερο με τόσο ταχείς ρυθμούς και συμπαθιόμασταν επίσης, θα έπρεπε και εκείνοι να με προσέξουν κατά τι περισσότερο.
«Ε, Βαλέριε;»
Μπα. Το επιχείρημά μου αυτό, δεν στάθηκε ικανό να αλλάξει τις προτεραιότητες των αρχών. Οι πιθανότητες έλεγαν πως το σπίτι μου θα διερυγνύετο. Ίσως και σήμερα.
«Θα δουν τα βρακιά σου. Μπορεί και να τα μυρίσουν.» Γέλασε.
«Είσαι ηλίθιος.»
«Αν δεν ήμουν, θα ήμουν αλλού τώρα.»
Και είχε δίκιο. Θα ήταν μακριά από την παντρεμένη που εκτός από προβλήματα είχε και χαλάρωση στα πόδια και στην κοιλιά και μια ηλικία διόλου ευκαταφρόνητη…
«Τι μου βρίσκεις Βαλέριε;»
«Έχεις λεφτά στο σπίτι;»
«Κάτι λίγα.» τον σκούντησα. «Κάτι σε ρώτησα…»
«Δεν ξέρω. Μ’ αρέσεις. Μου αρέσει το κορμί σου, μου αρέσει ο τρόπος που κάνεις έρωτα, ο τρόπος που ανοίγεις τα πόδια σου…»
«Εντάξει, εντάξει, σταμάτα σε παρακαλώ. Μέχρι εδώ. Εντάξει…» Κοίταξα έξω από το παράθυρο καθώς φτάναμε.
Δεν με ένοιαζε που θα έμπαιναν κακοποιοί στο σπίτι μου. Εκτός από ένα πορτοκαλί δονητή μεσαίου μεγέθους δεν είχα κάτι άλλο να κρύψω. Ας τον εύρισκαν και ας τον χρησιμοποιούσαν αν ήθελαν. Ας έπαιρναν και τα τριακόσια μου ευρώ. Θα έμενε η ΔΕΗ απλήρωτη, το ίδιο και τα κοινόχρηστα. Τον Βύρωνα πώς και δεν τον σκεφτόμουν; Όχι πως θα μπορούσα να κάνω για αυτό τίποτα, αλλά λέμε τώρα…
«Λες να κάνουν ζημιές; Εκεί μέσα ζω και έχασα και την δουλειά μου ξέρεις.» Σχεδόν μονολογούσα.
«Μπα, αυτοί δεν κάνουν ζημιές» κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του κάνοντας σινιάλα στον εαυτό του «αυτοί είναι επαγγελματίες». Με κοίταξε μια στάλα και μετά κούνησε ακόμη μια φορά το κεφάλι του «μπα δεν κάνουν ζημιές».
Έπιανα τον εαυτό μου να ανησυχεί το υπόλοιπο της βραδιάς μου. Μετά από όλα αυτά. Σαν να είχα χρόνια εξάρτηση από τον έρωτα και άφηνα την ζωή σε δεύτερη ή τρίτη μοίρα. Θα έπρεπε να είχα χαμένα τα λογικά μου. Ο λόγος δεν μπορεί να ήταν η απιστία του Βύρωνα, θα υπέβοσκε μέσα μου η μεγάλη διάθεση της φυγής και είχε βρει με την πράξη του διέξοδο, άλλοθι, ευκαιρία. Τελικά ήθελα να με απατήσει ο Βύρων; Μου βγήκε σε κακό ή σε καλό, η σχέση του με την Όλια;
Αχ Θεέ μου. Εδώ παραλίγο να σκοτωνόμασταν και εγώ έσερνα το μυαλό μου στις απέραντες λίμνες των διαστροφικών ονειρώξεων μου. Αν δεν ήταν αυτές οι σκέψεις μία ήπια μορφή παράνοιας, τότε ποιες θα ήταν; Σε αυτές θα έπρεπε να προσθέσω και την γύμνια της Όλιας που δεν έλεγε να με αφήσει. Να γινόμουν λεσβία; Έλεος, στα σαράντα μου; Εντάξει στα σαράντα τρία μου; Σύνελθε Μύριαμ, μια φαντασίωση είναι, θα περάσει. Άντε μια καύλα που μπορείς να την πολεμήσεις. Ξέρεις πόσες γυναίκες τρελαίνονται με κάτι τέτοια; Δεν είναι ανάγκη να είναι λεσβία κάποια για να χαρεί την διαφορετικότητα. Συνελθε Μύριαμ. Έλα στον κόσμο που πραγματικά ζεις.
Ο Βαλέρης κόντεψε να μου πέσει. Τρίκλισε στα σκαλιά. Δεν ήθελε να πάρουμε ασανσέρ γιατί η εμφάνισή του δεν ήταν και ότι το καλύτερο. Ντρεπόταν, καθώς έμοιαζε σαν να είχε εμπλακεί σε ατύχημα οδηγώντας μηχανάκι. Σκισμένος, κατασκονισμένος, και σε μερικά σημεία ματωμένος. Χρειαζόταν σίγουρα μια αναδόμηση. ‘’Η μαμά Μύριαμ είναι εδώ αγόρι μου. Πρώτα θα σε γιατρέψει και έπειτα θα σε καβαλήσει. Το νου της καθώς θα το κάνει, θα τον έχει στα πράσινα μάτια, στα καλοσχηματισμένα πόδια και στο πολύ περιποιημένο αιδοίο της Όλιας. Το πουλί σου θα είναι μέσα στην μανούλα ε.. Βαλέριε; Εκεί δεν θα είναι;’’
Τρελαίνομαι ρε πούστη μου, τα χάνω. Πως μπορώ και σκέφτομαι τέτοια πράγματα;
Η κάρτα έκανε το led στην κλειδαριά του δωματίου μας να γίνει πράσινο με ένα χαρακτηριστικό ήχο. Η παχιά γαλάζια μοκέτα με τα μικρά πιτσιλωτά σχεδιάκια επάνω της, έκανε τα βήματά μας αθόρυβα και η μελί επένδυση ξύλου που κάλυπτε τα πάντα στο δωμάτιο μας, μας έκανε να νοιώθουμε περισσότερο πλούσιοι. Χαλάλι τα χρήματα, γιατί δεν ήταν και λίγα.
Ο Βαλέρης κρέμασε. Έπεσε στο κρεβάτι ανάσκελα και έμεινε να τραμπαλίζεται. Κατάφερα με το ζόρι να τον σηκώσω. Του είπα πως εγώ δεν ήμουν και ούτε θα γινόμουν ποτέ μάνα του να τον περιποιούμαι γιατί εμένα με γαμούσε και μάλιστα πολύ καλά και το καλό που του ήθελα ήταν να σηκωθεί και να πάει στο μπάνιο. Εντάξει, εντάξει, θα έκανα μία εξαίρεση. Θα τον έπλενα και θα τον κοίμιζα στο στήθος μου πάνω αν δεν αισθανόταν καλά. Θα του άφηνα και τα χέρια του να πιάνουν ότι ήθελε. Θα ήμουν εντελώς δικιά του εκείνη την βραδιά όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν μπορούσε καθότι πονεμένος και γιατί με είχε βοηθήσει και ακόμη γιατί ήθελα να βγάλω την υποχρέωση από πάνω μου. Για τίποτα άλλο. Να εξηγούμεθα…
«Βαλέρη σου ετοίμασα το μπάνιο…»
Τον είδα να μιλάει στο τηλέφωνο. Μου είπε πως ενημέρωσε τον Τζανή για όλα όσα έπρεπε και πως το διαμέρισμά μου θα ήταν ασφαλές. Θα ήταν η γλάστρα που θα ποτιζόταν για χάρη του βασιλικού. Θα προστατευόταν δηλαδή από το καρτέρι για την σύλληψη επίδοξων διαρρηκτών. Κάποτε αυτή η υπόθεση θα έπρεπε επιτέλους να κλείσει…
Χώθηκα μέσα στην μπανιέρα μαζί του. Εκείνη την ώρα της απαλής χαλάρωσης που έκλεισα τα μάτια μου θέλησα να κοιμηθώ. Ένοιωσα να ζω την απόλυτη ευδαιμονία. Δεν ήθελα τίποτα άλλο εκείνη την υπέροχη στιγμή από ένα μαλακό σαν σύννεφο σφουγγάρι, στα βάθη του νου μου που θα μάζευε όλες μου τις έγνοιες και θα μου άφηνε ένα μυαλό καθαρό. Ένα μυαλό που δεν θα είχε τίποτα να σκεφθεί…                                                            
15


Αν δεν του το είχα πει θα είχε κάποια δικαιολογία. Αν είχα κάνει τα στραβά μάτια και είχα αμελήσει να τον σκουντήσω ώστε να βεβαιωθώ πως με είχε καταλάβει, θα μπορούσα και να αμφιβάλλω. Αλλά τώρα όμως όχι. Δεν μου επιτρεπόταν καμία αμφιβολία, πως ο Βαλέρης μεροληπτούσε υπέρ της Όλιας. Σκέφθηκα πως θα μπορούσε να την έχει γαμήσει πάνω στο ίδιο γραφείο και στον ίδιο καναπέ που το είχε κάνει και ο Βύρων, σκέφθηκα επίσης πως θα μπορούσε να την είχε πάρει παρέα με τον φίλο του τον Τζανή, μέσα στο ίδιο της το σπίτι ή σε κάποιο αχούρι του κερατά. Θα είχαν άνετα την δυνατότητα να ανταλλάξουν γνώμες, υγρά και απόψεις, περί πάσης ανωμαλίας σε κάποιο παρκινγκ της εθνικής οδού, εκεί για παράδειγμα που θα μπορούσα να είχα σκοτωθεί, βιαστεί ή κομματιαστεί και εγώ. Πολλά θα μπορούσαν, Πάρα πολλά.
«Σκέφτομαι Βαλέρη πως είσαι κάποιος χαζεμένος.»
Οδηγούσε δυό μέρες μετά τον δρόμο της επιστροφής από Καμένα Βούρλα προς Αθήνα. Ο ήλιος βούλιαζε πίσω μας και έφτιαχνε μια μακριά σκιά από το αυτοκίνητο μπροστά μας. Με κοίταξε ήρεμος και αυτό με εκνεύρισε περισσότερο. Το κεφάλι του το άφηνε να γέρνει λίγο προς τα αριστερά.
«Αν δεν σε ήξερα αυτό το λίγο που σε ξέρω θα έλεγα πως ο τρόπος που σκέφτεσαι είναι ένας τρόπος τόσο ρηχός, που καταντά ύποπτος» Τον κοίταξα για δεύτερη φορά προσπαθώντας να τον κάνω να αντιδράσει. Δεν μπορούσα να τον αντέξω μέσα στο καβούκι του να στέκεται αμέτοχος κλεισμένος στον εαυτό του σαν να απαξιεί να με συμπεριλάβει στις σκέψεις του. Εξοργιζόμουν. Κοιτούσα τα τοπία να τρέχουν στο άμεσο παρελθόν μου, την ίδια ώρα που το μέλλον μου αγωνιούσε. Ο ήχος του αυτοκινήτου με νάρκωνε. Αντέδρασα για άλλη μία φορά.
«Η Όλια κρύβεται πίσω από όλα αυτά» του πέταξα.
Άπλωσε το χέρι του στο πόδι μου. Μα καλά τόσο ‘’βαρεμένοι’’ οι άντρες; 
Θύμωσα και του το έσπρωξα απότομα. Δεν ήμουν το κοριτσάκι που θα κατευναζόταν από ένα χάδι ή μία κίνηση συμπαθούς κατανόησης, ούτε εκείνη η γυναίκα που ήταν για πήδημα και μόνο.
«Ποιος κανόνισε το ραντεβού στο παρκινγκ;» τον κοίταξα επίμονα και πάλι. «Η Όλια ή μήπως και δεν με πιστεύεις;»
«Σε πιστεύω.»
Έλεος. Εδέησε να απαντήσει!
«Ωραία. Πού βρήκα τον φάκελο με όλες αυτές τις μαλακίες; Στην ντουλάπα της Όλιας. Εκείνη τα είχε…»
«Ναι αλλά προσπάθησαν να της τον πάρουν. Αν ήταν συνεργός θα τους τα έδινε μονάχη της» Με κοίταξε και άπλωσε για άλλη μία φορά το χέρι του στο μπούτι μου. Το πρόσωπό του στρογγύλευε από μια υποτιμητική κατανόηση. «Εσύ δεν μου το είπες;»
Το ύφος που άφηνε να φέρνει βόλτες στο μούτρο του όλη την ώρα που περίμενε την απάντησή μου με τσάντιζε. Τον άφησα να πιάνει. Μπορεί το μπούτι μου να λειτουργούσε σαν καταλύτης κάνοντας περισσότερο διάφανες τις άμυνές του.
«Την γαμούσαν όλοι τους Βαλέρη, γνώρισα το πρόσωπο ενός στην φωτογραφία. Κάποιος που ‘’βρίσκεται’’ με κάποια, κάνει ένα συμβόλαιο τιμής μαζί της, τι λες;  Δεν κάνει ένα μικρό συμβόλαιο ευαισθησίας;»
Γέλασε. 
Του είπα πως ήταν άξιος της οποιαδήποτε βρισιάς αν νόμιζε πως εννοούσα οτιδήποτε. Του έσπρωξα το χέρι μακριά από το σώμα μου. Τον είπα καριόλη και πολύ μαλάκα και στο τέλος του δήλωσα σοβαρά πως δεν ήθελα να με ξαναγγίξει στην ζωή του. Ποτέ. 
Δεν με ένοιαζε που εξακολουθούσε να γελάει, με ένοιαζε που δεν με έπαιρνε στα σοβαρά. Τι ήμουν εγώ διάολε; Ένα τσόλι; Ένα τίποτα, που βρέθηκε στο δρόμο του με τα πόδια ανοιχτά εξ’ αιτίας μιας συγκυρίας και ενέδωσε; Του παραπονέθηκα για όλα αυτά, μούτρωσα και σταμάτησε στο πρώτο παρκινγκ που βρήκαμε. Σαράντα και βάλε χρονώ γυναίκα και ήμουν έτοιμη να κλάψω. Βγήκα από το αμάξι με το κεφάλι χαμηλωμένο. Έκανε ψύχρα. Με αγκάλιασε και μου είπε να μην ανησυχώ. Με έσφιξε και ένοιωσα μια θέρμη από μια αγκαλιά όμορφη που ήξερα πως δεν έπρεπε να βασίζομαι επάνω της. Ούτε στην σιγουριά του κορμιού του μπορούσα να ελπίζω. Με φίλησε σαν να με αγαπούσε και με έκανε να αδειάσω βιαστικά τα πνευμόνια μου και να τα γεμίζω και πάλι γρήγορα με αέρα. Μάλωσα την πλαστή ιδέα των συναισθημάτων του στο μυαλό μου και την έδιωξα από κοντά μου όπως θα έδιωχνε ένας πολύ Χριστιανός, κάποιον μάρτυρα του Ιεχωβά από την πόρτα του το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Με βεβαίωσε πως όλο αυτό που διαδραματιζόταν γύρω μου πως δεν ήταν για εμένα, όχι γιατί δεν ήμουν άξια να το αντιμετωπίσω, αλλά γιατί δεν είχα μάθει τον τρόπο. Και θα ήταν και επικίνδυνο. «Είσαι τόσο χαζούλα;» με γλύκανε.
«Δεν θέλω να δράσω Βαλέρη, να ξέρω θέλω και σε παρακαλώ να μην με αφήνεις απ’ έξω. Αγνοείται ο άντρας μου και εγώ ‘’κυλιέμαι’’ με σένα σαν την χειρότερη τσούλα. Μπαίνεις καθόλου στην θέση μου; Δεν δικαιούμαι τουλάχιστον να μάθω τι σκέφτεται ο εραστής μου;» Η λέξη αυτή βρόντησε ένα άσχημο ήχο στα αυτιά μου, μα ήταν πλέον αργά για να καταφέρω να την αποποιηθώ. Ήμουν μια τεκμηριωμένα, κατ’ εξακολούθηση μοιχαλίδα. Γέλασα από μέσα μου σαρκάζοντας την ιδέα. Είχα αποδώσει επιτέλους τα ίσα στον Βύρωνα χωρίς να το περιμένω. ‘’Μια καλησπέρα στον άντρα σου Μύριαμ κερασμένη από τον εραστή σου…’’ Χανόμουν στις σκέψεις μου και πάλι.
Ο Βαλέρης εκεί μέσα στο λυκόφως της υπαίθρου με έκανε λίγο πιο εκεί. Μισό μέτρο πέρα. Δρόσιζε ο αέρας. Τώρα τα φώτα των αυτοκινήτων έλαμπαν και ο ήχος τους μου χάλαγε την ηρεμία. Με ρώτησε τι ακριβώς ήθελα να μάθω. Μου κρατούσε τους ώμους και είχε ύφος πολύ σοβαρό. Ασυναίσθητα τον συνέκρινα με τον ‘’επίσημο εισαγγελέα’’ που μου έδειχνε το ένταλμα στο σαλόνι του σπιτιού μου.
«Να μου πεις τι σκέφτεστε να κάνατε. Εσύ και ο Τζανής. Να ξέρω τι περνάει από το μυαλό σας θέλω. Τι υποπτεύεστε, γιατί δεν με γελάς εμένα. Κάτι υποπτεύεσθε και δεν μου το λέτε…»
«Θες να βρεθεί ο άντρας σου;»
«Θέλω.»
«Ωραία μην με ρωτάς τότε.»
«Εμένα με υποπτεύεστε ακόμη για κάτι; Αν η Όλια ξανακάνει μήνυση θα με συλλάβεις για την υποτιθέμενη κλοπή στο σπίτι της;»
Μου είπε πως δεν έπρεπε να ανησυχώ γιατί όλα αυτά ήταν πλέον παρελθόν. Η Όλια δεν θα τολμούσε μια τέτοια κίνηση, ούτε και οι ‘’συνεργάτες’’ της. Ήδη είχαν αρχίσει να δρομολογούνται εξελίξεις, αλλά βεβαίως δεν μπορούσε να μου μιλήσει για αυτές διότι έπρεπε να τηρηθεί απόλυτη εχεμύθεια. Το ψάρι ήταν πολύ μεγάλο. Έτσι μου είπε. Αναρωτήθηκα αν με κορόιδευε. Αν ήταν ποτέ δυνατόν να ήμουν μπλεγμένη εγώ σε κάτι τόσο μεγάλο. Όλα αυτά τα σπουδαία ήταν πάντοτε για τους άλλους. Εγώ ήμουν το πολύ για καμία παρανομία στα κρυφά με τα φουστάνια σηκωμένα ή με το παντελόνι στα γόνατα. Χωρίς κιλότα. Αυτό του το είπα και του άρεσε. Τον έκανε να γελάσει και να μου βάλει χέρι. Το συνήθιζα το χέρι του λοιπόν… Το εύρισκα εκτός από ανάρμοστο και ανήθικο, βολικό. Αλλά πάντοτε έτσι δεν ήταν όλα τα απαγορευμένα; Βολικά, επιθυμητά κι ονειρεμένα, έτσι δεν ήταν; ‘’Έδιωξα’’ τον Βύρωνα από το πλάι μου. Τελευταία όλο και ‘τρύπωνε’ στις στιγμές μου χαλώντας μου την μαγεία. Τα δάκτυλα του Βαλέρη ανακάλυπταν το πώς ήμουν από κάτω μου. Μάθαιναν το πόσο εύκολη ήμουν. Ουου…, το έκαναν τα ελεεινά του τα δάκτυλα και εγώ έπεφτα επάνω του λέγοντας του πως ήταν ένας μικρός σατανάς και ένας τιποτένιος άνθρωπος, που δεν άξιζε απολύτως τίποτα στην ζωή του. Για το μόνο που ήταν ικανός, ήταν για να χαλάει την εικόνα των σοβαρών γυναικών στα μάτια τους. Για να τις κάνει να νιώθουν σκουπίδια στις εθνικές οδούς μέσα, ώστε να μην μπορούν να αντικρύσουν κανένα καθρέφτη σε όλη τους τη ζωή. Θα τον επικήρυτταν οι τζαμάδες όλη της οικουμένης για διαφυγόντα κέρδη διότι ο καθρέφτης είναι κατ’ εξοχήν γυναικείο αξεσουάρ… Του επεσήμανα ακόμη εν μέσω ‘’θυέλλης’’ συνεχίζοντας, πως ήταν πραγματικά άξιος για να καταστρέφει κάθε υπόνοια ηθικής κάθε θηλυκού, καθώς στο τέλος θα κατέληγε η οποιαδήποτε, σαν και εμένα, να του ανοίγει όλο και πιο βολικά τα ποδάρια της, την ώρα που κάθε δεύτερο δευτερόλεπτο, θα λουζόταν από τους προβολείς κάποιου διερχόμενου αυτοκινήτου έχοντας το στόμα της ανοιχτό σε παρακλήσεις και παρεννοήσεις. 
Τον είχα εδώ και λίγη ώρα μέσα μου! 
Ξαφνικά. Τόσο ξαφνικά που δεν το περίμενα. Ζούσα μια άλλη ζωή. Μια κοφτή ζωή, γεμάτη δράματα, αγωνίες και ξεσπάσματα. Γεμάτη οργασμούς, δημόσιους έρωτες και ξεφτίλα. Βίωνα την απόλυτη ξεφτίλα και ηδονιζόμουν, ήθελα, σπαρταρούσα. Ήδη τέλειωνα φωνάζοντας βρισιές που δεν τις είχαν ακούσει τα αυτιά μου από το δικό μου στόμα. Δεν είχα φραγμούς στις οδούς μου. Για αυτό βεβαίως θα έπρεπε να ευχαριστήσω τον Βύρωνα που είχε μεριμνήσει για αυτό. Τι ήμουν τελικά; Τι στο διάβολο ήμουν; Ήμουν χειρότερη από την Όλια; Και τι στο διάολο; Είναι η Όλια το πρότυπο ή το μέτρο της σύγκρισης των πάντων;
Ο Βαλέρης με ενημέρωνε σοβαρός πως θα τελείωνε μέσα μου. Εγώ εδώ και ένα λεπτό, ζούσα απολαμβάνοντας τον απόηχο, την γλυκιά θολούρα της αποδοχής του εαυτού μου από εκείνον. Είχα ολοκληρώσει πριν από ένα λεπτό, τότε που τον προκαλούσα να κάνει πιο γρήγορα, πικάροντάς τον πως με τον τρόπο που με ‘’έπαιρνε’’ εκείνος, θα με ‘’έπαιρνε’’ και κάποιος παππούς που θα είχε τύχει να πάρει κάποιο βιάγκρα ληγμένο από την Βουλγαρία ή από το Μεξικό. Τον άκουσα τον Βαλέρη μέσα από τις σκέψεις μου να μου δηλώνει αγωνιώντας πως ‘’ερχόταν’’ και θα το έκανε μέσα μου. Είχε κολλήσει τα μυαλό του στο όνομά μου. «Μύριαμ, Μύριαμ, Μύριαμ.» Μου άρεσε αυτό. Του είπα να το κάνει αν αυτό θα τον ευχαριστούσε, γιατί εγώ μάνα δεν θα μπορούσα να γίνω από κανέναν άντρα που ερχόταν στην ζωή μου μέσα, από εκείνη την οδό. Τελειώνοντας με ρώτησε ‘’τι ήμουν εγώ’’.
«Από τι πάστα σε έφτιαξε ο Θεός;»
 Του απάντησα πως ήταν συνεπαρμένος από τον έρωτα και για αυτό με έβλεπε σαν κάτι το τόσο σπουδαίο. Τον φίλησα στο στόμα. Του έχωσα την γλώσσα μου μέσα, σκεφτόμενη, πως αφού είχα πέσει στον βόρβορο της απιστίας, κρατώντας τα ελαφρυντικά μου σφιχτά για σωσίβιο, τουλάχιστον ας ευχαριστιόμουν και λίγο. Του έχωσα αμέσως μετά την γλώσσα μου στο αυτί του και του ψιθύρισα αν είναι σε θέση να ακούσει τις κόρνες των αυτοκινήτων της Εθνικής. Αφού συγκατένευσε, τον ενημέρωσα χωρίς καμία βιασύνη και με πολύ παιχνιδιάρικη διάθεση πως αν δεν ήθελε, θα μπορούσε και να μην νοιάζεται καθόλου, γιατί κορνάρουν μόνο εκείνοι που βλέπουν τον ολόλευκο κώλο μου να τους γνέφει χαρές. Αμέσως μετά, βιάστηκα να του καταστήσω σαφές, πως αν δεν το είχε καταλάβει, κρατούσε ακόμη με τα χέρια του τον ποδόγυρο του μεταξωτού φουστανιού μου στην πλάτη.
«Με φωτίζουν αγόρι μου.»
Βιάστηκε να αφήσει το φουστάνι μου και σαν μαγεμένος με ψαχούλεψε και πάλι. Τον έσπρωξα και του είπα, για ποια με νομίζει. Του θύμισα πως ήμουν μια κυρία που αναγκάστηκε να ενδώσει γιατί δεν άντεξε στην καύλα της μορφής του, αλλά τώρα πια θα έπρεπε να φεύγει, γιατί υπήρχαν στην ζωή της κυρίας αυτής και άλλα πράγματα εκτός από το σεξ…
Του έδωσα το βρακί μου για ενθύμιο. Αυτό το κόλπο μου το είχε διδάξει η Όλια. ‘’Όταν θέλεις κάποιος να σε θυμάται χάρισέ του το βρακί σου. Την επόμενη θα τον παίζει επάνω του…’’ 
Η μορφή του Βαλέριου είχε κάτι από παιδί. Το ένστικτο της μάνας ποτέ δεν εγκαταλείπει εκείνο της γυναίκας. Συνέλαβα τον εαυτό μου μέσα από την αφωνία της κατάστασης να νιώθει το είδος ενός απροσδιόριστου ενδιαφέροντος για εκείνον. Θα ήμουν χαζή ή υπερβολικά ανθρωπίστρια, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση για το υπάρχον συναίσθημα. Τον ερωτευόμουν. Βρισκόμουν στην αρχή ενός απότομου έρωτα. Αυτό το καταλάβαινα. Κάθε γυναίκα που βάζει ‘’μέσα’’ της κάποιον, έχει διηθήσει την ‘’μορφή’’ του στο μυαλό της και την έχει κρίνει πρέπουσα. Τον ερωτευόμουν μέσα από τις αποδοχές που του χάριζα πλέον αφειδώς. Ήδη πριν από λίγο του είχα ξεγυμνωθεί και ασφαλώς θα ξέρετε (άντρες) πως μια γυναίκα δεν ξεγυμνώνεται όταν πετάει τα ρούχα της στο πάτωμα ή όταν σας αφήνει να της τα βγάλετε. Όχι. Ακόμη και τότε παραμένει ντυμένη. Άντρες, αχ άντρες! Η γυναίκα γδύνεται όταν σας αφήσει να περάσετε στον μυστικό κύκλο της σκέψης της. Σε εκείνο το απόρρητο καλά φυλαγμένο κύτταρο της ακέραιης υπόστασής της. Τότε μιλάμε για κατάκτηση και μόνον τότε… Ο Βαλέρης μόλις είχε περάσει εκείνη την κόκκινη γραμμή και εγώ ένιωθα πια πραγματικά ευάλωτη…
Του πήρα το χέρι και το κράτησα στα πόδια μου πάνω. Τον είδα να ανοίγει το ράδιο. Ο Νταλάρας επέμενε πως δεν είχε δει κανείς καράβι σε βουνό όπως και δεν υπήρχε και ήλιος σαν αχινός. Ο Βαλέρης πήγε να συμφωνήσει μαζί του… Τρελάθηκα!
«Βαλέρη αν συνεχίσεις να συμφωνείς με τον Νταλάρα σε αυτό τον τόνο, σταμάτα να κατέβω.»
Γελάσαμε. Μου υποσχέθηκε πως θα δεχόταν μαθήματα ορθοφωνίας…
Πού έχτιζα Θεέ μου. Πού ετοιμαζόμουν να επενδύσω;                

16 

Δέχθηκα να τον κοιμίσω σπίτι μου, υπό τον όρο πως θα μου μίλαγε όλο το βράδυ και θα είχε τα χέρια του μαζεμένα. «Έλεος Βαλέριε, δεν μπορούμε να έχουμε όλοι τις αντοχές τις δικές σου» Συμφώνησε χαμογελώντας. Είχε λέει να περάσει τόσο καλά πολλά χρόνια. Ξέδινε, ξανάνιωνε, μου είπε και κάτι άλλο πως έκανε μαζί μου, αλλά δεν το θυμάμαι. Α, μου είπε πως τον ξεκούραζα. Να με ερωτευόταν κι εκείνος; Πολύ πλάκα θα είχε. ‘’Η μαμά Μύριαμ με τον καυλιάρη γιό.’’ Θα γελούσε κάθε πικραμένος, μα περισσότερο η Αρχοντία με τον Βύρωνα η οποία θα τον τσίγκλαγε συνεχώς που στραβώθηκε και πήρε εμένα και όχι την στραβοκάνα γειτόνισσα από το Μεσολόγγι με το αυγοτάραχο και τη μακριά μύτη που σήμερα θα είχε γίνει σαν σουγιάς. 
Ο Βαλέρης απαίτησε μια ώρα δικιά του μέσα στο σπίτι το δικό μου. Με παρακάλεσε δηλαδή και την πήρε. Την αφιέρωσε όλη σε μία ακατάπαυστη κουβέντα με τον Τζανή ο οποίος έξω από κάποια πειράγματα με σαχλά αντρικά σεξουαλικά υπονοούμενα, του εξέθεσε την κατάσταση όπως πλέον διαμορφωνόταν. Ο Βαλέρης κρατούσε το ασύρματο τηλέφωνο και γυρόφερνε από το σαλόνι μέχρι την κουζίνα σαν την ξετρελαμένη από τις ευωδιές μέλισσα που κυκλοδρομεί μέσα σε απέραντο κάμπο ή σαν τον άλλο, τον παραδόπιστο εβραίο που έχει γεννηθεί μόνο για να κοιτά κάτω ψάχνοντας μέσα σε έδαφος πάρα πολύ πρόσφορο. Του ξέφευγαν λέξεις. Του ξέφευγαν πολλές λέξεις ασυναίσθητα πάνω στην ορμή της συζήτησης και τις μάζευα όλες σαν το σφουγγάρι την ώρα που χάζευα από το παράθυρο τον μυστικό άντρα της αστυνομίας έξω στο πεζοδρόμιο που κρατούσε τα νώτα μας ασφαλή, αν και αμφέβαλα πλέον για το αν θα μπορούσε σαν μυστικός να γίνει περισσότερο …φανερός. Τέλος πάντων εκείνοι ξέρανε καλύτερα. 
Άκουσα το όνομα του διευθυντή μου. Αντώνης Τζαούζης. Το ήξερα πως θα ήταν μπλεγμένος και αυτός ο κερατάς με το ύφος το περισπούδαστο και το πονηρό βλέμμα. Την γούσταρε την Όλια γι’ αυτό και την είχε προϊσταμένη. Δεν πα να ήταν παντρεμένος με παιδιά λίγο μικρότερα από την δική μας την ηλικία, τίποτα. Το μυαλό του στο ‘κεχρί’. Όποτε τη φώναζε στο γραφείο του ο ήλιος βαριόταν και έδυε. Πρώτα υποχωρούσε η πύρινη σφαίρα και μετά έπαυε το νιτερέσο τους με το λακριντί τους. Τα εξήντα πέντε του χρόνια δεν στεκόταν εμπόδιο στις ορμές του, ούτε και η γυναίκα του, ούτε και η φήμη του. Στο μόνο εμπόδιο που μπορούσε να ελπίζει πλέον η παγκόσμια ηθική, ήταν στην μαλακωμάρα του πουλιού του. Αλλά ο άνθρωπος γενικώς, είχε κατατροπώσει τη φύση σε πολλά σημεία. Ο βρομιάρης αν την γούσταρε θα έπαιρνε βιάγκρα και αν εξακολουθούσε να την γουστάρει και μετά από δέκα ή είκοσι χρόνια όταν πια θα είχε πεθάνει η γυναίκα του και θα είχαν γεράσει και τα παιδιά του μια και το χάπι θα αδυνατούσε να κάνει την δουλειά του, θα φόραγε μασέλες. Κράτσα- κρούτσα. Τώρα που το σκέφτομαι, πάμπολλες γυναίκες θα έχουν ξεράσει από την ανάγκη τους και το άκουσμα εκείνου του απαίσιου ήχου. 
Μπα. Όλα αυτά που σκεφτόμουν ήταν λάθος. Η Όλια δεν θα του καθόταν. Κι αν του καθόταν θα το έκανε για μία φορά. Το ήξερε το κόλπο. Θα πέταγε αγκίστρι με δόλωμα τα μπούτια της και αν ο Τζαούζης επέμενε και έκανε σκληρές διαπραγματεύσεις θα προσέθετε και λίγο αιδοίο. Λίγο, μέσα από ένα δαντελένιο βρακάκι λευκού χρώματος ή κάποιου άλλου σε παλ χρώμα. Όχι μαύρο. Το μαύρο οι γέροι δεν το αντέχουν τους θυμίζει τον χάρο και χάνουνε την διάθεση για συνέχειες. Λέω τώρα.
«Σκάρτες 700.000.»
Κοίταξα με την άκρη του ματιού μου. Ο Τζαούζης είχε ‘’τραβήξει’’ 7 κατοστάρικα;  Το χαρτί. Το χαρτί επαληθευόταν! 
Πήρα τα πάνω μου και άρχισα να ακολουθώ τον Βαλέρη. Είχα γίνει η ενοχλητική ουρά του προσπαθώντας να ακούσω μέσα από το ακουστικό την φωνή του Τζανή. 
«Εγώ σας το έδωσα το χαρτί» πετάχτηκα σαν το ηλίθιο μικρό παιδάκι που αποζητούσε με απόγνωση τα εύσημα. Του κούναγα και τα χέρια μου να με προσέξει κατά τι περισσότερο. Κι αμέσως μετά σκέφθηκα, πως το χαρτί ήταν ακόμη εδώ, επάνω στον καναπέ, άρα ο Τζανής θα είχε από αλλού τις πληροφορίες του.
Ο Βαλέρης μου έδειξε με τρόπο απότομο να μείνω μακριά του. 
Αναγκάστηκα να το κάνω υπό τον φόβο κάποιας προσβολής. Κάθισα στην απέναντι πολυθρόνα μου ξέροντας πως βρισκόμουν στο σπίτι μου και πως εκείνος ήταν ο φιλοξενούμενος και συνεπώς τα δικαιώματά του εναποτίθεντο στην διακριτική ευχέρεια των ευγενών μου συναισθημάτων. Πάει καλά. Περίμενα ακόμη περισσότερο προσπαθώντας να κλέψω προτάσεις και λόγια χωρίς όμως να μπορέσω να καταφέρω τίποτα το αξιόλογο.
Κάποτε όλα τελειώνουν…
Όταν το τηλέφωνο έκλεισε θαρρούσα πια πως η Δευτέρα παρουσία που διατεινόταν όλοι οι αντιπρόσωποι του Θεού έστριβε την γωνία και ερχόταν προς όλους εμάς με θυελλώδεις ρυθμούς.
«Μας γκάστρωσες μωρέ Βαλέρη. Αν το κατάλαβες…»
Δεν είχε όρεξη για αγκαλίτσες, ούτε για φιλάκια, ούτε τίποτα άλλο πιο πονηρό. Φαινόταν να παλεύει να συντάξει τις σκέψεις του ώστε να αποφασίσει για τις επόμενες κινήσεις του.
«Από αύριο πιάνεις δουλειά» του θύμισα. Διέκρινα την ιδέα μιας σύσπασης στο πρόσωπό του που σίγουρα σήμαινε μια συμφωνία χωρίς μυαλό και μία μετάθεση της επαναφοράς του στην πραγματικότητα για λίγο αργότερα. Τον άφησα να κάθεται στην άκρη της μαξιλάρας του καναπέ και βιάστηκα να φέρω δυό μπύρες και λίγο σαλάμι αέρος. Έκοψα κατόπιν και λίγο τυρί για ποικιλία. 
«Πώς και είσαι σίγουρη πως δεν θα έρθει ο Βύρων ο άντρας σου;»
«Μα είσαι κουτός μωρέ Βαλέρη. Αφού τον έχω σκοτώσει. Πώς θα έρθει; Γυρνάνε οι πεθαμένοι;»
Τα ‘έσπασε’ τα χείλια του σκαρώνοντας ένα περίεργο μειδίαμα που έμοιαζε με αναγκαστική γκριμάτσα. Προσπάθησε να μου πιάσει τον κώλο άκεφα και μου είπε πως μου μιλάει σοβαρά. Του είπα στα αστεία πως αν δεν μπορούσε εκείνος να με πηδήξει λόγω της υπερβολικής του κούρασης, θα πήγαινα με τον Τζανή, θα του τα άνοιγα τα πόδια μου τέρμα όπως ακριβώς το έκανε και η Όλια, και θα του αποσπούσα όσες πληροφορίες ήθελα με τον μητροπαράδοτο τρόπο.
«Λες ο Τζανής να πηδάει την Όλια;» τον κοίταξα.
«Την έχεις για εντελώς πουτάνα την φίλη σου έτσι;»
«Αν θες να με κάνεις να θυμώσω συνέχιζε να την υποστηρίζεις»
«Απλά σου λέω πως σαν ελεύθερη μπορεί να κάνει ότι θέλει…»
«Αλλά όχι και να καβαλάει τον άντρα, της καλύτερής της φίλης. Όχι αυτό Βαλέρη, Αυτό όχι.» Είχα σχεδόν το παράπονο στα μούτρα μου και αυτό ήταν η αιτία που ήρθε και με είπε κουτούτσικο, κορίτσι, και μεγάλη του καύλα. Μεγάλοι άνθρωποι ήμαστε θα φοβόμαστε να λόγια μας τώρα; 
«Το χέρι σου Βαλέρη. Το χέρι σου Βαλέρη, πάρε το από εκεί»
Ίσιωσε. «Αν έρθει ο Βύρων την ώρα που κοιμόμαστε τι θα του πεις;»
«Αν με ρωτάς με ειλικρίνεια, θα σου πω πως θα τον ρωτήσω αν είχε περάσει καλά μέσα στα πόδια της φίλης μου, αν όμως με ειρωνεύεσαι, γιατί αρχίζω και σε καταλαβαίνω πια και θέλεις να μάθεις αν ενέχομαι σε κάποια παλιοδουλειά που έχει να κάνει με την εξαφάνιση του Βύρωνα, θα σου πω να πας να σε κοιτάξει κανένας γιατρός. Εξηγηθήκαμε;» σηκώθηκα. «Να πάρεις μαζί σου και τον Τζανή και τον μαλάκα τον ‘’μυστικό’’ από το πεζοδρόμιο γιατί δεν μπορεί να γίνει πιο φανερός. Έτσι να πας να του πεις!»
Κατέβασε μισό ποτήρι μπύρα με μιας και τσίμπησε ένα σαλαμάκι.
«Η υπόθεση βρομάει Μύριαμ. Θα υπάρξει κακουργιοδικείο, να ξέρεις.»
Τον κοίταξα πεταρίζοντας τα βλέφαρά μου. Καταλάβαινα πως η υπόθεση είχε γίνει ‘φευγάτη’ από την ώρα που ντύθηκε κάποιο πτώμα με τα ρούχα του άντρα μου και είχε μαζί του και τον φάκελο της δουλειάς του, με κάποια σχεδόν άχρηστα χαρτιά όπως είπαν οι ειδικοί της σήμανσης, αλλά εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Αν ήθελε η ολόκληρη η Ελληνική αστυνομία ας μου καταλόγιζε ανάρμοστη συμπεριφορά συζύγου και καταδικαστέα έλλειψη σοβαρότητας. Χεστήκαμε. 
Του τα είπα του Βαλέρη: «Φυλακίστε με γιατί ενώ ο άντρας μου ο εξ επαγγέλματος μοιχός αγνοείται εγώ σχεδόν ερωτεύθηκα τον αστυνόμο υπηρεσίας»
«Πώς μπορείς να δηλώνεις ερωτευμένη;»
«Δεν δηλώνω ερωτευμένη αλλά σε θέλω συνεχώς πλάι μου και μετά από τόσες δεκαετίες ζωής, τον ξέρω αυτόν τον κωλόδρομο. Τον ξέρω που θα με βγάλει. Αν μετά από αυτά που άκουσες νομίζεις πως θέλεις να φύγεις, φεύγα Βαλέρη. Φεύγα όσο είναι ακόμη νωρίς. Έτσι ξεκινάει ο πούστης ο έρωτας. Αργά και κατόπιν σε δένει. Σε κάνει ξεφτίλα. Σε αφήνει να περιμένεις ένα τίποτα μέσα στον δρόμο καπνίζοντας. Σε κάνει να λυπάσαι τον εαυτό σου, να γίνεσαι αν δεν έχεις ανταπόκριση, ο ναρκομανής που βλέπει, που καταλαβαίνει, και που αδυνατεί να ξεφύγει. Αυτό θέλεις να ζήσουμε; Αυτό; Τον έχεις μετρήσει τον πόνο; Τον μέτρησες ποτέ σου; Μπορεί να είναι καλύτερα και για τους δυό μας αν πάψει εδώ πριν καν αρχίσει… Άλλωστε εμείς μέλλον δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσουμε. Μην ξεχνάς πως είμαι παντρεμένη…» Τα μάζεψα τα μάτια μου. «Φύγε αν νοιώθεις πως δεν μπορείς. Τίποτα δεν μπορώ να ξέρω. Τίποτα»
Με πόνο του τα έλεγα κερδίζοντας το άλλοθι, αλλά από την άλλη φοβόμουν μην και με παρατήσει μονάχη. Μην φοβηθεί και φύγει και πάει να χωθεί στην σιγουριά κάποιας νεώτερης περισσότερο σφικτοκαμωμένης, με λιγότερα χρόνια στην πλάτη της και μικρότερες ερήμους. Δαγκωνόμουν μέσα μου να πει πως ‘’θέλω να μείνω, πως δεν με νοιάζει, πως θέλω να είμαι μονάχα δίπλα σου,’’ για να νοιώσω ξανά έφηβη, γυναίκα, θεά. Με τον Βύρωνα μάλλον μας έδενε το μυαλό. Τον θαύμαζα και αυτός ο θαυμασμός για το άτομό του λειτουργούσε μέσα μου σαν φυσικό διεγερτικό. 
«Πριν από λίγο δεν μου είπες πως τον σκότωσες τον άντρα σου; Άρα είσαι χήρα. Μια πολύ σέξι χήρα και ενδεχομένως πολύ πλούσια… Αν θέλω λοιπόν εγώ γιατί να μην έχουμε μέλλον;»
Να είχανε ψάξει την περιουσία του Βύρωνα; Να είχανε βρει και τους κρυφούς λογαριασμούς που ήξερα πως διατηρούσε σε πολλά μέρη του κόσμου; Μου φαινόταν αδύνατον, αλλά και από την άλλη όποιος υποτιμά τον αντίπαλο την παθαίνει. Να τσακώνανε έτσι εύκολα τον Βύρωνα δύο νεαροί αστυνόμοι; Μπα, απλά γινόμουν υπερβολική. Τα λεφτά του Τζαούζη όμως τα βρήκαν. Τους έκοψε να ψάξουν πριν τους αποκαλύψω εγώ το μυστικό και έχασα το ‘’μπράβο’’ μέσα από τα χέρια μου. 
«Πιστεύω πως ο Βύρωνας κρύβεται. Δεν θα ρισκάριζε μια επίσκεψη στο σπίτι μου μετά από όλα όσα έχουν συμβεί και δεν μιλάω βεβαίως για την απιστία του. Αυτή θα έκανε τόση ζημιά, όσο και ένα ποτήρι νερό στην καταιγίδα» του μίλησα ξεκάθαρα και ανοιχτά. Ο Βαλέρης έπιασε τον τόνο της φωνής μου στον αέρα και το πρόσωπό του στρογγύλεψε. Με πίστεψε. Και αυτός το ίδιο πίστευε. Πως κρυβόταν να περάσει η μπόρα. Για να δει τι θα κάνει. Βεβαίως και είχε καταλάβει πως ο Βύρων ήταν ψυχρός υπολογιστής και απορούσε πως την είχε πάθει έτσι ένας τόσο λεπτολόγος άνθρωπος.
«Τι εννοείς πώς να την πάθει έτσι;» αναρωτήθηκα.
«Να, που τον έπιασες λέω στα πράσα με την φίλη σου. Που τον τσάκωσες.»
Του έκανα κουβεντιάζοντας μια διαδρομή που ξεκινούσε από την γέννηση του κόσμου και κατέληγε στο ρητό που μιλούσε για νοικοκυραίους, για κλέφτες και για αγάπες. Γέλασε ένα γέλιο όμορφο. Τον συμπάθησα και ξάπλωσα μέσα στην αγκαλιά του. Καλύψαμε όλο το μήκος του κεραμιδένιου καναπέ μου. Του είπα πως ένοιωθα πολύ κουρασμένη και πως το μόνο που έπαιρνα από εκείνον ήταν σιγουριά και γαλήνη. Τίποτα άλλο.
Παρεξηγήθηκε σαν άντρας που ήταν. Θα προτιμούσε να έπαιρνα από εκείνον μόνο πουλί και όλα τα άλλα ας πήγαιναν στο διάολο. Ας τα έπαιρνα από όποιον κερατά ήθελα…
«Ο άντρας είναι το πουλί του και τίποτα παραπάνω, έχεις δίκιο Βαλέρη.»
Ανάψαμε τηλεόραση και χαλαρώσαμε. Το είχαμε ανάγκη και οι δύο. Αύριο η μέρα θα ήταν μεγάλη σε μήκος για όλους μας.

17

Όλο το βράδυ πάλευα να μην υποκύψω στην δολιότητα των συγκρίσεων. Ο Βαλέρης ήταν έτσι, ο Βύρων τόσα χρόνια ήταν αλλιώς. Αυτή η ψυχοφθόρα διαδικασία που το άρωμα της κρατάει από τότε που φτιάχτηκε από το Θεό ο δεύτερος άντρας, μόνο ζημιά μπορούσε να μου κάνει. Το μόνο που κατάφερνε ήταν να με γεμίζει τύψεις και το έκανε αυτό την στιγμή που γνώριζα πως δεν ήταν ούτε η κατάλληλη ώρα να αποφασίσω, ούτε το κατάλληλο λεπτό να κρίνω τις πράξεις μου, γιατί οι σκέψεις μου δεν είχαν ούτε την ασφάλεια αλλά ούτε και την στοιχειώδη μορφή αντικειμενικότητας. Και δηλαδή πώς θα μπορούσαν να έχουν; Συγκρίνεται το χέρι στο στήθος και η αγκαλιά η φρέσκια με την από ετών συζυγική μοναξιά; Δεν σας το είπα ε; Με τον Βύρωνα κοιμόμαστε χρόνια κώλο με κώλο. Άλλο πράγμα το σεξ και άλλο η συντροφική προσέγγιση, η επαφή να πούμε. Άλλο πράγμα η έκσταση της στιγμής και άλλο η διαχρονική συμπάθεια και ο εκατέρωθεν ‘’πόνος’’. Έτσι δεν είναι; Έτσι είναι.
 Ύπνος με πήρε το ξημέρωμα. Όλο το βράδυ μετρούσα τις ανάσες του άντρα στο πλάι μου, μύριζα την μυρωδιά του σαπουνιού στο σώμα του και σκεφτόμουν όλα εκείνα που σας κρατάω κρυφά, γιατί μη νομίζετε πως σας τα φανερώνω όλα.
Σαν άνοιξα τα μάτια μου ο Βαλέρης έλλειπε. Έψαξα στον καθρέφτη του μπάνιου για ένα τυπικό ‘’πέρασα υπέροχα’’ γραμμένο με το κραγιόν μου όπως είχα δει παλαιότερα σε ταινίες. Τίποτα. Στριφογύρισα το σπίτι για ένα σημείωμα με πλούσιο συναισθηματικό περιεχόμενο ή έστω με κάποιο άλλο που θα είχε μια έστω φθηνή πρόστυχη επισήμανση. ‘’Μ’ άρεσε ο τρόπος που με έγλυψες’’ για παράδειγμα… Τίποτα και απ’ αυτό. Κοίταξα το τραπέζι για ένα γλυκό. Μια μπουγάτσα για πρωινό ας πούμε… Λυπήθηκα, αλήθεια σας λέω. Ήθελα κάτι που να με κάνει να πιστέψω πως όλα αυτά δεν είχαν μονάχα μία πλευρά. Τη δική μου. Σύρθηκα στο κρεβάτι μουτρωμένη. Χουζούρεψα για λίγη ώρα ακόμη και ξανασηκώθηκα. Είχα δουλειές να κάνω…
Πρώτα απ’ όλα τηλεφώνησα στην Έρικα. Η φωνή της ήταν συναρπαστική. Με ξάφνιασε η γλυκύτητα με την οποία αποδεχόταν τις κλήσεις της. Μια νεαρή με χάρισμα, με φωνή που από μόνη της σκέφθηκα, πως θα βάζει τους άντρες στο γνώριμο κανάλι της προσμονής. 
«Η Μύριαμ είμαι Έρικα, τι κάνεις;»
Καλά έκανε. Πολύ χαιρόταν που με άκουγε και με ρώτησε σχετικά με την ζωή μου. Από την φωνή της καταλάβαινα πως ήταν σχεδόν ευτυχισμένη. Την ρώτησα για την σχέση της και αμέσως μετά για την κυρία Καραϊλή.
«Έρχεται στην δουλειά;»
«Πως, εδώ είναι καθημερινά, μόνο που δεν ασχολείται με εμάς τόσο πολύ όσο πρωτύτερα. Με τον κύριο Τζαούζη μιλάει σχεδόν όλη την μέρα. Κάτι γίνεται από τότε που έφυγες Μύριαμ. Έχουν έρθει τεχνικοί από κάποια εταιρία υπολογιστών και κάτι ψάχνουν. Εχθές μας σήκωσαν όλους έναν ένα από τις θέσεις μας και κάθισαν αυτοί. Σήμερα ήρθε και ένα ολόκληρο κλιμάκιο της αστυνομίας. Η Όλια τώρα εκεί είναι. Μαζί τους. Στο γραφείο του Τζαούζη ξέρεις.» 
Αν μιλούσα με την ‘’Τσίχλα’’ την ιδιαίτερα της Όλιας, θα της έλεγα να μην ανησυχεί. Θα επέμενα πως διέρρευσε το μυστικό πως η Όλια έκανε τις καλύτερες πίπες της Μεσογείου και είχε μαζευτεί όλο το τσιγκαναριό να απολαύσει στόμα και μάτια. Ευχαρίστησα την Έρικα, λέγοντάς της πως χάρηκα που ήταν καλά και πως θα την πάρω τηλέφωνο για ένα καφέ. Έδειξε να χαίρεται που έμοιαζα να ξεπερνάω το σπουδαίο δράμα της ζωής μου, δράμα, που πλέον το είχε μάθει ολόκληρος ο όροφος και ίσως και ο από κάτω, εκείνος, του κυρίου Σαρόγλου. ‘’Ρόμπα’’ δηλαδή η κατάσταση, να μην γελιόμαστε.
‘’Πού είσαι ρε Βύρωνα. Πολύ ήθελα να ήξερα πού είσαι’’. Η σκέψη αυτή με βασάνιζε. Δεν ανησυχούσα πια και μπορεί η αιτία να ήταν η επιπόλαιη σχέση μου με τον Βαλέρη, μπορεί η επισφαλής σιγουριά μου πως ήταν ζωντανός και ίσως η ιδέα πως μετά από όλο αυτό το νταβαντούρι ο γάμος μου θα έπρεπε να περάσει σε κάποια άλλη φάση. Εκείνη του διαζυγίου ή της συναινετικής ζωής. Από το μυαλό μου περνούσε ακόμη η ιδέα να τον έχει σπιτωμένο κάπου η Όλια πασαλειμμένο με τα σερμπέτια του κώλου της ή εκείνος δηλαδή να την κρατούσε κρεβατωμένη στο πλάι του απολαμβάνοντας διακοπές, κανονίζοντας παράλληλα την ζωή μας μέσα από τα πλήκτρα κάποιου ισχυρού υπολογιστή. Τίποτα δεν θα έπρεπε να μας ξενίζει. 
Αποφάσισα να δω την Όλια. Θα την έστηνα στο σπίτι της από κάτω με την πρόφαση να της δώσω το κλειδί ώστε να μην κατηγορηθώ και για τίποτα άλλο. Μπορεί και να έμπαινα και πάλι μία φορά μέσα, για τελευταία φορά. Μπορεί και όχι όμως αν φοβόμουν την  τελευταία στιγμή. 
Κοίταξα το ρολόι και είδα πως είχα αρκετό χρόνο.
Τηλεφώνησα στον Κωνσταντίνο τον άντρα της. Μου ήρθε άξαφνα η ιδέα πως ίσως εκείνος να ήξερε κάτι που δεν γνώριζε πως είχε αξία και πάνω στην χαρά του ακούσματος της φωνής μου να μου το πετούσε στο ‘’έτσι’’.
«Καλημέρα Κωνσταντίνε. Η Μύριαμ είμαι» Έδειξε να ξαφνιάζεται. «Ήθελα να σε ρωτήσω αν είσθε όλοι καλά και πως τα περνάτε… Καιρό έχουμε να τα πούμε. Δεν έχουμε;»
Τον άκουσα ‘μαγκωμένο’ να μου απαντάει πως όλα ήταν καλά και πως τα περνάει πολύ ωραία. Πολύ τυπικός μου φάνηκε και το λέω αυτό γιατί ο Κωνσταντίνος πάντα ήταν πολύ ομιλητικός μαζί μου σε σημείο να νομίζω πως πολύ θα ήθελε να με συνοδεύσει σε κάποιο δείπνο, σε ένα χορό ή σε κάποιο καλό ξενοδοχείο τέλος πάντων για να μην περιττολογούμε ώστε να μου σηκώσει τα πόδια ψηλά. Κανένας άντρας δεν κερνάει κρασί τζάμπα. Νόμος. 
«Τα παιδιά καλά Κωνσταντίνε;»
«Καλά είναι τα έχω στείλει διακοπές στο χωριό στην μάνα μου. Ξέρεις τώρα πως είναι οι μεγάλοι άνθρωποι με τα εγγόνια τους…»
Το μικρό βεβιασμένο γελάκι που συνόδευσε την χαριτωμένη του βλακεία δεν με αποσυντόνισε. Τον ρώτησα στα ίσια αν ξέρει πως η Όλια πάρθηκε με τον  Βύρωνα στο γραφείο της. Μου απάντησε μασημένες απαντήσεις και μου φάνηκε πολύ περίεργο που είχε χάσει την άνεση που θα έπρεπε να έχει ένας από χρόνια χωρισμένος. Ήταν εμφανές μια ιδέα την είχε…
«Κωνσταντίνε έγινα σαφής;» Επέμενα χοντραίνοντας το παιχνίδι. Είχα ήδη σηκωθεί όρθια. «Ο φίλος σου και άντρας μου, πήρε τη τέως σου και από πίσω και από μπρός. Τον έχω σε φωτογραφία να της τον χώνει στο στόμα. Μήπως αυτό σου ξυπνάει την ιδέα πως οι όψεις τους θα βγουν διαδίκτυο ώστε να μπορεί ‘’τον παίζει’’ μαζί τους ο κάθε μαλάκας;»
Μου το ‘κλεισε. Ο Κωνσταντίνος που πάντα πίστευα πως ήθελε να με στριμώξει μου το ‘κλεισε. Διάολε τι γινόταν; Σε άλλη περίπτωση θα μου έλεγε να βγούμε να ενώσουμε τις πίκρες μας και μετά το δεύτερο μπουκάλι κρασί τα κορμιά μας. Εδώ κάτι γινόταν. Και καλά, τα παιδιά του δεν είχαν σχολείο; Πώς διάολο τα είχε στείλει στην μάνα του; Τι γινόταν διάολε; Για τόσο ηλίθια με περνούσαν όλοι;
Έμεινα σκεφτική. Είπα να μαγειρέψω να περιμένω να περάσει λιγάκι η ώρα. Δεν άντεξα και πήρα τηλέφωνο τον Βαλέρη. Κλειστό το είχε. Ευκαιρία για μαγείρεμα μετά μπάνιο και δρόμο. Θα έδινα την μάχη μου με την Όλια. Θα το είχα το πάνω το χέρι. Ο αιφνιδιασμός ήταν με το μέρος μου.

Ο Βαλέρης δεν σήκωνε ακόμη το τηλέφωνο –δυό ώρες είχαν περάσει- και αυτό με έβαζε σε υποψίες. Ο Βύρων επίσης, αλλά αυτό επι του παρόντος το άντεχα γιατί είχε γίνει ρουτίνα. Βρόντησα την πόρτα του αμαξιού μου και σκέφθηκα μήπως και είχα κάνει λάθος για τον αντίγραφο φάκελο που είχα δώσει στον Βαλέρη. Χίλια ‘’αν’’ με γυρνούσαν σαν τις μέλισσες το πατητήρι, στις αρχές του Σεπτέμβρη.
 Ήδη οδηγούσα δίχως ράδιο και χωρίς να έχω αποφασίσει ακόμη αν θα αφήσω την Όλια να με βρει στο σπίτι της μέσα η στην πόρτα της την πάνω, να παίζω με τα κλειδιά της στα σκαλιά των πολυτελών μαρμάρων της εισόδου της. ‘’Μου λείπει ο Βύρων, Όλια, και είπα να πάρεις την θέση του στα πόδια μου μέσα γιατί εσύ φταις για όλα’’ Χαμογέλασα. Πολύ θα ήθελα να είχα το θάρρος να της το πω έστω και για πλάκα, όπως πάρα πολύ θα ήθελα να παραμείνω κρυμμένη στο αδιάκριτο και να δω μια ολάκερη μέρα της με ασφάλεια. Από το πρωινό της μπάνιο, μέχρι το βραδινό της πήδημα. Να γινόμουν λεσβία με την φίλη μου την παιδική; Να δρομολογούνταν σεξουαλικές εξελίξεις στην μεσόκοπη Μύριαμ; Πολύ θα γελούσαμε. Πάρα πολύ. Μπα, κουταμάρες, αλλά η ιδέα εξακολουθεί να μ’ αρέσει να εξηγιόμαστε. Διάολε. Με φαντάζομαι τώρα που οδηγώ να κάθομαι στα σκαλιά της και να χαϊδεύομαι στην μνήμη του γυμνού κορμιού της, με τα πόδια ανοιχτά σαν καμιά ξεχαρβαλωμένη στα μυαλά ηλίθια κυράτσα. Φρενάρισα απότομα. Παραλίγο να τρακάρω. Τέλος σε όλα βλαμμένη. Τέλος. Η πολύ φαντασία σκοτώνει. Πρώτα η δουλειά και το βράδυ ο Βαλέρης. Αυτόν άσε τον να σε πηδάει από το πρωί μέχρι το βράδυ. Δώσε του το πάσο να περνάει από όποια πόρτα θέλει να ησυχάσεις. Δώσε σε όλους το δικαίωμα να σε παίρνουν με την σειρά, στα υπόλοιπα χρόνια που σου μένουν να ζήσεις. Στον Βαλέρη, στην Όλια και στον Βύρωνα, όλοι μαζί. Γαμημένε Σατανά. Σε συμπλέγματα ατελείωτα από εκείνα που φιλιώνουν τους εχθρούς. Σύνελθε Μύριαμ… Μαζέψου…
Έφτασα σώα. Θεέ μου τα κατάφερα.
Η Όλια. Να τη! Στο τσακ που λένε. 
Βγήκα γρήγορα κι έτρεξα ξωπίσω της την ώρα που έβαζε το κλειδί στην εξώπορτά της.
«Όλια.»
«Εσύ; Πώς τολμάς;»
Τι θράσος Παναγίτσα μου; «Εγώ πώς τολμάω; Ξεχνάς τις θέσεις μας μου φαίνεται…»
Έκανε να φύγει. Της είπα πως ήθελα να της μιλήσω, πως ανησυχούσα για τον Βύρωνα. Έκανε μια δεύτερη προσπάθεια να φύγει και της άρπαξα το μπράτσο.
«Παράτα με βλαμμένη.» Τα μάτια ήταν πράσινα ακόμη και στον θυμό της. Τα χείλια κόκκινα σαν μόλις να είχε βάλει κοκκινάδι. Το μόνο που στράβωνε ήταν το στόμα της μια ιδέα προς τα αριστερά, σα να είχε μια ελάχιστη πάρεση. 
Θα γινόμαστε θέαμα στην μέση του πεζοδρομίου και εκείνη δηλαδή περισσότερο γιατί φορούσε μία κοντή φούστα μέσα από ένα ριχτό σάλι που χρειαζόταν μόνο για την κάλυψη των αναγκαίων στον δρόμο, ενώ εγώ παντελόνι τζην. Αν κυλιόμασταν κάτω το δικό της βρακί θα έπαιρνε αέρα. Αν φορούσε δηλαδή. Αν…
«Τι θέλεις από εμένα μπορείς να μου πεις; Σήμερα ήταν η αστυνομία στο γραφείο όλη την μέρα. Για ένα γαμοπήδημα… Όλο το προσωπικό με είδε στις αναρτήσεις που έκανες, οι πιθανότητες να χάσω την δουλειά μου είναι τεράστιες ηλίθια κι όλα αυτά γιατί πίστεψα τον άντρα σου.»
Έμεινα κάγκελο. Την έβλεπα να ωρύεται και αυτός ο ξεσηκωμός των νεύρων της δεν είχε τίποτα από μετάνοια ή από υποχώρηση. Η Όλια βρισκόταν καθαρά στην επίθεση. ‘’Μύριαμ ήρθες για μαλλί και βγήκες κουρεμένη.’’ Το πήδημα και η απάτη έδειχναν να ήταν πολύ παλαιά επεισόδια στο σήριαλ που παιζόταν. Η υπόθεση ήταν ήδη προχωρημένη… Αυτό αρνιόμουν να το δεχτώ. 
«Τι έκανες λέει;» της πέταξα μπερδεμένη. Εδώ μας παίρνουν και σώβρακα.
«Γιατί πίστεψα τον άντρα σου ηλίθια. Τίποτα δεν ξέρεις… Θεέ μου πόσο ηλίθια είσαι!»
«Όλια, έστειλες να μας σκοτώσουν…» της αντιγύρισα. 
Μου είπε να ανέβουμε επάνω, αφού πρώτα με είπε παρανοϊκή. Επιτέλους, αυτό περίμενα. Να βρω χρόνο να ξεδιαλύνω με ηρεμία τα πράγματα. Πάντως μεταξύ μας θα πρέπει να κακολογήσω τον εαυτό μου ή να τον βάλω μια καλή τιμωρία αναγκάζοντάς τον να παρακολουθήσει τουλάχιστον δυό συνεδρίες στο ανάκλιντρο κάποιου περιφανή ψυχολόγου, διότι μέσα σε όλο τον προδιαγραφόμενο χαμό και τις καταιγιστικές εξελίξεις, εγώ καθώς ακολουθούσα την νευριασμένη Όλια, παρακολουθούσα με προσοχή τον κώλο της. Αυτή η λανθάνουσα ‘’ερωτική’’ προσκόλληση στην τέως φίλη μου, είχε ανδρωθεί μετά την απιστία του Βύρωνα κατά κάποιον πολύ περίεργο τρόπο. Είχε ξεκινήσει για πλάκα από μία αυτοκαταστροφική προσπάθεια των υγειών συναισθημάτων μου και κατέληγε χωρίς καν να το πιστεύω σε μια εντελώς βλαμμένη έμμονη ιδέα, που όμως έφτανε σε σημείο να με ερεθίζει. Να τρελαθούμε δηλαδή. Να τρελαθούμε εντελώς…
Το σπίτι της, ήταν το γνωστό σπίτι-μπουρδέλο. Ακόμα και με όλες τις μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα ανοιχτά, δεν κατάφερνε να αποβάλει το ερωτικό στοιχείο και τον ήχο των πολλαπλών οργασμών που ηχούσαν στα αυτιά μου. Παντού, από κάθε γωνιά του ξεπεταγόταν και μία φωνή έκπληξης ερωτικής. Να τρελαίνομαι διάολε; Να μου έχει κάνει τόσο ζημιά το κέρατο που έφαγα από τον Βύρωνα; 
Η Όλια, δεν έκανε τον κόπο να μου προσφέρει καφέ. Ούτε κι εκείνη έβαλε τίποτα μπροστά της. Ήμουν σίγουρη πως πεινούσε αλλά ήρθε και κάθισε απέναντί μου με τα πόδια της κολλητά και την τσάντα της στο πλάι. Την παρακολουθούσα να παίρνει ανάσες ανάβοντας μηχανικά ένα τσιγάρο που θα άναβε αν δεν ήμουν εγώ εκείνη την ώρα εκεί. Σχεδόν έφτυσε τον καπνό κάπου στο πλάι, σε κάποιο σημείο που δεν είχε καμία απολύτως σημασία. Ήταν προφανές πως έψαχνε τα λόγια της ή το μέρος από όπου και έπρεπε να ξεκινήσει. Ήξερα, πως στο χαμηλό τραπεζάκι που βρισκόταν μπροστά μας και που ήμουν σίγουρη πως είχε αφήσει μερικές δεκάδες από τους καλούς της οργασμούς –γιατί την είχα για εύκολη στο θέμα αυτό- θα έπεφταν, πολλά θέματα. Με παρακάλεσε θερμά με ήρεμο τρόπο να μην την διακόψω και να έδειχνα καλή θέληση γιατί τώρα πια που είχαμε γίνει ρόμπες μεταξύ μας λίγη ειλικρίνεια  δεν θα έβλαπτε. Λίγη! 
Μου είπε πως της ρίχτηκε ο Βύρων. Πως ενέδωσε μετά από μια πολυήμερη πολιορκία του. Μου είπε πολύ απλά πως την κορόιδεψε με τον χειρότερο τρόπο. Πως την εξαπάτησε και πως έπρεπε να πληρώσει. Πως είχε βάλει εκείνος κάμερες και στο σπίτι της και στο γραφείο της και ακόμη πως είχε μπλέξει με κάποιο τρόπο που δεν ήξερε και το αφεντικό της τον αξιοπρεπή κύριο Τζαούζη και κατόπιν είχε εξαφανισθεί. Επέμενε πως δεν ήξερε τίποτα για το πτώμα του άντρα που είχε βρεθεί πασαλειμμένο με τα υπόλοιπα κάποιου πολύ πλουσίου εδέσματος πάνω σε κοινές μαύρες σκουπιδοσακούλες. Μου είπε ακόμη πως ειλικρινά λυπόταν και πως από την όλη κατάσταση η οποία διαμορφωνόταν, εκείνη έβγαινε πολλαπλά ζημιωμένη.
«Για ένα γαμοπήδημα ρε. Δεν το χωράει ο νους μου»
Έδειχνε ειλικρινά μετανιωμένη καθώς κοιτούσε το διαμέρισμά της σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά. Το τσιγάρο ήταν η μόνη διέξοδος.
«Μου έκλεψες χρήματα Μύριαμ. Παραδέξου το»
«Η μόνη ζημιά που έκανα ήταν που άδειασα το λιπαντικό σου στο μαξιλάρι σου. Για αυτό χρέωσέ με.»
Μου είπε πως δεν ήμουν ειλικρινής απέναντί της. Μου μίλησε για τον φάκελο που της πήρα και της είπα πως καλά έκανα και τον πήρα γιατί το σπίτι της το έψαχναν κι άλλοι εκείνη την μέρα και παρα λίγο να με πιάσουν κιόλας.
«Μπορεί τα λεφτά να στα πήραν εκείνοι…»
Με είπε ψεύτρα του κερατά, τόσο ήρεμα όσο θα το έλεγε και κάποιος άνθρωπος που είχε χάσει τη κάθε του ελπίδα. «Τα λεφτά έλειψαν πριν έρθουν εκείνοι που λες Μύριαμ και μεταξύ μας, πολύ αμφιβάλω αν πράγματι ήρθε και κανείς άλλος»
Ήταν προφανές πως οι άνθρωποι που έψαχναν το σπίτι της τότε ήταν ή άξιοι επαγγελματίες ή με δίπλωμα στα οικοκυρικά ή η Όλια μου έλεγε ψέματα πως δεν είχε καταλάβει τίποτα και πως όλα ήταν το ίδιο τακτοποιημένα…
«Με τον Βύρωνα φλερτάριζες Όλια, ποτέ σου δεν τον ξέχασες. Όλα μου τα χρόνια τον μοιραζόμουνα μαζί σου. Δε ήσουν φίλη… Όχι δεν ήσουν φίλη»
Δυσανασχετούσε. Ήταν φανερό πως το θέμα του Βύρωνα την ενοχλούσε από όποια πλευρά και αν το πιάναμε. Άναψε κι άλλο τσιγάρο. Της είπα σαν κάποια πολύ καλή φίλη που νοιαζόταν για εκείνη, πως θα έπρεπε να βάλει κάτι στο στόμα της, λίγο ψωμί με λίγο τυρί κίτρινο ή λευκό ή έστω κανένα κομμάτι πίτσα με μπέικον να την ‘’πιάσει’’. Το στομάχι της δεν το σκεφτόταν; 
Τα πελώρια σμαραγδένια μάτια της απόρησαν και για μερικά δευτερόλεπτα έμοιαζαν να αιωρούνται σε ένα απέραντο κενό, κατόπιν μάλλον σαν να κατάλαβε, θεώρησε πως το έλεγα περισσότερο από κακία γιατί θα την προτιμούσα παχιά και άσχημη και όχι όπως ήταν, κομψή και απολύτως αποδεκτή από τον ανδρικό πληθυσμό.
«Έπιασα το μήνυμά σου στο δεύτερο κινητό του. Στο κινητό που είχατε για να συνεννοείσθε πίσω από την πλάτη μου…»
Βιάστηκε να με διακόψει και πνίγηκε από καπνό της. Τίναξε την στάχτη της και μου είπε πως όλα αυτά ήταν νοητικά αποκυήματα κάποιας ανώμαλης ή κάποιας γυναίκας που είχε πρόβλημα μανιοκατάθλιψης και σε καμία περίπτωση υγιείς φαντασιοπληξίες, της μέχρι πριν από λίγες ημέρες φίλης της. Επέμενε πως ο Βύρων ήταν ένας εγκληματίας του κοινού ποινικού κώδικα και πως κινδυνεύαμε όλες μας από την αίγλη της παραπλάνησής του. 
«Το μόνο που μπορεί να πάθει κάποια από τον Βύρωνα είναι καλό πήδημα.» της τόνισα. «Φαντάζομαι πως το ξέρεις από πρώτο χέρι αυτό»
Την ρώτησα αν ήξερε που βρισκόταν τώρα ο άντρας μου. Μου απάντησε ξερά πως όχι, δεν είχε ιδέα και πως δεν θα της έκανε καθόλου εντύπωση αν υπεξαιρούσε την τράπεζα που βρισκόταν στην παραδίπλα γωνία ή σάλιωνε την γυναίκα του διευθυντή της. Τον έψαχνε και εκείνη λέει, για να κλείσει άλλου είδους λογαριασμούς μαζί του. Άλλου είδους…
Την ρώτησα αν πίστευε πως υπήρχε περίπτωση να δώσω βάση στα λόγια της και ακόμη αν με είχε για τόσο χαζή. Μου απάντησε πως ‘’ναι’’...
«Ναι. Και για χαζή σε έχω και πως πρέπει να δώσεις βάση στα λόγια μου. Επιμένω.»
Κουρασμένη έγειρε πίσω στην πλάτη του καναπέ. Ανέβασε το ένα της γόνατο πάνω στην μαξιλάρα και στήριξε το κεφάλι της με το χέρι που κρατούσε το τσιγάρο. Τώρα έδειχνε ευάλωτη. Τα είχε παίξει τα χαρτιά της. Είμαι σίγουρη πως δεν νοιαζόταν για τίποτα. Ούτε για το άμεσο μέλλον της, ούτε για το κόκκινο βρακί της που άφηνε μια τρίγωνη θέα στα μάτια μου. Γυναίκες ήμασταν, τέως φιλενάδες και σίγουρα όχι λεσβίες. Γιατί να νοιάζεται λοιπόν; Δεν με ξεγελούσε η επιφανειακή της παράδοση και πολύ θα ήθελα να την ρωτήσω αν φορούσε κάθε μέρα κόκκινα βρακιά ή μονο εκείνες που συναντούσε τον Βύρωνα κρυφά, γιατί το κόκκινο ήταν το χρώμα του. Αυτό δεν ήταν δα και κανένα μεγάλο μυστικό. Όλες όσες είχε γαμήσει το ήξεραν και μάλιστα κάποιες από αυτές και πρωτύτερα, για να έρθουν κατάλληλα προετοιμασμένες. Σε λίγο μέσω μερικών σχολίων στο ίντερνετ, θα το γνώριζε και ολόκληρη η υφήλιος. ‘’Ο κύριος Αλημενάκης αρέσκεται στο κόκκινο βρακί’’
Πριν προλάβω να μιλήσω η Όλια κατέπεσε. Αναστέναξε δύο φορές και έμεινε να κοιτάζει το άπειρο. Μουρμούρισε κάτι που δεν άκουσα καλά. Κάτι σαν ‘’όχι ρε πούστη μου ή γιατί ρε πούστη μου’’.
Καθώς την παρακολουθούσα, η μορφή της ξέθαβε από τον καλό μου εαυτό μία ιδέα λύπησης. Πώς θα ένιωθε μια προϊσταμένη όταν ήξερε πως με όποιον μιλούσε στην άκρη του μυαλού του θα είχε την εικόνα το στόματός της γεμάτη από το πέος ενός άντρα; Ή ακόμη χειρότερα όταν γνώριζε ότι ο συνομιλητής της ήξερε πως αριστερά από το αιδοίο της, όπως στεκόταν γυρισμένη επάνω στον ακριβό της γραφείο παθητικά παραδομένη, υπήρχε ένα  μικρό λεκεδάκι μεγέθους πεντάρας στο δέρμα της ίσως εξ’ αιτίας μιας σπάνιας κληρονομικότητας σε ολόκληρο το γένος της; 
«Δεν ήξερα πως το δεύτερο κινητό του άντρα σου ήταν κρυφό. Σκέψου Μύριαμ, πόσοι επιχειρηματίες έχουν και δύο και τρία κινητά; Γιατί θα έπρεπε να υποπτευθώ κάποιον με δύο από αυτά; Και γιατί στο τέλος θα πρέπει να το χρεώνομαι και αυτό δηλαδή. Δεν το καταλαβαίνω…»
«Εγώ πιστεύω πως εσύ του έδωσες την συσκευή ή εσύ τον προέτρεψες να την πάρει. Μπορεί και να την είχατε από τότε που με παντρεύτηκε. Μπορεί και ποτέ να μην χωρίσατε. Ποιός ξέρει;»
Κατέβασε το πόδι της ενώ κουνούσε το κεφάλι της με νόημα. Με κοίταξε στα μάτια. Έδειχνε περισσότερο αποφασισμένη πως μάλλον δεν θα έβγαζε άκρη με εμένα. 
«Να μου φέρεις τα λεφτά μου, αν με απολύσουν θα έχω πρόβλημα μέχρι να βρω άλλη δουλειά…» Στην άκρη της πρότασής της κρεμόταν ακέραια η νότα της επιτακτικής παράκλησης. Της παράκλησης εκείνης που αν δεν ικανοποιούταν, θα μπορούσε εύκολα να μεταλλαχθεί σε απειλή.
Ήταν η σειρά μου να την πω τρελή. Της πέταξα μέσα στα μούτρα πως δεν ήταν άξια να μου ‘’πατάει’’ τέτοιο δούλεμα από την μια και από την άλλη δεν το άξιζα. «Ήμασταν φίλες Όλια, μην το ξεχνάς που να σε πάρει. Θα σου έκλεβα ποτέ τα λεφτά; Θα πρέπει να ντρέπεσαι.»
Της άφησα τα κλειδιά του διαμερίσματός της με την υπόμνηση πως θα έπρεπε να το κάνω μπροστά σε συμβολαιογράφο με επίσημες υπογραφές και όλα τα σχετικά. Δικηγόρους και τέτοια. Όπως είχαμε καταντήσει θα έπρεπε να προσέχουμε και τα αυτονόητα πλέον.
Με έστειλε στο διάολο, απλώνοντας το χέρι της μπροστά. Κανονικά θα έπρεπε να πηγαίνω, δεν είχα να της πω τίποτα άλλο παρά μόνο πως την λυπόμουν για ένα εντελώς διαφορετικό λόγο από εκείνον που θα νόμιζε εκείνη και ακόμα πως θα μπορούσα κάτω από άλλες συνθήκες να της συμπαρασταθώ. Να της κρατάω τα πόδια ας πούμε ψηλά από τους αστραγάλους ώστε να μην κουράζεται τις ώρες που περνούσε με τον άντρα μου επάνω στο υπέρδιπλο στρώμα της ή στην νέα κρυφή τους φωλιά ή το κεφάλι της όταν θα έκλαιγε και τα δάκρυά της θα αυλάκωναν το άριστο δέρμα των παρειών της.
«Ο Βύρων είναι απατεώνας…» η φωνή της ακούστηκε από το πουθενά.
«Το ξέρω Όλια. Ο Βύρων είναι ένας εξαίσιος κλέφτης γυναικείων μυστικών. Δεν μου λες και τίποτα νέο…»
«Ο Βύρων σου κρύβεται βλαμμένη. Σου κρύβεται αν θες να ξέρεις… Άμε στα τσακίδια ηλίθια…»
Με έδιωξε. Μου είπε ακόμη να χαθώ, με αποκάλεσε μέσα σε όλα τιποτένια και είπε πως μετάνιωνε που με είχε γνωρίσει. Μου έδωσε κάποιο μακρινό ραντεβού σε κάποιο δικαστήριο με κάποιον δικηγόρο, με όλους τους νόμους και με όλους τους αξιοπρεπείς ενόρκους με το μέρος το δικό της. Έτσι μου φώναζε ακόμη και όταν βρισκόμουν δύο ορόφους χαμηλότερα.

Δεν ήξερα αν έπρεπε να λυπάμαι ή να χαίρομαι. Οι εξελίξεις διαδέχονταν η μία την άλλη και εγώ ακόμη αδυνατούσα να μπω στο πετσί τους μέσα ώστε να αφομοιώσω όλα όσα είχαν να μου ‘’προσφέρουν’’. Αδυνατούσα να νοιώσω πλήρως τον κίνδυνο ή το ξεδιάλυμα της υπόθεσης. Έμοιαζα περισσότερο -κάποιες τουλάχιστον στιγμές- βουτηγμένη σε σκέψεις που θα έπρεπε να έχω ήδη προσπεράσει. Για παράδειγμα σας λέω πως την ώρα που η Αρχοντία με έπαιρνε τηλέφωνο στο κινητό την ώρα που γυρνούσα από το σπίτι της Όλιας στο δικό μου και μου έλεγε πως τα μάζευε κι ερχόταν στην Αθήνα γιατί ο γιός της αγνοούνταν, εγώ σκεφτόμουν τα λεφτά της Όλιας και την φανταζόμουν φτωχή κι ατημέλητη, να στέκεται ζητιάνα, γυμνή στην γωνία Ερμού και Βουλής εκλιπαρώντας φραγκοδίφραγκα και ψωλές. Χρειάστηκαν δύο φανάρια, ώστε να εγκαταλείψω την μορφή της φίλης μου στην μοίρα της για να σκεφθώ πως ο Τζανής μαζί με τον Βαλέρη διεύρυναν τις έρευνές τους έχοντας πάρει στα αλήθεια πολύ σοβαρά την υπόθεση. Και ο Βύρων άφαντος! Του χρειαζόταν μα τον άγιο ένα χουνέρι από τα πολύ καλά.

Γυρίζοντας σπίτι βρήκα τον Βαλέρη να κάθεται στη μπερζέρα που με είχε πηδήξει για τελευταία ο Βύρων. Δεν θεώρησα το γεγονός για κανενός είδους ιεροσυλία μια και εγώ δεν έχω τέτοια κολλήματα με τα μέρη που άφηνα τους οργασμούς μου αλλά με ξένισε το γεγονός του δεσποτικού του ύφους σε συνδυασμό με την αυθαίρετη παρουσία του στον δικό τον χώρο. 
«Βαλέρη;» εξεπλάγην.
«Μύριαμ!» χαμογέλασε αυτάρεσκα.
«Πώς μπήκες;» παρατούσα την τσάντα μου κάπου στο πάτωμα, ενώ τον κοιτούσα και προχωρούσα προς το μέρος του γεμάτη από αντιφατικά συναισθήματα. Για να μπει στο κόπο να μπει στο σπίτι μου ή θα νοιάζεται για μένα και για την σχέση μας ή με υποπτεύεται και ήρθε να ψάξει με την ησυχία του. Κι έπειτα λένε τις γυναίκες ύπουλες…
«Πήρα τα δεύτερα κλειδιά σου, εκεί τα είχες…» μου έδειξε το μπουφέ με το λευκό μάρμαρο που είχα αγοράσει από την Καλογρέζα πριν από γύρευε πόσα χρόνια, «νόμιζα πως θα χαιρόσουν…»
Το ύφος του είχε χάσει ξαφνικά την έπαρσή του, είχε μαλακώσει εξ’ αιτίας του έκπληκτου ύφους μου και έδειχνε να περιμένει τις δικές μου αντιδράσεις ώστε να ζητήσει συγνώμη γονατιστός σαν τη μετανοούσα χήρα στα μάρμαρα ενός πολυσύχναστου ναού ή να με αγκαλιάσει σαν τον περιούσιο επιβήτορα. Ακόμη σκεφτόμουν και όσο δεν εξεδήλωνα τις προθέσεις μου, το χαμόγελό του πάγωνε. Τελικά αποφάσισα. 
«Καλά έκανες Βαλέρη, αλλά έπρεπε να μου το πεις. Είσαι ώρα εδώ;»
«Λίγη.»
Σκέφθηκα πως έφυγε την ίδια ώρα με την Όλια, αφού είχε τελειώσει την ανάκριση στο γραφείο της και αφού πιθανώς είχε δει το κόκκινο βρακάκι της. Θα μπορούσε να ήταν και όμορφη η κατάσταση. Θα μπορούσε να ήταν και ειλικρινής, μια και είχε ψωνίσει κάμποσα πράγματα από το super market. 
Του είπα πως πάω να αλλάξω και κλειδώθηκα στην κρεβατοκάμαρά μου. Άνοιξα το συρτάρι με τα εσώρουχα μου και τα ψαχούλεψα. Δεν είδα καμία διαφορά. Αυτά που έπρεπε να είναι στο σωστό μέρος, ήταν. Ο δονητής μου για παράδειγμα βρισκόταν στην μέσα γωνία του μεσαίου συρταριού, μέσα στην μεγάλη βαμβακερή κιλότα της περιόδου μου. Κοίταξα και την ντουλάπα μου περισσότερο από υποχρέωση στον ψυχολογικό μου καταναγκασμό. Καμία διαφορά. Και τι θα περίμενα δηλαδή; Να είχε φορέσει τα φουστάνια και τα βρακιά μου ο Βαλέρης; Να τα είχε ψάξει να τα είχε μυρίσει; Κι αν το έκανε, τι το κακό θα μπορούσε να ενέχει η κίνησή του; Σχεδόν ζευγάρι δεν είμαστε; Οι άντρες πάντα δεν ήταν περίεργοι για τα γυναίκεια μας; Πάντα δεν πίστευαν πως περνούσαν μέσα στα άδυτα των μυστικών μας όταν μας ξεσκάλιζαν τα προσωπικά μας; Ε.., κι ο Βαλέρης γιατί να διαφέρει. Μπορεί αν είχε βρει τον δονητή μου να με φαντασιωνόταν με αυτόν και αυτό δεν ήταν κατ’ ανάγκη κακό. Προσέθετε στην φαντασία. Αλλά αυτό που με χαλούσε ήταν άλλο. Μόλις τώρα το συνειδητοποιούσα. Αν ήταν όλα όπως τα σκεφτόμουνα μέχρι τώρα, πάει καλά, αν όμως με υποπτευόταν για κάτι και έψαχνε για κάτι άλλο, για τα λεφτά της Όλιας για παράδειγμα και δεν μου το έλεγε, τότε θα μου χαλούσε όλο το σκηνικό. Θα έχανα την εμπιστοσύνη μου στο πρόσωπό του και θα πίστευα δικαίως πως με μεταχειριζόταν γαμώντας με, με σκοπό να μου αποσπάσει ομολογία. ‘’Την πηδάμε την κυριούλα και μαζεύουμε πληροφορίες. Τα τυχερά της δουλειάς παιδιά. Τι να κάνουμε. Αναγκαζόμαστε να πουλάμε αγάπες στις ύποπτες μετ’ αποδοχών από την Ελληνική Αστυνομία.’’
Είχα φουντώσει.
Βγήκα με ένα νυχτικό από βαμβάκι μακρύ μέχρι το γόνατο και τον κοίταξα ερευνητικά που καταπιανόταν με λαχανικά στην κουζίνα μου μέσα.
«Γύρνα το κλειδί στην πόρτα» με πρόσταξε.
«Άρα πιστεύεις πως ο άντρας μου ζει.»
Έκοβε μαρούλια όταν μου είπε πως «μάλλον». Καβάλησα στο τραπέζι της κουζίνας και άφησα τα πόδια μου να κουνιούνται μπρος πίσω σαν εκείνα όλων έφηβων κοριτσιών τις ώρες τις χαλάρωσής τους. Μ’ άρεσε όπως ήμασταν. Εκείνος στην κουζίνα κι εγώ στο τραπέζι. Ο Βύρων δεν επρόκειτο ποτέ του να παίξει ετούτον τον ρόλο. Τον ρόλο του μάγειρα. Ήθελα όσο τίποτα άλλο να τον ρωτήσω αν είναι ειλικρινής μαζί μου, μα φοβήθηκα την απάντηση και άφησα την ερώτηση για άλλη φορά.
«Άρα τουλάχιστον δεν είμαι ύποπτη για τον φόνο του» έπαιξα.
«Όχι δεν είσαι» μου γέλασε «όσο δεν βρίσκεται το πτώμα του δηλαδή»
Του γέλασα και εγώ. Μ’ άρεσαν αυτά παιχνίδια. Με άναβαν. Ξαφνικά ξεχνούσα όλα όσα με ανέστειλαν και αποδεχόμουν.
«Τι θα μου μαγειρέψεις;» τον ρώτησα.
«Πατάτες μ’ αυγά» 
«Και τα μαρούλια;»
«Σαλάτα. Δεν τρως σαλάτες ωμές;»
Μου σήκωσε τα πόδια επάνω στο τραπέζι. Με πήρε λέγοντάς μου πως η σαλάτα κάνει καλό στο έντερο και πως όλοι θα πρέπει να την τρώμε ωμή πριν από τις πατάτες με τ’ αυγά. Με βολευόταν ήδη και χωνόταν βαθιά μέσα μου.
«Το ξέρεις πως η σαλάτα κάνει καλό ωμή;»
Του είπα πως ‘’ναι’’ εννοώντας πως χέστηκα για όλα τα καλά της σαλάτας μια και με ενδιέφερε περισσότερο τώρα το καλό που μου έκανε το μήκος του πουλιού του.
«Σίγουρα;»
«Σίγουρα πανάθεμά σε. Ηλίθιε. Σίγουρα.»
Βρήκε την ώρα και μου ζήτησε μερικά λεφτά να του δανείσω. Ήθελε 4000 ευρω και απειλούσε πως θα σταματούσε να κουνιέται αν του έλεγα όχι. Τον έβρισα γιατί του άξιζε. Δεν εκβιάζουν ποτέ μια γυναίκα όταν είναι με τα πόδια ψηλά στο καθημερινό τραπέζι της κουζίνας της. Ποτέ δεν την εκβιάζουν με αυτό τον επαίσχυντο τρόπο. Αυτό το τιμωρεί ακόμη και ο νόμος, γιατί βρίσκεται σε μια θέση γεμάτη δυσχέρειες. Δέχτηκα
«Θα στα δώσω ρε αλήτη. Θα στα δώσω. Μόνο μην σταματάς»
Χάρηκε και έβαλε δύναμη. Έφτιαξε και τον ρυθμό του.
Θα έσπαγε το τραπέζι Θεέ μου… 
«Βαλέρη, Βαλέρη…» Τίποτα, γαμούσε με δύναμη. Το τραπέζι έτριζε. Όλα μπάχαλο θα γίνουν. «Βαλέρη!» πάνε τα μαρούλια που ήταν χοντροκομμένα, πάνε και τα κρεμμυδάκια. Στο πάτωμα όλα μαζί με το μαχαίρι και το πιάτο. Το ποτήρι το ένα, εκείνο που ήταν πάνω στην πάνω γωνία του τραπεζιού, χύθηκε και με μούσκεψε το άλλο έπεσε από την άλλη κι έσπασε. Πλάι στο πιάτο. «Βαλέρη τα γυαλιά.» Αχ Θεέ μου, δεν με ακούει «Βαλέρη στάσου, θα με ‘’φτάσεις’’ παιδάκι μου. Με γαμάς Βαλέρη με γαμάς, Θεέ μου…»
Τον κοίταζα με μάτια μισά. Αγρίεψα. «Η Όλια σε καύλωσε ε; Στο έδειξε μέσα από την κόκκινη κιλότα της; Ε; πες μου καθόλου δεν με νοιάζει τώρα. Καθόλου πες μου»
Μου είπε πως ναι. Πως τελικά την είχε πηδήξει στα γρήγορα γιατί δεν άντεχε τα πράσινα μάτια της, ούτε και το καλογραμμωμένο κορμί της. Μου πέταγε ψευτιές με λεπτομέρειες που με τρέλαιναν, πως τάχα του έλεγε πως γούσταρε κι εμένα και τον Τζανή στο ίδιο κρεβάτι και άλλα τέτοια που καταλάβαινε πως μου άρεσαν να ακούω… Τράβηξε εκείνη την στιγμή προς τα επάνω το νυχτικό μου ενώ το στόμα του εξακολουθούσε τον χαβά του και φανέρωσε τις περισσότερες ζάρες της κοιλιάς μου αλλά δεν με ένοιαξε, απεναντίας μου άρεσε. Τον προκάλεσα να τις δει. Μου τράβηξε τα μαλλιά μου πίσω και του έβαλα τις φωνές πως τάχα δεν μπορούσα, πως τάχα πονούσα και πως εγκληματούσα ενώπιων του Θεού και των ανθρώπων, που τον άφηνα να γνωρίζει με τόσο άμεσο τρόπο τα μέσα μου την στιγμή που ήξερα πως είχε πάρει και την Όλια, την παιδική μου φίλη και τωρινή εχθρό μου. 
«Α…, όλα κι όλα Βαλέρη, ποτέ τόσο βαθιά σε μία παντρεμένη. Ποτέ.»
«Και γιατί όχι; Τι έχουν οι παντρεμένες;»
«Δεν μπορούν Βαλέρη… Δεν μπορούν…»
Δεν σταμάταγε το πέρα δώθε του, συνέχιζε να δουλεύει σαν μηχανή. Του είπα πως θέλω λίγο ακόμη, λίγο ακόμη και…
«Αυτό είναι. Αυτό. Τώρα αλήτη. Τώρα, τώρα, τώρα…»
Του τράβαγα τα μαλλιά. Τραντάχτηκα μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα κι έχασα τον κόσμο από τα μάτια μου. Τον αγάπησα τον μίσησα, τον λαχτάρησα και κατάλαβα πως τελικά, η τρομερή ιδέα, τα κάνει όλα τόσο όμορφα. Εκείνη η ρουφιάνα, η δυσεύρετη ιδέα, φτιάχνει τους δυνατότερους οργασμούς. Τίποτα άλλο. Εκείνη ευθύνεται για την μαγεία και το μοναδικό μας ταξίδι. Αυτή θα πρέπει να ψάχνουμε και μόνον αυτή και αυτόν ασφαλώς που μπορεί να μας οδηγήσει στην υπόδυση και στον ρόλο μας τον μεγάλο. Οι άντρες είναι όλοι τους ίδιοι, απλά πρέπει να επιλέγουμε εκείνον που μπορεί να μας πάρει από χέρι και να μας ταξιδέψει. Εκείνος είναι και ο καλύτερος εραστής και να δείτε που θα μοιάζει με εκείνον της φαντασίας μας.
Μείναμε έτσι ανάκατοι για μερικά λεπτά χωρίς κανείς να μιλάει. Στεκόμασταν ακίνητοι λες και περιμέναμε τον φωτογράφο να ανάψει το φλας ή τον γλύπτη να σκαλίσει τα κορμιά μας στο μάρμαρο. Του δήλωσα ξεψυχισμένα πως αν μου έλεγε την αλήθεια για την Όλια, θα τον σκότωνα το ίδιο λεπτό. 
Γέλασε.
«Ποιος ξέρει» μου απάντησε. Ποιος θα μπορούσε να ήταν κανείς βέβαιος μέσα σε όλα εκείνα που αποκαλυπτόταν στο γραφείο του διευθυντού της, του κυρίου Τζαούζη, εννοούσε, κοροϊδεύοντάς με.



18

Το ίδιο βράδυ κοιμηθήκαμε αγκαλιά. Κοιμήθηκα για ακόμη μια φορά ένα ταραγμένο ύπνο, απορώντας με την αναισθησία του Βαλέρη. ‘’Κοιμάσαι σε ξένο σπίτι αγόρι μου, με μία γυναίκα που πριν από δέκα μέρες δεν γνώριζες, σε σεντόνια που δεν ξέρεις αν τα έχει αλλάξει και πριν καλά-καλά πεις καληνύχτα, η αναπνοή σου αποκτά τον ρυθμό της μακαριότητας; Έλεος. Πώς μπορείς και το κάνεις;’’ Γύρισα πλευρό και λίγο αργότερα, γύρισα και πάλι και το έκανα μέχρι που οι άμυνες και σκέψεις μου κατέρρευσαν…
Άνοιξα τα μάτια μου σχετικά νωρίς. Σηκώθηκα και τον άφησα στο κρεβάτι. Η ώρα θα είχε πάει οκτώ. Ο Σαββατιάτικος ήλιος έλεγε με τον δικό του τρόπο πως η μέρα θα πάει καλά, χωρίς βροχές. Η πρωινή ψυχρούλα πέρασε στο σαλόνι μου πονηρά και αθόρυβα σαν την γάτα νιαουρίζοντας ανατριχίλες στο κορμί μου αμέσως μόλις άνοιξα την πλατιά τζαμόπορτα. Σχεδόν είχα ξεχάσει πως ήμουν γυμνή μπροστά στ’ ανοιχτό παράθυρο. Οι γείτονες, να πάρει! Βιάστηκα να ρίξω κάτι επάνω μου και να βάλω την καφετιέρα για τον πρώτο εσπρέσο της ημέρας. Στον Βαλέρη είχα δώσει 4000 ευρώ αμέσως μετά το χθεσινό σεξ. Πρώτα τον είχα χώσει στο μπάνιο και τον είχα κλειδώσει αστειευόμενη πως δεν ήθελα να δει την τρομερή κρυψώνα μου μια και είχε αποκτήσει αυθαίρετα τα κλειδιά του σπιτιού μου και θα μπορούσε όποτε ήθελε, ανά κάποια στιγμή, που θα έλειπα, να ξεσηκώσει το βιός μου και έπειτα του τα έφερα. Γέλασε και μου είπε πως αν θα χρειαζόταν να κάνει κάτι τέτοιο, εκείνος ο ξεσηκωμός -του βίου- θα περιελάμβανε και εμένα μέσα. Η αλήθεια είναι πως και ήθελα αλλά και πως είχα μεγάλη ανάγκη να τον πιστέψω, αλλά τα χρόνια της εφηβείας μου είχαν ήδη περάσει προ πολλού. Του είπα πως κάποιος πολύ αξιόλογος νόμος της ζωής έπαυε τα όνειρα από τις λογικές μεσόκοπες και αστειεύθηκε βάζοντας μου για τα καλά, χέρι.
«Τα ωραία είναι για όσο κρατάνε Βαλέρη. Τα ‘’λούσα’’ είναι για τις κοπελίτσες. Δεν είμαι χαζή. Το δικό μας παιχνίδι γράφει ήδη ημερομηνία λήξης αλλά λόγω της πρεσβυωπίας μου δεν μπορώ να την δω.» 
Με αγκάλιασε. Με ευχαρίστησε για τα χρήματα και παραξενεύτηκε που κρατούσα ένα τόσο μεγάλο ποσόν στο σπίτι, λέγοντας μου πως τόσα ακουγόταν για διαρρήξεις και τα τοιαύτα τα σχετικά. Δεν έδωσα βάση γιατί σχεδόν δεν τον άκουσα. Ζούσα εκείνο που ήθελα να ζήσω -με το μισό μάτι στην ‘πόρτα’-, αδιαφορώντας για την συνέχεια.
Ετούτο το πρωινό είχα ξυπνήσει με μία πολύ περίεργη διάθεση. Η ματαιοδοξία μου έκανε τις τύψεις μου να φουντώνουν και να μου χαλάνε την όμορφη διάθεση που θα μπορούσα να έχω. Ο Βύρων ήταν το κύριο συστατικό όλων των κακών ιδεών μου. Ο Βύρων πρώτα και με διαφορά πιο πίσω η Όλια. Κάποια πράγματα έπρεπε να διευθετηθούν με ένα τρόπο που δεν θα επιδεχόταν αμφισβήτησης. Οι ρευστές καταστάσεις δεν αφήνουν περιθώρια ούτε για όνειρα αλλά ούτε και για πάγιες αποφάσεις. Από το μυαλό μου περνούσαν πολλά, όμως θα χρειαζόμουν χώρο και χρόνο και αυτά τα δύο ήταν κάτι περισσότερο πολύτιμα την δεδομένη στιγμή. Οι έρωτες θα μπορούσαν να περιμένουν για λίγες ημέρες ή έστω για κάποια πρωινά…
Πλάι στο φλιτζάνι με τον καφέ μου ήταν η δεσμίδα με τα χρήματα που δάνειζα στον Βαλέρη. Δεν τα είχε βάλει ακόμη στο σακάκι του. Τα είχε αφήσει εκεί επάνω όντας σίγουρος πως δεν θα υπαναχωρούσα. ‘’Η καλή πράξη δεν παίρνεται πίσω. Είναι να μην γίνει, άπαξ και έγινε, ο Θεός δεν προβλέπει μετάνοια για αυτή’’ Χαμογέλασα. Τα χρειαζόταν τα χρήματα για μία σημαντική δουλειά που δεν μπορούσε να μου πει. Θα μου τα έδινε όμως και πάλι την Δευτέρα το απόγευμα την ώρα που θα με ‘’μαστόρευε’’ πονηρά. Το είχαμε πια δεδομένο μια και ταιριάζαμε χρονικά τους οργασμούς μας, πράγμα αν όχι σπάνιο, αρκετά δυσεύρετο τέλος πάντων. «Στο πήδημα στα ζήτησα, στο πήδημα θα στα δώσω. Όλα κι όλα.» Μου είπε σαλιαρίζοντας σαν μωρό.
«Μου αρκεί να μου τα δώσεις. Τι σόι δουλειά θα μπορούσε να είναι τόσο επείγουσα Σαββατιάτικα;»
Μου είχε πει πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν οι γυναίκες γνώριζαν λιγότερα και του είχα ανταπαντήσει κάτι άστοχο που δεν θυμάμαι τώρα. Κάτι που είχε σχέση με όλες τις αντρικές παιδικότητες.
Ακόμα κοιμόταν. 
Είχα σκοπό να τον ρωτήσω σχετικά με την χρήση των χρημάτων που του δάνειζα και σήμερα μόλις σηκωνόταν… Κάτι με έτρωγε. 4000 δεν είναι λίγα χρήματα την σημερινή εποχή.
Ο ήχος του τηλεφώνου με διέκοψε. Ήταν ο Τζανής. Μια οικογένεια είχαμε γίνει, όμως η φωνή του με ξεβόλεψε. Για αυτό μου το ξεβόλεμα δεν φταίει το ότι σηκώθηκα από τον καναπέ όπου ήμουν ράθυμα βολεμένη, όσο η σίγουρη γνώση του Τζανή, πως ο φίλος και συνεργάτης του, ήταν φωλιασμένος μέσα στα πόδια μου. 
«Τι κάνετε εκεί Μύριαμ;»
Γαμιόμαστε Τζανή και μας έκοψες… Τι με ρώταγε πρωϊνιάτικα; Δεν ήταν η ερώτηση που μου απεύθυνε, όσο το ‘’πνεύμα’’ του νοήματός της που έκρυβε μία σαχλή ειρωνεία. ‘’Η Μύριαμ και ύποπτη και πηδημένη’’. Μπορεί να ήταν η ιδέα μου αλλά μια γυναίκα δεν κάνει τόσο χοντρά λάθη.
«Ο Βαλέρης κοιμάται ακόμη στα σεντόνια μου Τζανή,» του δήλωσα ξινά  «είναι κάτι επείγον να τον ξυπνήσω;» Το πέταξα το καρφί μου. Δεν άντεξα.
«Έχει προκύψει μία περίπτωση, αν θέλεις πες του να με πάρει τηλέφωνο»
Ο Βαλέρης έφυγε μέσα σε δέκα λεπτά. Δεν πρόλαβε να πιεί ούτε έναν καφέ. Τύλιξε τα λεφτά σε μία χαρτοπετσέτα λες και φοβόταν πως αν τα άγγιζε με τα χέρια του θα μπορούσε ίσως να κολλήσει κάποια σοβαρή ασθένεια. Με φίλησε. Στο στόμα και πεταχτά. Η αποχώρησή του είχε κάτι το οποίο δεν μου άρεσε. Μου ήταν όμως αδύνατον να προσδιορίσω τι ακριβώς ήταν. Βολεύτηκα και πάλι στο καναπέ μου και σήκωσα τα πόδια μου επάνω στην μαξιλάρα του. Οι άντρες όταν φεύγουν έτσι, είναι γιατί αρνούνται να αντιμετωπίσουν κάτι που τους θλίβει, κάτι που δεν θέλουν ή κάτι που φοβούνται; Ο Βαλέρης γιατί να το κάνει; Θα μπορούσε να μου χαλαλίσει ένα δεκάλεπτο για ένα πρωινό καφεδάκι. Δεν ήμουν η πουτάνα που γαμούσε πλήρωνε κι έφευγε σαν κυνηγημένος, αν και στη προκειμένη περίπτωση, εγώ ήμουν αυτή που τον είχε πληρώσει. Ακόμη χειρότερα. Πολύ χειρότερα. Ήρθε, πήδηξε, έφαγε, κοιμήθηκε πήρε τα λεφτά κι έφυγε. Στο διάολο τα λεφτά. Στο διάολο. Να με είχε μεταχειριστεί δεν ήθελα. Αυτός ήταν ο λόγος λοιπόν που από το πρωί με στεναχωρούσε. Ετούτο ήταν εκείνο που δεν μπορούσα να αντιληφθώ. Δεν ήμουν σίγουρη για τον Βαλέρη. Καθόλου σίγουρη όσο και αν προσπαθούσα με κάθε τρόπο να το προσπεράσω.
Σηκώθηκα και ετοίμασα και δεύτερο καφέ, καπάκι στον πρώτο. Άναψα και τσιγάρο. Πήγαινε το άτιμο. Πήγαινε. Δεν βολευόμουν. Ο Βαλέρης μάλλον δεν ένοιωθε τίποτα για εμένα. Εκείνος που νοιάζεται δεν φεύγει με αυτόν τον τρόπο γατί δεν θέλει να το κάνει. Τελικά ήμουν τόσο χαζή όσο θα μπορούσε να ήταν μια έφηβη. Πόσο ηλίθια πιάστηκα Θεέ μου! Πόσο ηλίθια!
Τι φανταζόμουν δηλαδή, πως επειδή είχα μαζί του δύο-τρία καλά κρεβάτια θα ερχόταν και ο τεράστιος, ο εκατέρωθεν έρωτας; Και καλά από την μεριά μου. Εγώ ήμουν μια γυναίκα με κάποια ιστορία και ένα διόλου ευκαταφρόνητο κέρατο, το οποίο μπορεί να με οδηγούσε και στραβά. Ωραία. Ο Βαλέρης για ποιο λόγο να θέλει να μείνει μαζί μου; Ούτε χαζός ήταν, αλλά ούτε και κανένας άσχημος ή παρατημένος. 
Είσαι ηλίθια Μύριαμ και είσαι κι ακόμη περισσότερο γιατί όλα αυτά τα είχες σκεφθεί, αλλά η υπόνοια του έρωτα και ενός ελάχιστου μέλλοντος σε στράβωνε εντελώς. Σύνελθε και σκέψου τι πρέπει να κάνεις τώρα; Μην βασίζεσαι σε κανέναν, ιδίως σε εκείνον. Ο Βαλέρης, είναι ο κάθε άντρας. Ο κάθε ψεύτης, ο κάθε ‘’φυγόδικος’’ κάθε έμπιστης αγκαλιάς. Ο κάθε γλυκός παραμυθάς. Τι τα ήθελε τα λεφτά; Δεν μπορεί να είχε δουλειά Σαββατιάτικα. Δεν μπορεί. Σε υποπτεύεται Μύριαμ για χίλια παράνομα πράγματα και για άλλες τόσες ύποπτες εμπλοκές, μέχρι και για πορνεία θα μπορούσε να σε εγκαλέσει. Μέχρι και για πορνεία. 
Καταλάβαινα πως γινόμουν λίγο υπερβολική αλλά δεν βολευόμουν, η ψυχή μου δεν ηρεμούσε, το σφίξιμο δεν έλεγε να με αφήσει. Κάτι έπρεπε να κάνω. Όχι δεν ήταν ο έρωτας αυτός που με έσπρωχνε. Ήταν ο φόβος της κοροϊδίας μέσα από την αρχή του έρωτα. Όλος αυτός ο συναισθηματικός μου επαμφοτερισμός εκεί πατούσε. Στην ανασφάλεια. Στην ανάγκη του εαυτού μου για σιγουριά.
Ντύθηκα και βγήκα στο δρόμο. Το είχα πλασμένο το σχέδιό μου. Όλα ή τίποτα πλέον. Δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια και άλλες υπαναχωρήσεις. Τέρμα οι γλυκιές συνευρέσεις και τα ‘’δήθεν’’ πηδήματα. Τέλος. Βαλέρη θες να γαμήσεις; Πρώτα πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, αλλιώς στο διάολο. Ο επόμενος παρακαλώ… Αϊ γαμήδια για άντρες!
                                                      ***

Η υπηρεσία της αστυνομικής διεύθυνσης Αθηνών, βρήκε το όνομά του αμέσως στα κιτάπια της. 
Στεκόμουν με το διόλου ευκαταφρόνητο αποκαλυπτικό μπούστο μου εμπρός στο γκισέ και ζητούσα με το χαμόγελο της ‘’περάστε γαμήστε’’ κυρίας, τον αστυνόμο Βαλέρη. Συγκεκριμένα, τον κύριο Βαλέρη Βουλγαρίδη! Του χρωστούσα λεφτά επέμενα και μία πολύ σοβαρή εξήγηση...
Ο νεαρούλης πίσω από τον υπολογιστή μου έδωσε την διεύθυνση του σπιτιού του μετά από αρκετή ώρα συνδιαλέξεων. Είχε προηγηθεί από τα χείλια του ένα ‘’απαγορεύεται’’, κατόπιν ένα άλλο ‘’ποια είσθε ακριβώς’’ και στο τέλος το γνωστό ‘’δεν μας επιτρέπετε’’.
Πλησίασα το μούτρο μου στο δικό του και του είπα πως είμαι μια από τις γκόμενές του, η Μύριαμ με τ’ όνομα, που τον είχε κολλήσει χλαμύδια που στο μικροσκόπιο του μικροβιολόγου έμοιαζαν με κουνουπίδια ανθισμένα καταμεσής της άνοιξης, η κολλητή ντε, της άλλης του φιλενάδας, της Όλιας, που είχε τριχομονάδες και πάνω στο ξέφρενο τρίο μας εκτός από τα υγρά μας είχαμε ανταλλάξει και τις αρρώστιες μας. Του έφερνα λεφτά για θεραπεία και μερικά φιλάκια. Του έδειξα και το νούμερο του τηλεφώνου του για να πεισθεί πως τον γνώριζα και πως ήμουν αυτή που του έλεγα, του έδειξα ακόμη και την ταυτότητά μου. Του είπα πως θα μπορούσε να πιάσει και το μουνί μου κάπου παράμερα για να πεισθεί πως είχα εκείνα που του έλεγα βαθιά βολεμένα τράχηλο μέσα. Ολοκλήρωσα λέγοντας του πως έπρεπε να φύγω στο εξωτερικό τις επόμενες ώρες και θα τα έπαιρνα όλα μαζί μου. Και λεφτά και φιλιά και αρρώστιες…
«Αφήστε εδώ τα χρήματα και του τα δίνω εγώ.»
Του επεσήμανα πως εκείνος μπορεί να ήταν ο εξυπνότερος γιός της μάνας του, αλλά εγώ, αν μασούσα κουτόχορτο, τότε θα ήμουν μια αγελάδα με τεράστιες μαύρες βούλες και όχι μια πολύ καλοβαλμένη σκύλα πόρνη με λεφτά, χαμόγελα και αρρώστιες. 
«Την διεύθυνση αγορίνα μου, αλλιώς τα ξερνάω όλα στη γυναίκα του.»
Πώς μου ήρθε αυτό;
Με την διεύθυνση στα χέρια και τα μυαλά στα κάγκελα ανακάλυπτα πως ο Βαλέρης έμενε εκεί που μου έλεγε. Τελικά όλος ο κόσμος μπορεί και να μην ήταν άδικος. Και ίσως όλοι οι άντρες να μην ήτανε ίδιοι… Θα μπορούσαν κάποιοι να ήταν και χειρότεροι.
Η πολυκατοικία στα Κάτω Πετράλωνα ήταν γερασμένη. Αυτό δεν με ένοιαζε. Οι σοβάδες στις γωνιές της ξέφτιζαν. Ούτε αυτό είχε καμία σημασία. Τα αυτοκίνητα από κάτω της παρκαρισμένα σε απόσταση πιθαμής και κάποιες βαριές αντρικές φωνές από τα ανοιχτά παράθυρα του ισογείου, ωρυόταν πως όλες οι γυναίκες του κόσμου, είναι τα ίδια τα σκατά. 
Ο ήχος του γυαλιού που έσπαγε ταίριαξε με την αντίδραση της τσιρίδας που ακολούθησε την διαπίστωση και οι αντεγκλήσεις ήταν ανάλογες της παράστασης που δινόταν. 
Η πόρτα της εισόδου ήταν μαγκωμένη ανοιχτή. Πριν ανέβω κάλεσα το κινητό του Βαλέρη μα αυτό ήταν απενεργοποιημένο για άλλη μία φορά. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην είχε και δεύτερο κινητό. Και αυτός! Δεν υπήρχε περίπτωση αν τον έψαχνε κάποιος, από την οικογένειά του για παράδειγμα, να μπορούσε να τον βρει. Κοίταξα τα κουδούνια ψάχνοντας για το όνομα ‘’Βουλγαρίδης’’ μα δεν το βρήκα πουθενά. Ξαφνικά ήθελα να μπορούσα να μιλήσω με τον Βύρωνα αλλά ήξερα πως θα ήταν μάταιος -επί του παρόντος- κόπος και έτσι δεν μπήκα καν στον πειρασμό. 
Μία γυναίκα μεγάλης ηλικίας…
Την ρώτησα αν ήξερε που έμενε ένας μακρυμάλλης νόστιμος. «Βαλέρης, αν σας λέει κάτι…»
Της έλεγε και έμενε τον τέταρτο όροφο, καλό παιδί. Όχι δεν ήμουν η ούτε η αδελφή του ούτε κάποια συνεργάτιδά του. Της χαμογέλασα βιαστικά. Εκείνη που τον ξεπετούσε ήμουν, αλλά αυτό η γυναίκα δεν χρειαζόταν να το μάθει.
Η κοπέλα που μου άνοιξε την πόρτα, σίγουρα δεν περίμενε την επίσκεψη της γκόμενας του άντρας της, ούτε και το τετράχρονο αγοράκι τους που με πυροβολούσε ακατάπαυστα με ένα πλαστικό πιστολάκι της πλάκας. Ο Βαλέρης που φάνηκε πίσω της ήταν χλωμός στα όρια της αιφνίδιας κατάρρευσης, μα κατάφερε να σταθεί στα πόδια του υπερβάλλοντας εαυτόν. Αγωνιούσε. Ήταν κάτι παραπάνω εμφανής η αγωνία του γιατί το κάτω του το χείλος έτρεμε ακατάπαυστα και το χρώμα του προσώπου του είχε γίνει περισσότερο παλ. 
Το αινιγματικό πρόσωπο της γυναίκας του, εξακολουθούσε να περιμένει κάποια αντίδραση από κάποιον από τους δυο μας και όσο αυτή αργούσε θα άρχιζε να γεννά υποψίες από εκείνες που φοβάται η κάθε μια μας. 
«Τον φάκελο Βαλέρη…» κατάφερα να πω. Δεν ήταν ανάγκη να αφήσω την μπόχα της δική μου ζωής να περάσει στο μυαλό μιας κοπέλας που δεν μου είχε φταίξει σε τίποτα. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, αλλά έτσι έπραξα.
«Ναι μισό λεπτό εδώ το έχω…»
«Έχεις χαιρετίσματα από τον Τζανή» του πέταξα ενώ εκείνος πήγαινε μέσα να μου φέρει το οτιδήποτε.
Η γυναίκα του, απόρησε και μου είπε πως ο Τζανής ήταν ήδη μέσα. «Πίνουν καφέ εδώ και ώρα με τον άντρα μου, πώς και δεν στο είπανε, συνάδελφος;»
Της είπα πως ‘’ε, ναι’’. «Ε.., καλημέρα Τζανή» φώναξα. 
Όχι δεν θα περνούσα μέσα βιαζόμουν. «Με περιμένει ο άντρας μου κάτω. Τους ξέρεις τους άντρες τώρα, βόλτα πηγαίναμε αλλά μια και περνούσαμε είπαμε να εξυπηρετήσουμε την υπηρεσία» ακολούθησαν μερικά ηλίθια, κατά συνθήκη, γελάκια. 
Τους ήξερε τους άντρες και εκείνη. Έτσι νόμιζε…
Έφυγα με ένα άσχετο πολυκαιρισμένο πράσινο χαρτοφάκελο στα χέρια και ένα χαρτί που έγραφε μέσα ‘’συγνώμη’’.
Κατέβηκα στο δρόμο για άλλη μια φορά, χωρίς κλάματα, χωρίς φωνές, χωρίς υστερίες πιστεύοντας πως είχα πράξει το σωστό. Μπήκα στο αμάξι και έκλεισα τα μάτια μου. Τα πράγματα ήταν πραγματικά άσχημα για εμένα αλλά θα μπορούσαν να γίνουν και ακόμη χειρότερα. Ο μεγάλος κατήφορος δεν είχε τέρμα. Σήμερα το βράδυ θα έφτανε από το χωριό η Αρχοντία και είχα επί πλέον και χιλιάδες άλλα πράγματα να κάνω, που μέσα τους είχαν όλα το χρώμα της μεγάλης εκδίκησης που επικαλούμουν από την αρχή της ιστορίας.                                                                                       


19 

Η μέρα βρισκόταν στην μέση της. Σταμάτησα σε ένα χασάπικο και αγόρασα κουνέλι για στιφάδο. Από το διπλανό μανάβικο κρεμμυδάκια. Μπήκα σε ένα θάλαμο και κάλεσα ένα νούμερο. Μίλησα για λίγο και βιάστηκα να πάω σπίτι μου.
Σε τρείς ώρες το σπίτι μύριζε φαγητό. Η Αρχοντία το βράδυ έτρωγε σαν βόδι και σε αυτό το σημείο διέφερε από τον γιό της. Εκείνη έκλανε μετά το πρώτο φως της ημέρας ενώ ο γιός της συζητούσε με τον κώλο του όλο το βράδυ και όλη την υπόλοιπη μέρα. Ο Βύρων όμως σε αντίθεση με την μάνα του, δε παραπονιόταν. Ήταν κύριος! Έλεγε: «έφαγα και φχαριστήθηκα και θα πληρώσω το τίμημα», ασχέτως εάν το πληρώναμε εξ’ ημισείας όλοι οι παρευρισκόμενοι, δηλαδή εγώ, διότι αυτοί οι λογαριασμοί, ουδέποτε εξοφλούνται μεταξύ του δράστη και του εαυτού του, είναι φυσικώς αδύνατον εν μέσω συγκατοίκησης.  Είμαι απολύτως σίγουρη πως με εννοείτε.
Η μάνα του από την άλλη και έκλανε και κλαιγόταν για το κακό που την βρήκε, διότι κάθε φορά έπρεπε να ξεβολεύεται, να ανασηκώνει με αναίδεια είτε ολόκληρο τον κώλο της είτε να γέρνει με τρόπο επικίνδυνο το σώμα της, είτε να κάνει πως ήθελε να δει αν βρέχει σκορπίζοντας επί τη ευκαιρία μυρομοβολιές στον διάβα της χωρίς να παραλείπει συγχρόνως να βήχει, για ηλίθια κάλυψη. Κι εμείς ούτε κουβέντα, γιατί δεν έφταιγε εκείνη για τις εκφράσεις της κοιλιάς της, αλλά εγώ που της μαγείρεψα το άτιμο το φαγητό και η κακούργα της κολίτιδα που την βρήκε απροετοίμαστη στα καλύτερα χρόνια της ζωής της. Σαν να την βλέπω να σηκώνεται  δήθεν βαρυγκωμώντας: «Είδες βρε παιδάκι μου τι τραβάω; Να, να, τώρα πάλι… Πρρρρρ. Πρρ…... πρ.» …Μας κόλλαγε και την τελεία στο τέλος της προσπάθειας.
Έκλεισα το μάτι της κουζίνας και βγήκα από το σπίτι μου κακήν κακώς. Είχα τα μυαλά μου έξω από το σώμα μου, μα δεν με ένοιαζε αυτό, καίτοι φοβόμουν κομμάτι. Η ιδέα μου σίγουρα δεν ήταν η πρέπουσα, όμως κάποτε και ο νους σαλεύει, αλλά και η διάθεση η ψυχική, ανατρέπει και τις πλέον στέρεες λογικές. 
Όταν γύρισα σπίτι μετά από αρκετές ώρες, ήμουν σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου. Κάτι σαν τη γνωστή σε όλους σας Μύριαμ, αλλά όχι εκείνη. Κουρασμένη, άτονη καταβεβλημένη με το μυαλό σκόρπιο, βομβαρδισμένο από χίλια πιθανά ‘’αν’’.
Να ξέρετε κορίτσια πως τα σημαντικότερα πράγματα γίνονται σε μία στιγμή που η νόηση ‘ξεβολεύεται’. Ας χρησιμοποιήσω αυτό το ρήμα γιατί πιστεύω πως ταιριάζει καλύτερα στην περίπτωση. Πολλά μπορεί να φαντάζεστε και ακόμη περισσότερα να θεωρείτε σίγουρα, αλλά αυτό που έκανα δεν σας περνάει από τον νου. Εδώ καλά-καλά ακόμη και εγώ δεν το έχω πιστέψει…
Περνάω την εξώπορτα της πολυκατοικίας.
Η Αρχοντία με περίμενε στα σκαλιά του ορόφου με μία βαλίτσα, ένα σακ βουαγιάζ και ένα χωριάτικο μπόγο, βαλμένα ανάμεσα στα ανοιχτά μπούτια της που όποιος τα κοιτούσε μια φορά, σκεφτόταν να κοιτάξει κατά κείνο το μέρος δεύτερη, από τον φόβο μήπως και τα ξαναδεί… ‘’Κλείσε τα που να σε πάρει η ευχή ρε Αρχόντω, ακόμη δεν φάγαμε…’’
«Καλώς την μητέρα.»
«Ο γιός μου…»
«Είσαι καλά μωρέ; Πες ένα γεια»
«Καλά είμαι, κανένα νέο από τον Βύρωνα;»
«Σου έκανα στιφάδο και αγόρασα ρετσίνα» μετριότατης ποιότητας. 
«Πού είναι ο γιός μου Μαρία;»
«Γυναίκα παντρεύτηκε ο γιος σου μαμά, όχι μέντιουμ.»
«Του έκανες τίποτα;»
«Ισχυρό σεξ.» Της άνοιξα την πόρτα και πέρασε πρώτη. Τα μπαγκάζια της, τα έβαλα εγώ μέσα. Σα να μισογέλασε. Της άρεσε η λέξη ‘’σεξ’’. Αν είχα περισσότερη διάθεση θα της έλεγα πως είχε ξεμουνιάσει ο κανακάρης της όλη την περιφέρεια της Ηλιούπολης, των Ιλισίων και βάλε. Μέχρι Αμπελόκηπους θα τον πήγαινα. Μπορεί δηλαδή να μην είχα και άδικο.
«Κανείς δεν γνωρίζει Αρχοντία που είναι, αλλά από υγεία είναι καλά, να το ξέρεις.»
Αναγκάστηκα να της εξηγήσω από την αρχή τα πάντα και το μόνο που κατάφερα, ήταν να την κάνω να νομίζει στο τέλος πως της έκρυβα πολύ περισσότερα από όσα της έλεγα. 
«Δεν είσαι σε θέση να με ξεγελάσεις εμένα…»
«Είμαι σε θέση όμως να σου βάλω ένα τουρλωτό πιάτο φαί. Δεν είμαι;»
«Είσαι πανάθεμά σε. Βάλε και πες μου την αλήθεια.»
Δυό πιάτα έφαγε και ήπιε μισό κιλό κρασί της ποιότητας που γνωρίζετε. Της μέτριας. Ρεύτηκε μαζεύοντας το πηγούνι της προς τα μέσα. Αναστέναξε πρώτα και μετά κάκισε το πιοτί. Το είπε ‘’περσινό’’, ‘’ξύδιάρικο’’ και απατεώνα αυτόν που μου το πούλησε για φετινό. «Βρε χάπατο» με έδειξε «Δεκέμβρη ανοίγουν τα βαρέλια. Θέλει κρύο το κρασί…» 
Έπειτα θυμήθηκε και πάλι…
«Ο γιός μου. Να είναι σε κανένα καλό κρεβάτι λες; Μην και του κρατάς μούτρα και φοβάται να έρθει; Τα κάνουν αυτά οι άντρες να ξέρεις. Επιβάλλεται, να το κάνουν δηλαδή, το λέει και η εκκλησία…»
«Πρώτη φορά ακούω πως η εκκλησία δικαιολογεί την απάτη.» 
«Α, δεν το ξέρεις; Βέβαια, βέβαια, την πρώτη φορά, ο άντρας σχωριέται.»
Της είπα πως έχω πάψει να πηγαίνω εκκλησία και ετοιμαζόμουν να ανοίξω μια άλλη συζήτηση αλλά η Αρχόντω νύσταξε. Γλάρωσε και είπε να ξαπλώσει. Το έκανε στον καναπέ με τα μπούτια ανοιχτά… Θεέ μου. Την σκέπασα την ώρα που το κινητό μου κτυπούσε. 
Ο Βαλέρης!  Χαχα…
Τον ρώτησα τι θέλει και μου είπε πως πρέπει να με δει, πως είχαν λέει προκύψει στοιχεία πολλά και πολύ σοβαρά για τον Βύρωνα. ‘’Αξιόποινα’’ τα χαρακτήρισε. Σε κάθε ανάσα που έπαιρνε για να μου μιλήσει, τον έλεγα φτηνιάρη, πρόστυχο, αλήτη, μαλάκα, γυναικούλα και ότι άλλο μου κατέβαινε στο μυαλό. Στο τέλος του είπα πως αν είχε τόσο πολύ καημό να πηδήξει κάποια απελπισμένη, ας μου το έλεγε, και εγώ θα τον άφηνα στην κατάσταση που ήμουν να καμαρώσει επάνω μου. Του ζήτησα τα λεφτά μου πίσω. Μου είπε πως αύριο, την Κυριακή δηλαδή, πως θα μου τα έδινε.
«Πώς και την Κυριακή ρε Βαλέρη; Δευτέρα δεν είχες πει; Πώς και θα μου τα δώσεις νωρίτερα;»
Δεν απάντησε. Για πόσο έξυπνοι περνιούνται κάποιοι άντρες!
«Λες να είχα σπίτι μου λεφτά με τα αποτυπώματα της Όλιας; Για τόσο ηλίθια με περνάς; Για αυτό δεν μου ζήτησες δανεικά ένα τέτοιο ποσόν το Σάββατο;» Ο Βαλέρης δεν μιλούσε. «Ψάξατε όλοι οι μαλάκες του δημοσίου τους λογαριασμούς μου στις τράπεζες και είδατε πως είχε γίνει καμία κατάθεση σε ποσόν που να κινεί υποψίες και φανταστήκατε πως θα είχα τα χρήματα σπίτι μου. Για αυτό ήρθες νωρίτερα εχθές. Για να ψάξεις. Σε σιχαίνομαι Βαλέρη. Πόσο πιο μαλάκας μπορείς να γίνεις, μου λες;»
«Θα πρέπει να περάσεις από το γραφείο να δώσεις επίσημη κατάθεση.»
Του είπα να πάει να γαμηθεί και αυτός και ο Τζανής. Του έκλεισα το τηλέφωνο στην μούρη.
Να ήταν ιδέα του Τζανή η απόσπαση πληροφοριών επάνω στο κρεβάτι; Να άρεσα καθόλου στον Βαλέρη ή να με έβλεπε σαν μία αγγαρεία που έπρεπε να φέρει σε πέρας; Να ρίξανε κλήρο, για το ποιος από τους δυό τους θα έπαιζε τον εραστή στο σώμα μου; Θα πήγαινα και με τους δύο, η αλήθεια είναι αυτή. Τώρα που το σκέφτομαι, καταλαβαίνω πως θα πήγαινα. 
Δεν είχαμε πει έτσι Βύρωνα. Δεν φταίω εγώ για τίποτα. Για τίποτα απολύτως. Αλλιώς ήτανε κανονισμένα τα πράγματα. Αλλιώς…

                                                    ***

Θα ετοιμαζόμουν να κοιμηθώ όταν η πόρτα μου κτύπησε ελαφρά. Η Αρχόντω, ήδη βρισκόταν στο κρεβάτι της εδώ και μία ώρα και δεν επρόκειτο να ξυπνήσει πριν τις δέκα το επόμενο πρωινό. Κοίταξα το ρολόι μου απορώντας με τη ηρεμία που έδειχνε ο εαυτός μου. Δώδεκα και κάτι ψιλά. Τελικά εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να κάνουμε πολλά. Καλά και κακά. Θέληση να υπάρχει.
Ο Βαλέρης στεκόταν με το ένα χέρι στερεωμένο στο κάσωμα. Τα πουκάμισα του κρεμόταν έξω από το παντελόνι του και φορούσε σανδάλια. Η όψη του εξέφραζε την χειρότερη εκδοχή του. Ήθελα να του πω, πως ‘’δεν γαμάς αγόρι μου με ετούτα τα μούτρα’’ αλλά φυσικά δεν το είπα και απόρησα με την δύναμη της ψυχής μου για πλάκες. Δεν του είπα ούτε ‘’τι θέλεις’’, ούτε τον έβρισα, ούτε του χίμηξα. Τίποτα. Απλά υποχώρησα σαν να ήμουν υποχρεωμένη να το κάνω και τον άφησα να περάσει. Τον καλωσόρισα με τον τρόπο μου στο σπίτι που δεν σεβάστηκε.
Κρατήθηκα να μην γελάσω. Μα την Παναγία πολύ κρατήθηκα να μην το κάνω, όταν με ρώτησε τι μυρίζει. Θα ήθελα να του πω να μην ανησυχεί, γιατί πάντα ο κώλος της πεθεράς μου ότι κι αν τρώει με ελάχιστες εξαιρέσεις έτσι βρομάει, μα μια και ο κάθε ένας από εμάς, μετά από λίγη ώρα εγκλιματίζεται, κρατήθηκα και του είπα πως «Μαγείρεψα στιφάδο».
«Γελάς;» με κοίταξε με απορία.
«Χέσε με ρε Βαλέρη. Γελάω για να μην κλάψω» την αλήθεια του έλεγα, μα συνέχιζα να γελάω ένα γέλιο νευρικό σκεφτόμενη την Αρχόντω να τον έχει στριμωγμένο στην γωνία και να τον ‘’βάλλει’’ κατά βούληση με πορδές και ερωτήσεις.
«Είσαι καλά Μύριαμ; Ήρθα να σου εξηγήσω.»
Του αποκρίθηκα πως μέσα ήταν η πεθερά μου και καλά θα έκανε να μην φωνάζει. Του κατέστησα ακόμη σαφές πως πριν από αυτόν μου είχε εξηγήσει και κάποιος άλλος και κάποια άλλη με τη σειρά της, -η γυναίκα του-, και σαν καλή μαθήτρια που ήμουν, είχα μάθει πως ποτέ τα πράγματα δεν είναι όπως βλέπουν τα μάτια του μάρτυρα, αλλά είναι όπως ακριβώς θέλει να τα παρουσιάσει ο δράστης. Ειρωνευόμουν.
«Τι δεν καταλαβαίνεις Βαλέρη;»
Χαμήλωσε τα μάτια και ζήτησε συγνώμη.
«Η γυναίκα σου κατάλαβε τίποτα;»
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και μου είπε απλώνοντας το χέρι του στο δικό μου πως είχε περάσει καλά μαζί μου. Τραβήχτηκα απότομα και σηκώθηκα. Δεν είχα την δύναμη ούτε να τον βρίσω. Όταν ο αγώνας χαθεί δεν έχει νόημα  το μεθεόρτιο. Μοιάζει με εκείνο το τρίτο ημίχρονο του ποδοσφαίρου που μπορεί να κρατήσει αιώνες αγκυλωμένους τους συζητητές, μια και δεν υπάρχει μία μόνη σαφής γνώμη για το αίτιο της πολλαπλής ήττας.
«Αν μπορούσα θα έκανα κακό και σε εσένα και στον Τζανή.»
Ο Βαλέρης ζήτησε για ακόμη μία φορά συγνώμη.
Άφησε ένα πάκο με πενηντάρικα στο τραπέζι. 
«Τα λεφτά σου είναι καθαρά. 4000. Συγνώμη και πάλι.»
«Δεν ντράπηκες;»
«Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς»
Του έβαλα ουίσκι δωδεκάρι, από το αγαπημένο του Βύρωνα. Διπλή δόση. Ανακίνησα για ώρα το υγρό με τα παγάκια μέσα του πριν του το δώσω. Έβαλα και για μένα ένα λικέρ.
«Ο άντρας σου Μύριαμ, δεν πρέπει να είναι καθαρός. Δεν έχουμε αποδείξεις ακόμη, αλλά υπάρχουν ένα σωρό ενδείξεις» έκανε μια μικρή παύση με το ποτήρι στα χέρια. Το κίτρινο υγρό έφερνε βόλτες το γυαλί που θόλωνε. Με κοίταξε. «Ήξερες για τις δουλειές του άντρα σου;»
Τον ρώτησα ήρεμη αν είχε έρθει στο σπίτι μου τέτοια ώρα για να απολογηθεί ή για να αποσπάσει ομολογία. Επέμενα να μου απαντήσει, αν ακόμη και τώρα, δεν σεβόταν ούτε το ιερό αλλά ούτε και το όσιο κάποιας κερατωμένης από σύζυγο και εραστή. Εξακολούθησα να του λέω διάφορα και στο τέλος κατέληξα στο πώς θα του φαινόταν αν του είχα βάλει ισχυρό υπνωτικό στο ποτό του και αν αναρωτιόταν για την εντύπωση που θα προκαλούσε το πρωί στους γείτονες αν βρισκόταν στα σκαλιά της βρομερής του πολυκατοικίας, με το πουλί στην δεξιά τσέπη του λεπτού σακακιού του και τις ξυρισμένες του μπάλες στην αριστερή.
Έσφιξε τα χείλια. Αποδεχόταν. Μου είπε με σχετική συμπάθεια πως με προετοίμαζε για την ‘επόμενη’ μέρα. Επέμενε πως θα έπρεπε για όλα αυτά να ερωτηθώ και να υπογράψω στην γενική διεύθυνση της αστυνομίας τη Δευτέρα το πρωί. Πριν τις εννιά. Υπήρχε φόνος. Αν δεν υπήρχε, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο χαλαρά. Οι διαδικασία δεν κινείται για κανενός είδους πήδημα, είτε αυτό είναι μέτριο, είτε ξεγυρισμένο.  Δεν νοιάζεται το κράτος δηλαδή. Δεν πα να γαμιούνται οι υπηκόοι του κατ’ εξακολούθηση στα όρθια και στα ξαπλωτά. Ας τα βρίσκουν μετά μεταξύ τους. Να μην σκοτώνονται θέλει και χάνει φόρους.
«Πιστεύεις πως θα μπορούσα να σου κάνω κακό; Εννοώ να σε μαρτυρήσω» τον ρώτησα.
«Αν ήθελες θα μπορούσες ήδη να το έχεις κάνει.»
«Με έχεις για καλή γυναίκα; Για καλό άνθρωπο; Θέλω να πω.»
Μου είπε πως δε μπορεί να ξέρει. Αυτό χρειαζόταν πολύ χρόνο για να μπορέσει να το καταλάβει και ίσως και πολύ περισσότερα κρεβάτια και ακόμη και συγκατοίκηση. Μαγειρέματα, τσακωμούς, εξόδους, αγάπες, μαλώματα, νιτερέσα. Δίκιο είχε. Τρανό παράδειγμα ο Βύρων, που μετά από μιάμιση δεκαετία ακόμη τον ανακάλυπτα.
«Ρώτα με λοιπόν, Βαλέρη. Τι θέλεις να σου πω;»
«Τι ξέρεις για τις δουλειές του άντρα σου;»
«Με ρωτάς σαν φίλος;» τον έπαιξα.
«Σαν οτιδήποτε βάλει ο νους σου.»
«Ο Βύρων ήταν ότι καλύτερο είχε επιδείξει ο προγραμματισμός…»
«Ήταν;….» του έκανε εντύπωση ο αόριστος χρόνος.
«Μέχρι να εμφανισθεί και πάλι στο παρόν, ναι, ‘’ήταν’’, Βαλέρη. Εντάξει;» έκανα μία μικρή παύση «Ήταν ικανός για όλα» συνέχισα «Από εκεί που δεν το περίμενες σου έβγαζε λαγό»
Ο Βαλέρης χάζεψε το άδειο ποτήρι του. Χωρίς να περιμένω να μου πει τίποτα του έβαλα ένα νέο στην ίδια διπλή δόση.
«Αν σου έλεγα πως τον υποπτευόμαστε για μία σωρεία παραβάσεων, τι θα έλεγες; Ο Βύρων θα ήταν ικανός να σκαρώσει μία κομπίνα;»
«Ο κάθε άνθρωπος είναι ικανός να σκαρώσει Βαλέρη. Κοίτα τον εαυτό σου. Δες εσύ πόσο ωραία με κορόιδεψες. Πόσο καλά, μου την έστησες. Βέβαια εσένα είναι δουλειά σου, του Βύρωνα… δεν ξέρω, πάντως πιστεύω πως ο Βύρων ήταν καλός στο να κόβει γυναίκες. Σαν κι εσένα. Για οικονομικές απάτες νομίζω πως όχι, πως δεν θα έκανε…»
«Εγώ δεν μίλησα για οικονομικές απάτες, πώς το ξέρεις;»
«Επιμένεις ακόμη να είσαι μαλάκας; Όταν μου λες ‘’κομπίνα’’ τι θαρρείς πως καταλαβαίνω;»
Θα μπορούσα να τον διώξω, αλλά από μία άποψη ακόμη μου άρεσε να είμαι κοντά του. Μου άρεσε αυτή η άτυπη, η αδήλωτη μάχη μας. Το νιώσιμο του απόηχου της πράξης μου. Έβαλε μια ακόμη γενναία δόση ποτού από το μπουκάλι που το είχα φέρει στο τραπεζάκι και μου είπε πως η δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος είχε ανακαλύψει πολλά, αλλά δεν μπορούσε να μου τα αποκαλύψει. Ήταν ακόμη μυστικά. Απόρρητα. 
Του είπα να αφήσει τις παπαριές και να μου μιλήσει στα ίσια αν γούσταρε ίσιες απαντήσεις. Του επιτέθηκα κανονικά γιατί δεν είχε κανένα νόημα πλέον το κρυφτό. Η κατάσταση σύντομα θα αποκαλυπτόταν…
«Με έχετε για ηλίθια και εσύ και ο Τζανής. Όποια γυναίκα γαμάτε την θεωρείτε βλαμμένη. Ποτέ δεν περνάει από το μυαλό σας πως εκείνη ίσως να σας ήθελε περισσότερο από ότι την θέλατε εσείς, είτε γιατί έχετε χαμηλή αυτοεκτίμηση είτε γιατί το ένστικτο του κυνηγού από το οποίο διακατέχεσθε, έχει υπερτροφύσει  και σας έχει κάνει να πιστεύετε πως το ‘θύμα’ θέλει πάντα να σας ξεφύγει. Οι καιροί άλλαξαν Βαλέρη. Τα θύματα κάποιες φορές γουστάρουν το δόκανο και γελάνε με την βλακεία των κυνηγών. Πες το στον Τζανή να το ξέρει. Θα του καθόμουν με την ίδια ευκολία που κάθισα και σε εσένα». 
Απόλαυσα την μικρή μου νίκη στο γεμάτο απορία πρόσωπο του Βαλέρη. Προσπάθησα να ξεδιαλύνω τις σκέψεις του και χαμογέλασα με το στρογγύλεμα των ματιών του.
«Δηλαδή δεν σου άρεσα;»
«Στο προκείμενο Βαλέρη. Ήρθες για δουλειά. Ρώτα τώρα που έχω διάθεση» Τον είχα αποσυντονίσει. Χρειάστηκε ένα λεπτό της ώρας και ακόμη μία γουλιά ποτού για να νομίζει πως είχε πάρει και πάλι τα πάνω του.
«Ο Τζαούζης ο διευθυντής σας φαίνεται να έχει υπεξαιρέσει περίπου 700.000 ευρώ. Καλά δεν τα λέω;»
«Το έλεγε το χαρτί που σου έδωσα.»
«Πιστεύουμε πως αυτή ήταν μια δόλια κίνηση του άντρα σου, ένα προπέτασμα καπνού. Από την εταιρία έχουν υπεξαιρεθεί, 4.500.οο0 ευρώ. Τεράστιο ποσόν. Από αυτά μόνο οι 700.000 του Τζαούζη βρέθηκαν και μάλιστα πολύ εύκολα, τα υπόλοιπα αγνοούνται. Ακόμη βρέθηκαν κάμερες στο γραφείο της κυρίας Καραϊλή. Κάμερες που εκείνη αρνείται πως γνώριζε για αυτές.»
«Και καλά κάνει. Και εγώ στην θέση της θα αρνιόμουν.»
«Ναι αλλά οι φωτογραφίες που κυκλοφόρησαν, εκείνη φέρνουν σε δύσκολη θέση.»
«Λάθος Βαλέρη. Εμένα έφεραν σε τέτοια θέση. Κάτι σου ξεφεύγει. Αν  μπορέσεις και το δεις από κάποια άλλη σκοπιά θα δεις πως έχω δίκιο. Η αλήθεια έχει πάμπολλες πλευρές μην το ξεχνάς ετούτο.»
Με ρώτησε να τον κατατοπίσω και του είπα πως κάλλιστα, μια και ο Βύρωνας ο άντρας μου ήταν μυαλό επιχειρηματικό πως θα μπορούσε να έστηνε μια ωραία πορνοεπιχείρηση με χρήμα τρελό. Αναρωτήθηκα φωναχτά αν όλοι τους εκεί στην δίωξη ήταν τόσο μαλάκες όσο άφηναν να φανεί. 
«Για τον Θεό Βαλέρη. Έχετε τους κωδικούς και τις διευθύνσεις των site, αν είχατε και το μυαλό σας έξω από το εξαιρετικό αιδοίο της φίλης μου, θα βλέπατε από το όλο στήσιμο, πως πρόκειται για κάποια σελίδα που στρατολογεί νοικοκυρές -σαν και την ωραία γυναίκα σου- μόνο για μέλη με συνδρομή. Τι λες, η γυναίκα σου θα έδειχνε το μουνί της για 10.000; Για 20.000; Θα υπήρχε ποσόν να είσαι σίγουρος, όπως θα υπήρχαν και πολλοί γνωστοί της που θα πλήρωναν με την σειρά τους συνδρομή να την δουν και να την καμαρώνουν  μετά στο πλάι σου. Ο Τζανής για παράδειγμα. Ο φίλος και ο συνεργάτης σου πρώτος και ολόκληρο το αστυνομικό σώμα που σε γνωρίζει μετά. Τι λές, δεν θα πλήρωναν για να δούν τα κρυφά της γυναίκας σου; Ή εσύ δεν θα έδινες μια μηνιαία συνδρομή για τον κώλο της γκόμενας ενός φίλου σου που σου γουστάρει; Θα ενημερώσουν με e-mail σχετικά. ‘’Θα θέλατε κύριε Βουλγαρίδη να απολαύσετε την τάδε σε κάποιες από τις πολύ προσωπικές της στιγμές;’’ Δώστε μας τόσα! Τίποτα δεν θα έμενε στην τύχη να είσαι σίγουρος!»
Τον πείραξε και η φρασεολογία μου, αλλά και το διεστραμμένο μου μυαλό. Με είπε εντελώς ανώμαλη και διαφώνησε ρητά πως η γυναίκα του θα δεχόταν να ανοίξει τα όμορφα πόδια της. Δεν επέμενα, του είπα πως μπορεί να έκανα λάθος, αλλά γέλασα λέγοντάς του πως για την περίπτωση που ποτέ θα ερχόταν σε οικονομική δυσπραγία, καλόν θα ήταν να κρατούσε το τηλέφωνο του Βύρωνα. ‘’Για καλό και για κακό βρε αδελφέ…’’ Ποιος ήξερε μπορεί να άνοιγε και κάποιο site για άντρες! Με εκείνον για παράδειγμα μέσα. Πολύ γέλασα με την απορία που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.
«Ααα, Βαλέρη, εγώ θα ήμουν η πρώτη που θα πλήρωνα τον άντρα μου να σε ξαναδώ!» 
Γέλασε ξινά μαζί μου. Η ατμόσφαιρα ελάφρυνε λίγο και βάλαμε και ακόμη ένα ποτό. Λιγότερο αυτή την φορά.
Έπειτα σοβάρεψε. Απότομα. Σκέφθηκε.
«Μα καλά, αν ξέρεις πως ο άντρας σου είναι ‘’τέτοιος’’, τότε η Όλια το μόνο που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν να συγκατανεύσει στις προθέσεις του ή να υποκύψει σε αυτές, κάνοντάς το για χρήματα ή για κάτι άλλο που μας διαφεύγει. Θα μπορούσε ακόμη και να μην ξέρει τίποτα, να έχει παραπλανηθεί…». Με κοίταζε ενώ το μυαλό του προσπαθούσε να ανακάμψει από το ποτό «τότε όμως εσύ δεν θα είχες δίκιο να απορείς και να προσποιείσαι την απατημένη. Θα γνώριζες από πριν! Δεν θα γνώριζες;»
Είχα γύρει πίσω και τον κοιτούσα αδρανής να μιλάει απολαμβάνοντας τις σκέψεις του. Ήμουν σαν την δασκάλα που είχε βάλει ένα δίλημμα σε μια ολόκληρη τάξη και κάποιο παιδί της προσπαθούσε να βρει την οδό της διαφυγής του λαβύρινθου, την πολυπόθητη λύση. Του είχα ανοίξει αδιάντροπα τα πόδια μου για να τον δυσκολέψω ακόμη περισσότερο. Τον άφηνα να βλέπει το διάφανο εσώρουχό μου την ώρα που υιοθετούσα την μορφή της παραπλανημένης παιδούλας. 
«… και όλοι οι καυγάδες; Τα γρατζουνισμένα του μούτρα; Όλα ψέματα; Μπα, δεν μπορεί να είσαστε τόσο σατανικοί, κάτι μου κρύβεις. Κάτι μου κρύβεις στα σίγουρα.»
Τον ρώτησα αν θέλει να γαμήσει για μια τελευταία φορά.
«Χωρίς αισθήματα και υποσχέσεις Βαλέρη. Τι λες θα μπορέσει να σου σηκωθεί; Το έχεις καταλάβει πως είσαι χαπακωμένος;»
Με είπε πουτάνα και σκρόφα μάγισσα.
Το δέχθηκα, όπως δέχθηκα πως ζήλευα την Όλια από την πρώτη μέρα που είχαμε γνωριστεί. Από κορίτσια μικρά. Του είπα ξεκάθαρα πως την ήθελα ακόμη και για γκόμενα. Θα γινόμουν λεσβία για χατίρι της. 
«Ω, σίγουρα θα γινόμουν. Την θαύμαζα Βαλέρη. Την θαύμαζα για όλα της. Για την φωνή της, για τις αντιδράσεις της, για το γέλιο της, για τα μάτια της, για το σώμα της, για όλα.» 
Του μαρτύρησα πως μου ξύπνησε το συναίσθημα εκείνο από τότε που είχαμε πειραματισθεί για πρώτη φορά στην εφηβεία μας τότε που είχαμε πιάσει τα στήθια μας και όχι μόνο αυτά. 
«Η Όλια, Βαλέρη, μπορεί να το ξεπέρασε, εγώ όμως όχι.» Την μίσησα ακόμη και για αυτό και προσπαθούσα να βρίσκομαι πάντοτε κοντά της. Απολάμβανα ακόμη και την μυρωδιά του σώματός της, μα εκείνη δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον για τα προσωπικά μας και έτσι της πήρα τον άντρα. Γέλασα.
Τον έβλεπα να με χαζεύει ενώ χαϊδευόμουν μπροστά του.
«Ήμουν πιο όμορφη τότε. Μμμμ ήμουν πολύ καλύτερη»
«Είσαι άρρωστη Μύριαμ!» έκανε να σηκωθεί μα δεν τα κατάφερε.
«Θες να με γαμήσεις Βαλέρη; Κοίτα με…»
«Τι μου έκανες ρε μαλακισμένη; Το ποτό. Τι μου έριξες μέσα; Γαμώτο σου. Θεέ μου δεν μπορώ να κουνηθώ.»
«Πολλά θα μπορούσα. Στάλες από τις γλύκες της Όλιας ή τις δικές μου. Ποιες θα προτιμούσες; Δεν απαντάς; Δεν πειράζει. Να ξέρεις όμως πως έχω κάθε δικαίωμα να σε σκοτώσω γιατί ο νόμος απαγορεύει τις επισκέψεις στα σπίτια των υπόπτων γυναικών με σκοπό τον βιασμό. Ναι Βαλέρη, ήρθες να με βιάσεις και με νάρκωσες. Εγώ πάρω ένα χάπι από εκείνα που αφήνουν ίχνη. Θα με βρει η πεθερά μου ναρκωμένη και εσένα νεκρό. Θα είσαι ο ‘’ξεβράκωτος γαμιάς’’, ‘’ο νεκρός, ξεβράκωτος γαμιάς’’. Πώς σου φαίνεται το ενδεχόμενο;»
«Μύριαμ σε παρακαλώ. Σύνελθε. Τίποτα ακόμη δεν έχει χαθεί…»
Σηκώθηκα και του έδειξα το μαχαίρι της κουζίνας μου. Του έφερα το μεγαλύτερο, εκείνο με στην ατσάλινη λαβή που γυάλιζε λάμψεις υπέροχες.  Έκανε λίγο πίσω, γιατί δεν μπορούσε να κάνει περισσότερο. Κινήθηκε απελπιστικά αργά γιατί η επήρεια του φαρμάκου είχε αρχίσει να επιδρά. Σήκωσα  το μαχαίρι μου και το ακούμπησα στον λαιμό του. Σίγουρα η λάμα του, δρόσισε την τραχεία του. Ένοιωσα το τρέμολο του χόνδρου του στην λαβή του μαχαιριού μου. Ωραία αίσθηση, μου θύμιζε την καρδιά του ψαριού στο αγκίστρι. 
«Γαμούσες και έπαιζες Βαλέρη παιχνίδια που περιελάμβαναν μουνί, κώλο και στόμα με την απελπισμένη ύποπτη ε; Την πασάλειβες με υγρά και με ψέματα. Πες μου πως δεν το έκανες και θα σε αφήσω. Πες μου απλά πως κάνω λάθος, πως δεν με κορόιδευες. Πες μου: ‘’Κάνεις λάθος πόρνη Μύριαμ.’’ Πες το.»
Ψέλλισε αντί για αυτό, μία συγνώμη. Τα μαλλιά του, τού ίδρωναν τον σβέρκο και η ανάσα του έβγαινε με δυσκολία από τα πνευμόνια του.
Άκουγα την φωνή μου βαθιά, γλυκιά, να σέρνεται σαν βελούδινο φίδι στο πάτωμα, να ανεβαίνει στον καναπέ και να τον τυλίγει σαν πύθωνας. Ήμουν ερωτική, αλήθεια σας λέω και δεν φταίει καθόλου η έξαψη του θανάτου που έκανε το αιδοίο μου να πρήζεται και να πνίγεται στα υγρά του μέσα.
Πλησίασα την μούρη μου στην δικιά του.
                                                                                
  20

Τον φίλησα στα χείλια και άνοιξε το στόμα του. Αποδεχόταν. Τελικά συμπέρανα πως ο άντρας πηγαίνει ακόμη και στον θάνατο με το μυαλό στο πήδημα. Ξανακάθισα στην θέση μου. Η αλήθεια είναι πως δεν τα είχα σχεδιάσει έτσι. Κάπως αλλιώς τα ετοίμαζα, μα μια και η τύχη το θέλησε, δεν θα της χάλαγα το χατίρι.  Πήρα και πάλι τον λόγο.
«Όλα αυτά που σου είπα, θα μπορούσα να τα έβγαζα από τα συμφραζόμενα, θα είχα την δυνατότητα να τα καταλάβω εκ των υστέρων ή αν θέλεις, να τα υποψιαστώ από την στιγμή που είδα το site, το οποίο όπως γνωρίζεις περιελάμβανε και κάποιες άλλες γυναίκες…»
Το ήξερε. Το είχε ψάξει με τον Τζανή και με όλη την υπόλοιπη ομάδα της δίωξης του ηλεκτρονικού εγκλήματος, μα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο εκτός από το να λιγουρεύονται τις εκτιθέμενες και ενδεχομένως κάποιοι από αυτούς να καυλώνουν. Δεν είχε δημοσιευθεί επίσημα τίποτα ακόμη. Ο μετρητής της επισκεψιμότητας ήταν στο μηδέν και η σελίδα ακόμη υπό κατασκευή.
Μου είπε με κάπως μπερδεμένα λόγια, πως δεν με πιστεύει. Παραδέχθηκε πως με είχε υποτιμήσει και αυτός και ο Τζανής και όλοι οι υπόλοιποι. Με παρακάλεσε να μην του κάνω κακό και εκείνος θα ήταν πρόθυμος να κουκουλώσει την υπόθεση. Το μόνο που δεν είπε, ήταν με ποιο τρόπο θα έκανε το κουκούλωμα.  Με ποιο τρόπο θα έπειθε τον Τζανή και τον αριστοκρατικό εισαγγελέα περί της μη ενοχής μου. 
«Μύριαμ πέρασα όμορφα μαζί σου.»
Αυτό κι αν ήταν! «Σε πιστεύω Βαλέρη, σε πιστεύω αλλά αυτό το πιστώνομαι εγώ. Τη πολλή δοτικότητα εγώ την έβαλα. Εσύ χρεώνεσαι την απάτη». Του πρόσφερα ένα καθαρό ποτό με πολλά παγάκια να δροσιστεί. «Πιες. Ετούτο είναι καθαρό.» 
Ανακάθισε με δυσκολία. Ταλαντευόταν. Ήπιε μια μικρή καχύποπτη γουλιά και κοίταξε το ξανθό ποτό αμέσως μετά. Το μύρισε κιόλας, λες και ήταν ο Σωκράτης που πια τα είχε αποφασισμένα όλα ή κάποιος άλλος σπουδαίος γνώστης των όλων δηλητηριωδών ουσιών.
Γέλασα με καλοσύνη και με την υπεροχή που δίνει η επικράτηση.
«Δεν ρίχτηκε η Όλια στον άντρα σου.» συμπέρανε με κόπο «Ο άντρας σου την παγίδευσε.» κούνησε το κεφάλι του για λίγο με λύπη και το βλέμμα του στάθηκε στο απρόσεκτο κάθισμά μου. Δεν με ένοιαξε. Ό,τι ήταν να δει, το είχε και ιδωμένο και δοκιμασμένο με όλους τους τρόπους. Βολεύτηκα καλύτερα. Του έγνεψα να συνεχίσει να λέει και το έκανε με φανερή προσπάθεια: «Εκείνος έστησε τις κάμερες, εκείνος είχε την ιδέα. Αυτά είναι πράγματα που τα σκέφτεται ένας άντρας. Κι εσύ τα ήξερες. Όλα τα ήξερες!» έβρισε μία μικρή βρισιά.
Του είπα πως τα πάει καλά, αλλά είχε ακόμη πολύ δρόμο. Έκανε να σηκωθεί, ίσως για να μετρήσει τις δυνάμεις του, αλλά δεν μπόρεσε. Του κούνησα το μαχαίρι μπροστά στα μούτρα του και μου είπε να μην γίνομαι μελοδραματική, γιατί  μια και δεν ήμουν κακιά, φαινόμουν γελοία.
Του κατέστησα σαφές διασκεδάζοντας την ώρα, έχοντας ακόμη τα πόδια μου επάνω στις μαξιλάρες του καναπέ, πως αν με έγλυφε εκεί που έπρεπε, με την τέχνη που ‘έγλυφε’ τώρα την προσωπικότητά μου για να αποσπάσει την εύνοιά μου, ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχτεί αλλιώς. Γέλασα με υποκρισία.
«Κάθε γυναίκα Βαλέρη, εκτιμάει την αξιοπρεπή περιποίηση στο βάθος των ποδών της.» 
Του γέλασα πάλι και του έδειξα το μέρος. Τον φόβισα επιπροσθέτως με όλη μου την σοβαρότητα, πως όλα τα χαντάκια των επαρχιακών δρόμων από την Αθήνα προς τα Γιάννενα και όχι μόνο, πως είναι στρωμένα από πτώματα ανθρώπων που δεν είχαν πιστέψει στην κακοσύνη του αντιπάλου τους. Ήταν η σειρά του να γελάσει. Το έκανε με την ψυχή του γέρνοντας το κεφάλι του προς τα πίσω παραδομένος. Του φάνηκε αστεία η αλληλουχία των λέξεων που είχα επιλέξει και μετά με είπε τρελή. Τρελή για δέσιμο και ψυχρολουσία. Μια εντελώς γαμημένη τρελή, που άξιζα πέραν όλων των άλλων, κλείσιμο στο σκοτεινότερο μπουντρούμι του Δαφνίου. Κι έπειτα σαν να έκλαψε. Ήταν μια ξαφνική λύπηση του εαυτού του, απόρροια προφανώς του ηρεμιστικού που τον είχα ποτίσει.
«Η Όλια, ανακάλυψε το site…» ξεκίνησα να του λέω, μα με έκοψε λέγοντάς μου πως το πιθανότερο ήταν να με παράταγε ο άντρας μου για εκείνη. Κάκιωσε κιόλας. Του άρεσε η ιδέα του πικαρίσματος.
«Ο Βύρων σε είχε χεσμένη Μύριαμ και σένα και όλο σου το σόι… Θα στην κοπάναγε με την Όλια. Μετά το πήδημα μαζί της του φούντωσε ο έρωτας και πάλι… Φαίνεται πως το είχε …‘γλυκό’, μα την αλήθεια»
Του είπα να σκάσει. Να το βουλώσει. Να μην ξαναμιλήσει. Μα δεν με άκουσε. «Η φίλη σου του γύρισε τα μυαλά… για κλειδί χρησιμοποίησε το μουνί της. Χαχαχα. Η βίδα του κάθε άντρα ξεσφίγγει με αυτό το κλειδί. Χαχαχα. Την πάτησες Μύριαμ. Έπεσες στον ίδιο τον λάκκο που έσκαβες…» για μερικά δευτερόλεπτα αναλογίστηκε τα λεγόμενα του, κατόπιν κούνησε το κεφάλι του σαν να συμφωνούσε με τον εαυτό του και μονολόγησε. «Πάντα έτσι γίνεται. Πάντα.» Έδειχνε να σοβαρεύει ή να κουράζεται μετά την διανοητική του έξαρση.
«Ψέματα.» βρήκα τον χρόνο να πεταχτώ απορρίπτοντας τον συλλογισμό του. «Τον εκβίαζε. Βρήκε το site που έφτιαχνε εκείνος εν αγνοία της, ανακάλυψε και την απάτη με τα λεφτά που ετοιμάζαμε. Τα αντέγραψε και τα πήρε σπίτι της με σκοπό να τον καταδώσει.»
«Κάνεις λάθος Μύριαμ. Η Όλια δεν ήταν σε θέση να μπορεί να γνωρίζει. Εδώ εμείς με εξειδικευμένους προγραμματιστές δεν έχουμε ακόμη μπορέσει να σπάσουμε τους κώδικές του άντρα σου, θα το έκανε η Όλια; Για σκέψου. Ο Βύρων, της τα έδωσε να τα κρύψει και εσύ τα βρήκες κατά τύχη ενώ έψαχνες σαχλά πειστήρια της σχέσης του άντρα σου μαζί της. Σε δουλέψανε Μύριαμ. Σε δουλέψανε αγρίως!»
Του απείλησα το πουλί. «Θα σου τον κόψω» αν δεν σκάσεις. Τον είπα και πούστη, σιγά μην ντραπώ να σας το πω. Εδώ έχουμε γίνει ρόμπες προ πολλού …
Αναθάρρησε και μου είπε πως ακόμη με γουστάρει και πως όταν του περάσει η επήρεια αυτής ‘’μαλακίας’’ που του είχα δώσει, θα με γαμούσε και πάλι κανονικά και με τον νόμο. Και από πίσω και από μπρος. 
«Με περνάς για τρελή ρε ηλίθιε; Πες το  μου να το ξέρω. Θεωρείς πως όλα αυτά που μου λες τα ακούω για πρώτη φορά; Πιστεύεις πώς νομίζω πώς τα συμπεραίνεις; Μαλακίες μου λες. Όλο υποθέσεις είσαι, αν και σε μερικές από αυτές, πέφτεις κατά τύχη μέσα.»
«Δεν πρόκειται να γλυτώσεις Μύριαμ, να το ξέρεις.»
«Ποια κατηγορία θα μπορούσε να με βαρύνει. Της ηλιθιότητας; Της βλακείας; Του κέρατου ή της απάτης; Για σκέψου λιγάκι αστυνόμε; Αν πάω κατηγορούμενη, εσύ χαλάς το σπίτι σου. Αρκεί μια περιγραφή της ψωλής σου και μία φωτογραφία και ο γάμος σου τελειώνει. Πες με τρελή τώρα, ηλίθιε. Πες με.»
Με ρώτησε πού έχω τις φωτογραφίες. Ήθελε να τις δει για να με πιστέψει. Του ξεφούρνισα πως δεν νοιάζομαι για το τι, πιστεύει και το τι, όχι. Όταν ερχόταν η ώρα θα μάθαινε… Τον άφησα λίγο να σκεφθεί το κάθε ενδεχόμενο. Καθόμουν απέναντί του και τον κοιτούσα με τα πόδια μου ανοιχτά ικανοποιώντας το ένστικτο εκείνο που κάνει τους ανθρώπους να γδύνονται στην ερημιά. Ο Βαλέρης ήταν ήδη πεθαμένος, απλά δεν το ήξερε ακόμη.  
Ξαφνικά πετάχτηκε σαν κάτι να θυμήθηκε κάτι σπουδαίο.
«Μωρή γαμιόλα εσύ είχες κανονίσει το ραντεβού που κόντεψα να σκοτωθώ. Εσύ. Εσύ δεν το κανόνισες;»
Του είπα ήρεμα ενώ χαϊδευόμουν μηχανικά χωρίς να έχω ηδονές, πως όχι. Η Όλια είχε το κανονίσει το ραντεβού, μόνο που εγώ είχα προσθέσει τα άτομα σε άλλη ώρα και τους είχα πει να προσέξουν να μην του κάνουν κακό. «Δεν θα πρέπει να με ευχαριστήσεις για αυτό;»
«Για αυτό ανησυχούσες μήπως και είχα σκοτώσει κανέναν!»
«Ναι, αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Θα πρέπει να ξέρεις πως είχα ακόμη κανονίσει μαζί τους να επισκεφτούν το σπίτι της Όλιας για να βρουν εκείνο που πιθανόν να μην εύρισκα εγώ. Αποδείξεις δηλαδή της σχέσης της με τον Βύρωνα καθόσον για εμένα οι αποδείξεις αυτές ήταν τόσο σημαντικές, όσο και όλο το τέχνασμα που σκαρώναμε. Αν ο Βύρων με πρόδινε μαζί της θα πάθαινε, αυτό που ήδη έχει πάθει.» 
«Και τι έχει πάθει;»
Μα τον άγιο ορισμένες φορές οι άντρες είναι αξιαγάπητοι μόνο και μόνο από τις εκφράσεις τους. Μοιάζουν τόσο με τα μωρά!
«Θάνατο μωρέ Βαλέρη. Τι άλλο θα μπορούσε να έχει πάθει;»
Τον σκούντησα. «Βαλέρη ξύπνα άνθρωπέ μου… Εεε..»
Ανοιγόκλεισε τα μάτια του.
«Και πού τους βρήκες εσύ αυτούς τους ανθρώπους;»
«Ήταν άνθρωποι που χρησιμοποιούσε ο Βύρων καμιά φορά. Τα είχα τα τηλέφωνά τους. Ήξερα πως αναλάμβαναν τέτοιες δουλειές χωρίς να ρωτάνε. Τα λεφτά σε κάποιο σημείο κάποιου δρόμου εκ των προτέρων.» τον κοίταξα, ήπια μια γουλιά τελειώνοντας το λικέρ μου.  Έκανα μία αδιάφορη κίνηση με το χέρι μου «Απλά στο σπίτι της Όλιας συμπέσαμε» ολοκλήρωσα αναπολώντας την κατάσταση.
«Παραδέξου πως γούσταρες να πηγαίνεις στο σπίτι της φίλης σου. Παραδέξου το.»
«Το παραδέχομαι Βαλέρη. Το παραδέχομαι πως αναστατωνόμουν με κάθε τι δικό της. Τα ίδια θα λέμε;»
Έγειρε πίσω αναστατωμένος. Με ρώτησε αν θα πεθάνει με το φάρμακο που τον είχα ποτίσει, γιατί νόμιζε λέει πως τον πονάει η κοιλιά του. Του απάντησα πως αν νόμιζε πως με τον υποτιθέμενο κοιλόπονό του θα έπαιρνε το δικαίωμα να κλάσει, ήταν πολύ γελασμένος. «Ο τελευταίος άντρας αγόρι μου που με ξεγέλασε με αυτόν τον τρόπο ήταν ο Βύρων και η κολίτιδα της μάνας του. Δεν θα την ξαναπατάω στην ζωή μου. Ποτέ.»
Με είπε σιχαμένη, δειλή, βλαμμένη, βρομιάρα. Άκουγα τα λόγια του προσπαθώντας να ερμηνεύσω περισσότερο την ανάγκη του για συμπαράσταση παρά για να μπω στην ουσία τους μέσα. Ο κάθε άνθρωπος στον υπέρτατο φόβο του θανάτου, αντιδρά αλλιώτικα. Αυτό είναι πράγματι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα για συζήτηση. Ίδρωνε.
«Ο λόγος Βαλέρη, όπως θα έχεις καταλάβει, δεν ήταν το ένα το πήδημα του άντρα μου μαζί της. Αυτό ήταν κανονισμένο ώστε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της και να μπορεί να περνάει στον χώρο του γραφείου της ελεύθερα για να ξεσκαλίζει τους υπολογιστές της.» 
«Και που ήξερες εσύ τι είχε ανακαλύψει η Όλια;»
«Τι σου λέω τόση ώρα; Δεν ήξερα, κατά τύχη το έμαθα. Περίμενα ο Βύρων να ενημερώσει εμένα. Μόλις είδα τα χαρτά στα χέρια της κατάλαβα πως κάτι δεν πάει καλά. Ο Βύρων δεν απαντούσε στο τηλέφωνο, αλλά ακόμη δεν είχα ανησυχήσει γιατί τα τηλέφωνα παρακολουθούνται και μπορεί να το απέφευγε.»
«Άρα τα ήξερες όλα…»
«Και εκείνα που μου διέφευγαν τα υπέθετα.»
Του ξεκούμπωσα το παντελόνι. Προσπάθησε να αντισταθεί μα η δύναμη του ήταν ίδια με κείνη ενός μικρού παιδιού. Χρειαζόμουν το DNA του στο κορμί μου. Του το είπα. Ο Βαλέρης δεν μπορούσε να αντισταθεί. Του πρότεινα να προσπαθήσει να το απολαύσει.
«Αφού θα γίνει μωρέ παιδί μου…» χαϊδεύτηκα σαν άμυαλη ξανθιά.
«Τα λεφτά, της τα πήρες; Πες μου την έκλεψες;»
«Της τα πήρα Βαλέρη, αλλά δεν τα έκρυψα στο σπίτι μου. Αλήθεια με έχετε όλοι σας για χαζή. Πολύ λυπάμαι. Πάρα πολύ που σας δίνω αυτή την εντύπωση.»
Το πουλί του ήταν αξιολύπητο. Θύμιζε barilla πολυβρασμένη καθώς δεν είχε καμία σχέση με τη έπαρση των προηγούμενων προσπαθειών του. Του το είπα. «Έλεος παλικάρι μου. Με ‘’ασσόδυο και με διπλές’’, δεν βιάζει κανείς καμιά, ούτε στο τάβλι ούτε και στην ζωή.»
«Και ο νεκρός; Ο νεκρός πού βρέθηκε; Ποιος ήταν ποιος τον σκότωσε;»
Του έδειξα το μαχαίρι, γελώντας,
«Εσύ; Δεν το πιστεύω. Με αυτό το μαχαίρι;»
«Ταιριάζει, δεν ταιριάζει Βαλέρη; Τι έλεγε ο ιατροδικαστής; Θυμάσαι; Μεγάλο αιχμηρό αντικείμενο. Ε, δεν θα μπορούσε να είναι αυτό;»
Με κοιτούσε σαν χαζός. Προσπαθούσε να εξηγήσει το γέλιο μου. Σίγουρα υπέθετε πως ήμουν και τρελή και φόνισσα και άρα απολύτως άξια για τα χοντρά τα σίδερα.
«Μα καλά είσαι εντελώς βλαμμένος; Έχεις τρομάξει τόσο πολύ, που ό,τι σου λέω το πιστεύεις; Είναι δυνατόν να έχει γίνει φόνος με αυτό το μαχαίρι και να βρίσκεται στο σπίτι μου μέσα και όχι στον πάτο της θάλασσας; Έλεος. Αχ Θεέ μου τι θα κάνω με δαύτον;»
Τα μάτια του γυάλιζαν.
«Αν δεν σου σηκωθεί Βαλέρη θα σου το κόψω. Κανόνισε την πορεία σου. Θέλεις κανένα πουτανιάρικο κόλπο ή φοβάσαι το στόμα μου;» Γέλασα. «Εντάξει με την ησυχία σου, Βλέπε μπας και γίνει τίποτα. Θέλεις ένα ποτάκι ακόμη; Μια κόκα να ρευτείς;»
Ήθελε κι από τα δύο. Έβρισε και τον διάολο κιόλας.
«Και καλά» με ρώτησε «ποιος θα ερχόταν από την μεριά της Όλιας να πάρει τον φάκελο;»
Πού θέλεις να ξέρω; Μπορεί η ίδια. Το ραντεβού ήταν κανονισμένο για μετά από δύο ώρες. Ο Βύρων θα την κάλυπτε σίγουρα για τα χαμένα της λεφτά. Σε κάτι τέτοια ήταν πολύ κύριος.»
Ο Βαλέρης ήπιε λίγο ποτό και εγώ του τον πήρα λίγο στο στόμα. Μου άρεσε. «Καλά βρε άθλιε» χαριτολόγησα, «πως μπορεί και σου σηκώνεται μέσα σε όλο αυτόν το χαμό;»
«Είσαι παλαβή; Εσύ μου είπες πως θέλεις να μου σηκωθεί;»
«Ναι, αλλά εγώ το είπα για αστείο, γιατί δεν περίμενα ποτέ πως θα τα κατάφερνες. Τι διάολο έχεις μέσα στο μυαλό σου; Γυρίζεις κάποιο κουμπί;»
Κάθισα  πάνω του. Τον βόλεψα μέσα μου και κουνήθηκα απαλά. Του είπα ήρεμα προχωρώντας την συζήτηση, πως ο νεκρός που είχε βρεθεί πως θα μπορούσε να είναι κάποιος περίεργος ερευνητής που σκάλιζε την υπόθεση για τον λογαριασμό κάποιας εταιρίας που είδε ξαφνικά να μεταφέρονται τα κεφάλαιά της προς άγνωστη κατεύθυνση. «Μην με ρωτήσεις όμως ποιος τον σκότωσε γιατί αυτό ειλικρινά δεν ξέρω. Αυτό δεν ήταν μέσα σε κανένα σχέδιο.»
«Ο άντρας σου τον σκότωσε και του έσπασε τα μούτρα για να μην γνωρίζεται» Μου μιλούσε, συμπέρανε και συγχρόνως προσπαθούσε από ένστικτο να κουνηθεί μέσα μου. Δεν τα κατάφερνε. Στο τέλος εγκατέλειψε την προσπάθεια γιατί το πουλί του είχε χαλαρώσει ξαφνικά εντελώς. Βρισκόταν στα πρόθυρα του ύπνου όταν ψέλλιζε: «Δεν πίστευε ποτέ πως εσύ θα ‘’αρνιόσουν’’ την αναγνώριση του πτώματος από το μήκος του πέους του! Πού να το φανταστεί… Θα έπρεπε να σε πάρει τηλέφωνο να σε ειδοποιήσει!»
Σηκώθηκα από επάνω του. Δεν υπήρχε άλλωστε κανένα νόημα πλέον.
«Γι’ αυτό και δεν απαντούσε στα τηλέφωνα. Μου έκανε τον πεθαμένο. Βαλέρη. Βαλέρη. Ξύπνα παιδάκι μου.»
Μπα, ο Βαλέρης είχε παραδώσει το πνεύμα. Θα ξυπνούσε μετά από πολλές ώρες πιθανότατα από την βρόμα και τις τσιρίδες της Αρχοντίας.
Τον παράτησα με το πουλί έξω. Χαμογέλασα στην ιδέα της Αρχοντίας που νυσταγμένη καθώς ήταν μπορεί και να τον περνούσε και για τον γιό της.
Κοίταξα το ρολόι μου. Υπήρχε χρόνος.

                                               ***

Η κίνηση για το Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν ελάχιστη. Ο οδηγός του ταξί που λεγόταν Μαρίνος, δεν μπορούσε να κρατήσει το στόμα του κλειστό για περισσότερο από ένα λεπτό. Μέχρι να φτάσω στον χώρο αποβίβασης και περάσω σε εκείνο των αναχωρήσεων, είχα μάθει πως πριν από λίγες ημέρες είχε βγάλει ένα σπυρί πολύ πιο πάνω από τον πισινό του, δηλαδή κάτω από την μέση του και κάπως προς τα δεξιά, που τον ανησυχούσε. Τον φόρτωνε και η μάνα του με ανήσυχες ιδέες, 40 χρονών άντρα και …άστα να πάνε. 
Τον πλήρωσα βιαστικά και κατέβηκα. Του ευχήθηκα περαστικά και του είπα χαιρέκακα πως ακόμη και στην χειρότερη περίπτωση, υπήρχε και η καλή πλευρά της υπόθεσης: Αν για παράδειγμα ήταν καρκίνος πολύ επιθετικής μορφής και χρειαζόταν ακτινοβολίες, για νέο παράδειγμα, θα μπορούσε να εκλάβει το γεγονός σαν ένα πολύ ακριβό δωρεάν σολάριουμ, με την συνταγή του ΕΟΠΥΥ παρακαλώ. «Θα καμαρώνεις μαύρισμα τοπικό, Μαρίνο…. Τι σου χρωστάω;  Να πάρε. Τα ρέστα δικά σου.»
Μία βαλίτσα ήταν όλες μου οι αποσκευές.
Η κράτηση ήταν στο όνομά μου. Κανονικά. 
Ο Βύρων με είχε διδάξει πολλά πράγματα. Με είχε μάθει πρώτα, να έχω πάντοτε χρόνο γιατί η βιασύνη εγκυμονεί λάθη και έπειτα ότι κι αν κάνω να μοιάζει με αλήθεια. Αν ήθελα να πω ψέματα κάπου πως έπεσα στον δρόμο, θα έπρεπε πρώτα να έχω πέσει, ώστε να γνωρίζω ακόμη και τα συναισθήματα εκείνου που πέφτει και να αποκτήσουν οι παλάμες μου μερικές επιπλέον αποδείξεις. Τόσο λεπτολόγος ήταν και για αυτό τον λόγο παρέμενε πάντοτε στο απυρόβλητο. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που ‘’ζούσα’’ σε αυτή την ιστορία και το παραμικρότερο μέρος της απάτης που είχαμε από κοινού σκαρώσει. Το πρόσωπό του στο πρώτο μας καυγά, έπρεπε να του το γρατζουνίσω. Έπρεπε να τσακωθούμε δυνατά, έπρεπε να το πιστεύουμε, ώστε να το κάνουμε στα αλήθεια και να μας ακούσουν… Για ένα διάστημα ένοιωθα να ερμηνεύω τον εαυτό μου σε όλη του την ζωή, λέτε και βρισκόμουν στο περιζήτητο σανίδι του Μπρόντγουέη…
Μεγάλη εμπειρία. Πολύ μεγάλη.
Πέρασα κατ’ ευθείαν στο τσεκ-ιν, έδωσα την αποσκευή μου άρχισα να κόβω βόλτες σαν πλούσια χήρα. Σαν πλουσιότατη χήρα. Η μη σαφήνεια εδώ, μας χωρίζει από την αλήθεια που περιλαμβάνει περίπου 4.000.000 ευρώ. Τέσσερα εκατομμύρια ευρώ. Το γράφω αναλυτικά για να το εμπεδώσω καλύτερα. Εσείς βεβαίως στέκεστε αδιάφορες στο γεγονός, γιατί δεν σας αφορά το νούμερο. Αν σας αφορούσε θα κάνατε ομοίως αρκετές ώρες να το εμπεδώσετε. Ίσως και παραπάνω από αρκετές.
Σας κρατάω σε αγωνία; Σίγουρα το κάνω, μα όχι από κακία αλλά από την ανάγκη μου να χαρώ αποκαλύπτοντας αργά-αργά όλα εκείνα που δεν έχετε ακόμη μάθει. Και είναι πολλά. 
Παρήγγειλα εσπρέσο στη καφετέρια του αεροδρομίου. Αν μπορούσα θα άναβα και τσιγάρο. Ο εικοσιπεντάρης νεαρός από απέναντι που με κοίταξε, με έκανε προς στιγμή να ανησυχήσω πως κάποια ξεχασμένη νότα απελπισίας κρεμότανε σαν το ξεχασμένο ταμπελάκι του καινούριου ρούχου, από τα μούτρα μου. Το βλέμμα του έδειχνε προσπάθεια εισβολής στα ενδότερά μου. 
Να με καμακώνει ή να παλαβώνω πιστεύοντας πως από την μια μέρα στην άλλη, έγινα η μισότριβη γκόμενα της σπουδαίας περιωπής, που δεν της αντιστέκεται  άντρας;
Κατέβασα δύο αργές γουλιές νερού για ξεκάρφωμα. Έστρεψα το βλέμμα μου σε μια τυχαία κατεύθυνση.
Ο Βύρων βρισκόταν σε ένα κωλόσπιτο στον Σκίνο, σε μία παραθαλάσσια περιοχή για όσες δεν ξέρετε πίσω από τα Μέγαρα κοντά στην παραλία της Ψάθας, που αν βρισκόσαστε εκεί και είχατε την διάθεση για μία μεγαλύτερη βόλτα, θα παίρνατε τον δρόμο ίσια πέρα, και θα σας έβγαζε οφιειοδώς μέσα από δάση στο Λουτράκι, από την πάνω του μεριά, από εκείνη της Περαχώρας. 
Το ότι τώρα θα ήταν πεθαμένος και σε λίγες ημέρες θα βρομούσε, δεν μου χαλούσε καθόλου την διάθεση, απεναντίας χαιρόμουν τον κάθε του πόνο παίρνοντας μία εκδίκηση που από πολλές από εσάς θα χαρακτηριζόταν ακραία, απάνθρωπη, έξω από κάθε όριο λογικής, μια και δικαίως αυτή την στιγμή χαρακτηρίζομαι, φόνισσα. Δολοφόνισσα, για την μεγαλύτερη ακρίβεια. Δολοφόνισσα… Όμως δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει η υπόθεση άλλη τροπή, από την στιγμή που ανακάλυψα πως με είχε αφήσει ο προκομμένος γιος της Αρχοντίας εκτός παιχνιδιού! 
Καλά ακούσατε. Ο Βύρων κορίτσια έπαιξε σε δύο ταμπλό. Με χρησιμοποίησε σαν ‘’πλάτη’’ στα σχέδιά του, σαν κάλυψη, σαν το θύμα στην ενδεχόμενη αποκάλυψη των βαθύτερων σχεδίων του. Ο Βαλέρης μου είχε πει αν θυμάστε πως ο Βύρωνας με είχε προδώσει. Το θυμάστε. Ο Βαλέρης είχε δίκιο αλλά δεν μπορούσα να το παραδεχθώ μπροστά του γιατί θα επωμιζόμουν ένα πολύ κακό κίνητρο που θα μπορούσε βεβαίως να μην έχει καμία σημασία …αλλά όποια φυλάει τα ρούχα της στο τέλος κάτι μπορεί να περισώσει… 
Κατάλαβα λοιπόν το παιχνίδι του, από την στιγμή που βρήκα τον φάκελο σπίτι της. Το site που έφτιαχνε ο Βύρων ήταν η παραπλάνηση. Το σχέδιο ήταν να την κάνει να πιστέψει πως έκανε όνειρα μαζί της, πως ήταν διατεθειμένος λόγω ‘εύρους’ μυαλού, να ανεχτεί μια ελεύθερη σχέση μαζί της στηριγμένη στην αμοιβαία τους ειλικρίνεια.  Την Όλια την γνωρίζαμε και οι δύο. Η Όλια ήταν από τα κορίτσια που δεν έκανε για σπίτι. Δεν την κατηγορώ. Ήθελε να μοιράζεται κατά βούληση οριζοντίως και καθέτως με οτιδήποτε αντρικό κυκλοφορούσε. Κάποιες φορές στο παρελθόν δεν σας κρύβω πως είχα χαϊδευτεί στην ιδέα να αποπλανεί η μορφή της ακόμη και ζευγάρια… 
Χαμογελάω με τις σκέψεις μου και ο νεαρός από απέναντι παίρνει θάρρος. Νομίζει πως γελάω σε εκείνον, πως τον προκαλώ γιατί γουστάρω βιαστικές συνέχειες πιθανώς στους καμπινέδες μέσα. ‘’Έλεος αγόρι μου. Έλεος.’’ Αυτή η μανία των αγοριών να γουστάρουν τις πολύ μεγαλύτερες δεν μπορώ να την καταλάβω. Θα υποπτευόμουν πως όλο αυτό το πανηγύρι συμβαίνει για να αποδείξουν στον εαυτό τους την φρεσκάδα τους μέσα από την δική μας μπαγιατοσύνη, αποσπώντας τα εύσημα από τις παλαίμαχες του σωματικού έρωτα. 
Μάζεψα τις σκέψεις μου με κόπο.
Το σχέδιο το Βύρωνα ‘’τσάκισε’’ και λέγοντας ‘’τσάκισε’’, εννοώ πως απέτυχε κτυπώντας στην ζήλια μου επάνω και στο πάθος μου για την Όλια. Δεν υπήρχε κανένας τόσο σοβαρός λόγος να πάω στο σπίτι της ούτε την πρώτη αλλά ούτε και την δεύτερη φορά αν εξαιρούσε κανείς την τεράστια ανασφάλειά μου. Φοβόμουν το ενδεχόμενο εκείνο που είχε λίγες πιθανότητες να συμβεί και που στο τέλος συνέβη. Τον έρωτα του Βύρωνα προς την Όλια εννοώ. Φοβόμουν τον τέντζερη και το καπάκι του. Του το είχα πει πριν ξεκινήσει να σκαρώνει σχέδια. ‘’Αν παίξει έρωτας με την Όλια, Βύρωνα θα σε σκοτώσω. Αν με στήσεις στην γωνία να περιμένω την ώρα που εσύ ρουφάς τις γλύκες της θα σου πάψω την συνήθεια των αναπνοών.’’ 
Ο Βύρων είχε γελάσει με την εφευρετικότητα της πρότασής μου περί παύσης των αναπνοών του και με είχε γαμήσει όμορφα, όμως εμένα το μυαλό μου σκάρωνε εφιάλτες που έσβηναν από τα λόγια του. ‘’Το χρήμα Μύριαμ, τσιμπάμε και φεύγουμε. Το στέλνουμε αλλού στο όνομα της μάνας μου και στο δικό σου.’’ Τέτοια μου έλεγε και μου αποσπούσε την προσοχή. Θα φύγουμε ταξίδι μακρινό… Θα πάμε εκεί... θα δούμε εκείνο.... θα… θα… θα… 
Μου είχε πει να τον ακούω με προσοχή. Το έκανα. ‘’Η εταιρία Μύριαμ είναι εντελώς απροστάτευτη. Ο λόγος που με φώναξαν είναι αυτός, να την ασφαλίσω. Υπάρχουν εκατομμύρια ευρώ σε επενδύσεις που εκκρεμούν και αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού μονάχα, για να πάνε εκεί που θέλω εγώ.’’ Με είχε ρώτησε αν καταλαβαίνω και συνέχισε… ‘’Από εσένα θέλω μόνο λίγο θέατρο. Τίποτα άλλο. Θέατρο, υπομονή και λίγη ανοχή σε μερικά αναγκαία παιχνίδια με την φίλη σου θα τα καταφέρεις;’’
Θα τα κατάφερνα…
Αναστενάζω και πίνω λίγο καφέ. Ο κόσμος πάει και έρχεται.
Ο Βύρων δεν θα έδινε ποτέ στην Όλια τύπους προγραμμάτων, προγράμματα ή κωδικούς. Δεν θα τα έδινε σε κανέναν. Θα προτιμούσε να τα πάρει μαζί του στον τάφο ή στην χειρότερη των περιπτώσεων να τα αφήσει σε εκείνον τον άνθρωπο που εμπιστευόταν απόλυτα. Η Όλια πιθανόν να του είχε ζητήσει αποδείξεις της αγάπης του ή έστω κάποια εξασφάλιση για να τον πιστέψει. Δεν μπορώ να το ξέρω αυτό. Το ότι βρέθηκαν όμως στα χέρια της κωδικοί, δεν μου αφήνει καμία αμφιβολία περί των σχεδίων τους. Θα μπορούσε αν ήθελε να της δώσει ένα δακτυλίδι αλλά όχι αυτά τα χαρτιά για φύλαγμα.
Ο νεαρός της καφετέριας με πλησίασε και μου συστήθηκε σαν Ιωάννης. Με ρώτησε τι με απασχολεί. Το έλεγε αυτό, γιατί έβλεπε λέει πως τα χείλια μου κουνιόταν σαν να παραμιλούσα. Τον ρώτησα με την σειρά μου αν ήταν κάποιο παιδί που είχε ξεφύγει από την προστασία της μητέρας του και αν δεν ήταν κάτι τέτοιο, τον πληροφόρησα πως αν γούσταρε κάποια θυελλώδη σχέση μαζί μου, θα έπρεπε να ξέρει πως το τεστ για τα αφροδίσια που είχα κάνει, μόλις είχε βγει ‘’θετικό’’ και πως αυτό ήταν το μόνο θετικό πράγμα στην ζωή μου και άρα καμάρωνα πάρα πολύ που το τραγουδούσα ενώ έπινα εσπρέσο απέναντι του. Με πέρασε και αυτός με την σειρά του, για κάποια γυναίκα με σαλεμένη λογική και οπισθοχώρησε χαμογελώντας, με τα χέρια σε κατευναστική ετοιμότητα, σαν κάποιον ετοιμοπόλεμο παλαιστή της ελληνορωμαϊκής.
Του κωδικούς που πήρα από το σπίτι της Όλιας όπως ήταν φυσικό τους κράτησα. Τους φωτοτύπησα, έκοψα τις σελίδες τους στα δύο και τις μοίρασα σε τέσσερα μέρη, ώστε να μην υπήρχε περίπτωση να ανακαλυφθούν όλες μαζί παίρνοντας τα μέτρα μου. Έπρεπε να είχα αντίγραφα δια πάν ενδεχόμενο. 
Θα αναρωτηθείτε ασφαλώς γιατί ενέδωσα στον έρωτα του Βαλέρη. Λογικά δεν θα έπρεπε να το κάνω από την στιγμή που όλα όσα έγιναν, ήταν κανονισμένα να γίνουν. Και αυτό περιελάμβανε και το γνωστό πήδημα, το οποίο έπρεπε να γίνει σωστά, ώστε να παραπέμπει σε έρωτα. Σωστά τα σκέφθεσθε, και ορθά παραξενεύεστε για την οργίλη αντίδρασή μου, αλλά υπάρχει εκείνο το αδιόρατο κάτι που με έκανε να πιστέψω πως παιζόταν κάτι πολύ περισσότερο από το θέατρο που ήταν κανονισμένο και αυτό αποδείχθηκε στα μάτια μου από το βλέμμα και των δυό τους στις φωτογραφίες και από την κουβέντα της Όλιας. ‘’Ο Βύρων σου κρύβεται γλυκιά μου’’ πού το ήξερε πως ο Βύρων κρυβόταν; Από τι θα μπορούσε να μου κρύβεται; Η σχέση τους είχε φανερωθεί, άρα ποιο ήταν το άλλο που μου έκρυβε; 
Θα μπορούσε ίσως να υποθέσει συνειρμικά πως ασφαλώς και κάτι άλλο θα μου έκρυβε ο άντρας μου αλλά εγώ νομίζω πως εννοούσε αυτό, που και εγώ καταλάβαινα, γιατί το σωστό θα ήταν αν όντως δεν γνώριζε η Όλια, να έλεγε πως ο Βύρων μου το είχε σκάσει ή πως ο Βύρων είχε εξαφανισθεί για να αποφύγει την κακομοιριά μου ή κάτι άλλο επίσης αόριστο… Όχι πως κρυβόταν!
Εκείνος δεν το έλεγε ούτε σε εμένα -το ότι κρυβόταν- και θα το κρατούσε κρυφό ακόμη και από τον εαυτό του το ίδιο και το είπε σε εκείνη;  
‘’Αϊ στα γαμήδια Βύρωνα!  Αϊ στα γαμήδια. Με πρόδωσες…’’ 
Η Όλια θα μπορούσε να έλεγε ψέματα. Θα μπορούσε να έλεγε ακόμη κι αλήθεια.  Χρειάστηκε λοιπόν να καταπατήσω -για να μπορέσω να καταλάβω- τον υπέρτατο κανόνα που μου είχε θέσει ο Βύρωνας. Την αποφυγή της κατ’ ιδίαν συνάντησης μαζί του. Θεωρούσε σχεδόν βέβαιο πως από την στιγμή που γίνει γνωστή η υπεξαίρεση των χρημάτων, πως θα μας παρακολουθούσαν όλους. Θα έπρεπε να περιμένω λοιπόν, εγώ μήνυμά του… Όμως τα χρήματα είχαν κλαπεί, είχαν αλλάξει χέρια, η υπόθεση έδειχνε να ολοκληρώνεται και ο Βύρων δεν έδινε σημεία ζωής. Περίμενα μία ημέρα ακόμη, μεσολάβησε η συζήτηση με την Όλια και πλέον δεν είχα την δύναμη να περιμένω ώστε να δω να επαληθεύεται η τεράστια προσωπική εξαπάτηση που υποπτευόμουν μπροστά στα μούτρα μου.
Πήρα το αμάξι μου και άλλαξα δέκα φορές –που λέει ο λόγος- κατευθύνσεις. Οδήγησα μέχρι και ανάποδα στο ‘’ρεύμα’’ και έφαγα και τις μούντζες που μου ταίριαζαν από κάθε άριστο άντρα οδηγό. Σιγουρεύτηκα πως δεν με ακολουθούσε κανείς και έφτασα με τον φόβο, πως θα υπήρχε μεγάλη περίπτωση ο Βύρων να είχε αλλάξει κρησφύγετο, υπαρκτό. 
Κτυπούσα για ώρα και πόρτες και παράθυρα. Έγδαρα τα πόδια μου στα πουρνάρια καθώς το στόμα μου λερωνόταν από βρισιές που συνήθως εύρισκαν θέση σε στόματα αντρών.
Τελικά ο Βύρων άνοιξε την πόρτα. Αρχικά τον λυπήθηκα. Ζούσε σε ένα χώρο που βρομούσε κλεισούρα, παραίτηση, ανάγκη και υποψία. Μέσα στην σκοτεινιά με τον υπολογιστή του ανοικτό και ένα σωρό σκουπιδοσακούλες σκορπισμένες παντού, εξακολουθούσε να περνάει τις μέρες του στο περιθώριο. Τα σαχλά έπιπλα περισσότερο κούραζαν με την παρουσία τους, παρά εξυπηρετούσαν. Όμως μέσα σε όλα αυτά, κάτι δεν μου ταίριαζε καθώς στεκόμουν απέναντί του. Πάλεψα να το καταλάβω…
Δεν είμαστε με τον Βύρωνα το ζευγάρι που συνεχοχεί. Δεν είμαστε οι συνεργάτες που ανησυχούσαν ο ένας για τον άλλον. Ήμασταν δυό καχύποπτοι άνθρωποι που καιροφυλακτούσαν μετρώντας ο ένας τον άλλον φέρνοντας νοητές βόλτες γύρω από τα σώματά τους. Η αγκαλιά μας ήταν περίεργη. Ακόμη όμως κάτι μου ξέφευγε. Κάτι που δεν μπορούσα να νοιώσω…
«Έκανες μεγάλο λάθος να έρθεις εδώ.» Ούτε μου έλειψες, ούτε σε αγαπώ, ούτε τα καταφέραμε. Τίποτα. Η φωνή του δεν είχε την επίπληξη, είχε την οπισθοδρόμηση της δικαιολογίας, την πισινή που λέμε. Του είπα πως κάτι δεν πήγαινε καλά και ήθελα να τον δω για να ησυχάσω. Του είπα ακόμη πως τρελάθηκα από την αγωνία μου όταν η αστυνομία μίλησε για κάποιο πτώμα και τον άκουσα να γελάει. Θέλησα να τον κτυπήσω στα αλήθεια και θα το έκανα αν πίστευα πως με αγαπούσε ή τουλάχιστον πως δε με κορόιδευε. Όμως τα μάτια μου είχαν πέσει σε ένα κλειστό σακίδιο κάτω από το κρεβάτι. Κανένας άνθρωπος στην κατάσταση του Βύρωνα δεν θα είχε κλειστό σακίδιο. Θα το είχε ανοιχτό σαν ξεκοιλιασμένο από λιοντάρι, ελάφι. Η τάξη δεν ταίριαζε με όλα τα υπόλοιπα, εκτός και αν εγκυμονούσε φευγιό. Μάλιστα. Ο Βύρων την κοπανούσε. Το κατάλαβα όταν άνοιξα το ψυγείο του και το βρήκα αδειανό. 
«Πόσες μέρες έχεις να φας Βύρωνα;»
«Σήμερα μου τελείωσαν οι προμήθειες.»
«Και που θα πήγαινες να ψωνίσεις; Το χωριό απέχει μια ώρα με τα πόδια»
«Θα έμενα μια μέρα νηστικός και την επόμενη θα έφευγα, θα ερχόμουν να σε βρω. Τελειώσαμε την δουλειά Μύριαμ. Τελειώσαμε. Είμαστε έτοιμοι να απολαύσουμε τα κερδισμένα μας.» Γέλασε με τα χέρια ανοιχτά σαν κομφερασιέ σε σόου αναζήτησης ταλέντων.
Δεν τον πίστεψα.
«Θα ερχόταν η Όλια να σου φέρει φαγιά! Αλήθεια, νομίζεις πως δεν την υποπτεύεται κανείς;» του επιτέθηκα.
Είχα συνηθίσει πια να με λένε τρελή για αυτό και δεν έδωσα συνέχεια στην συζήτηση. Τον διέταξα να τα μαζέψει να φύγουμε, φωνάζοντας. Δεν υπήρχε λόγος να περιμένει και να ζει σαν κάποιος ζητιάνος σε αυτή την σκοτεινή τρώγλη. Το παιχνίδι είχε τελειώσει. Τα λεφτά είχαν αλλάξει χέρια αυτό γινόταν σαφές από την κινητοποίηση της αστυνομίας. 
Αρνήθηκε να φύγει αλλάζοντας θέμα. Καμία κουβέντα για τα λεφτά. Ήθελε λέει να περιμένει λίγο ακόμη. Ήμουν σίγουρη πως ήθελε να περιμένει την Όλια, αλλά κάτι τέτοιο όπως ήταν φυσικό δεν θα μπορούσα να το αποδείξω εκτός και αν φεύγοντας από εκεί, την έστηνα με τις ώρες κρυμμένη κάπου να την δω έρχεται. Χρόνο όμως δεν είχα. Η μάνα του θα ερχόταν σπίτι την χειρότερη ώρα. Την ώρα που ήθελα να ξεδιαλύνω την κατάσταση. Τον κοίταξα σοβαρή.
«Βύρωνα θέλω μια απόδειξη από εσένα πως δε έχει αλλάξει τίποτα μεταξύ μας. Πως δεν με έχεις πουλήσει για την φίλη μου». Ήμουν ξεκάθαρη απέναντί του. Πιστέψτε με, πως ειλικρινά ήθελα να κάνω λάθος στις εκτιμήσεις μου, όσο τίποτα άλλο στην ζωή μου. 
«Έχεις τους κωδικούς των λογαριασμών στα χέρια σου, αυτό δεν αρκεί;»
Του είπα πως ‘’ναι αγάπη μου πως αυτό και μόνον αρκεί’’. 
Έδειξα μουτρωμένη να ξανανιώνω. Τον αγκάλιασα και πάλι. Μύριζε σαπούνι. 
Να, τι άλλο δεν μου ταίριαζε από την αρχή! 
Η όψη του και το μέρος που ζούσε δεν ταίριαζαν με την καθαριότητά του. Δεν ταίριαζαν που να πάρει… Κάτι μου έκρυβε. Κάπου γαμιόταν μαζί της.
Του έκανα καφέ προσποιούμενη την νοικοκυρά. Δεν τον λυπόμουν γιατί δεν είχα τον χρόνο να το κάνω. Κάποιες αποφάσεις πρέπει να παίρνονται άμεσα αλλιώς κινδυνεύουν να μην παρθούν ποτέ.
Κάθισε απέναντί μου και ήπιε το πρώτο φλιτζάνι μονορούφι όπως το έκανε πάντοτε. Το δεύτερο θα μπορούσε να το πίνει κατόπιν με τις ώρες.
«Ετοιμαζόσουν για πουθενά;» τον ρώτησα χωρίς μυαλό.
«Μα σου είπα, αύριο θα ερχόμουν να σε πάρω…»
«Και η αστυνομία; Πώς θα την απέφευγες;»
«Θα σε έπαιρνα τηλέφωνο από πριν, από κάποιο θάλαμο.»
«Και τόσες ημέρες γιατί δεν πήρες; Γιατί με άφησες να περιμένω;»
Καθόμουν απέναντί του με τα χέρια μέχρι τους αγκώνες μου επάνω στο ρυπαρό μουσαμά του τραπεζιού του. Εκείνος είχε ακόμη την υπεροψία του χαρακτήρα του. Την άνετη ματιά του μεγάλου γαμιά της γειτονιάς και των γύρω περιοχών. Με κοιτούσε ανέκφραστος σαν μπερδεμένος.
«Μα καλά ρε Βύρωνα, είχες την εντύπωση πως υπήρχε ποτέ περίπτωση να με κάνεις να πιστέψω πως το πτώμα του ανθρώπου που σκότωσες ότι θα ήταν το δικό σου; Έλεος. Τόσο πολύ με υποτιμάς;»
Χαμογελούσε…
«Ααα, τώρα κατάλαβα. Δεν σε ένοιαζε να το χάψουμε δια παντός, λίγες ημέρες ήθελες να κερδίσεις. Ναι, λίγες ημέρες σου έφταναν… Ωραίο το καφεδάκι σου;» Έκανα μία παύση παρακαλώντας τον Θεό να είχα δίκιο στις σκέψεις μου και επανήλθα γέρνοντας ελαφρά μπροστά.
«Να σε ρωτήσω μωρέ Βύρωνα, εσύ πώς μάθαινες για την πορεία των ερευνών; Θέλω να πω ποια θα σε ενημέρωνε; Τι σε ρωτάω…» κούνησα το κεφάλι μου χωρίς καμία λύπη πλέον. «Η Όλια» συμπέρανα μεγαλόφωνα.
Όταν ο Βύρων με κοίταξε απορημένος, δεν πήρα τα μάτια μου από επάνω του. Η ματιά του είχε την απέραντη έκπληξη. Την δικαιολογημένη απέραντη έκπληξη. Τον πονούσε η κοιλιά του αυτό ήταν σαφές γιατί άνοιξε το στόμα του και τα μάτια του. Η μορφή του ήδη γινόταν περισσότερο ασκητική καθώς μάκραινε και πολύ πιο ανοιχτή σε κάθε είδους βοήθεια από όπου και αν αυτή ήθελε προέλθει. Ξαφνικά όλα τα τρέχοντα προβλήματα γινόταν ασήμαντα, αδιάφορα και μικρά. Προσπαθούσε να μιλήσει αλλά το έκανε μέσα από τους μορφασμούς και τους σπασμούς των κοιλιακών του μυών καθώς το δηλητήριο πότιζε κάθε μέρος το σώματός του προκαλώντας τις βλάβες εκείνες που κανένας δεν θα ήθελε για το σώμα του. 
«Με τελείωσες…»
Του έγνεψα καταφατικά. Δεν του μίλησα σεβόμενη τον κάθε του πόνο.
«Δεν… θα πάρεις…   δεκάρα….. βλαμμένη… πουτάνα… » το τελευταίο ‘’α’’ της λέξης πουτάνα ίσια που ακούστηκε. Τα μάτια του είχαν γίνει δύο γραμμές και στο στόμα του παρέμενε σχηματισμένο ένα χαμόγελο γεμάτο σκληράδα που άφηνε τα δόντια του να δείχνουν τη λευκάδα τους και τα ούλα του την ερυθροσύνη τους. Ανάσαινε βαριά όταν έπεσε από την καρέκλα. Πόναγε πια πολύ και είχε αρχίσει να φωνάζει λέξεις που είχαν να κάνουν με διαόλους με Θεούς με πόρνες με αναθέματα, και πάλι από την αρχή.
«Με γέλασες Βύρωνα. Με γέλασες.»
Μπορεί και να απαξίωσε να απαντήσει μπορεί και να μην μπορούσε ή να μην ήθελε να ξοδέψει δυνάμεις σε μία απάντηση που θα είχε νόημα σε μια ιστορία που δεν θα την διάβαζε κανένας.
«Πονάω γαμώτο σου!»
Αυτή του η δήλωση μάλιστα! Αυτή είχε κάποιο νόημα, αλλά εγώ τι θα μπορούσα να του κάνω; Εγώ δεν είχα το θάρρος να του δώσω μια μαχαιριά να τον τελειώσω μια ώρα γρηγορότερα, αφήστε που θα μπορούσε να μην πετύχαινα και το σωστό σημείο και να τον έκανα να πονάει ακόμη περισσότερο. Όχι καλύτερα έτσι. Το δηλητήριο θα δρούσε αργά αλλά στο τέλος θα την έκανε την δουλειά του.
«Θα τελειώσει Βύρωνα. Θα τελειώσει δεν μπορεί να κρατήσει πολύ, Σου έβαλα τριπλή δόση διάολε. Μα καλά κι εσύ δεν κατάλαβες τίποτα από γεύση; Τόσο χάνος;»
Με έστειλε στο διάολο και μετά μου είπε να πάω να γαμηθώ. Και οι δύο του οι παραινέσεις είχαν βάση, αλλά όχι σωστή σειρά, εκτός και αν στο διάολο γινόταν οι παρτούζες που είχε κατά νου να κάνει με την Όλια.
Τον λυπήθηκα λιγάκι γιατί όπως έφερνε τα γόνατα στο πιγούνι και συστρεφόταν μια δεξιά και μια αριστερά σπρώχνοντας την καρέκλα που πριν από λίγο καθόταν, δεν έμοιαζε καθόλου με τον αγέρωχο εκείνο άνθρωπο που θα χειριζόταν με άνεση τα προβλήματα των υπολογιστών της κάθε εταιρίας, ούτε και τα αιδοία των γυναικών που θα τύχαινε να πέσουν στα χέρια του. Σίγουρα τώρα που του έφευγαν ένα σωρό πορδές εξ΄ αιτίας των σπασμωδικών διεργασιών του στομάχου του, δεν είχε την γοητεία εκείνου του ‘’μπον βιβέρ’’ που καταφέρνει την κάθε γυναίκα, στα όρθια, στα πλάγια και στα ξαπλωτά. 
Ειλικρινά αν με ρωτήσετε τώρα που είμαι περισσότερο νηφάλια πως κατάφερνα και έβλεπα τον άνθρωπο που πριν από λίγες ημέρες υπολόγιζα πως θα πέρναγα την ζωή μου στο πλάι του, να πεθάνει, ιστάμενη απαθής δίπλα του να κοιτάω όπως θα κοιτούσα σε μία ταινία να ξοφλάει ο ‘’κακός’’ τους λογαριασμούς του με την ζωή, δεν ξέρω να σας απαντήσω. Μπορεί ο άνθρωπος να σαλεύει για λίγο από τα λογικά του. Να πηγαίνει λίγο δεξιότερα από το κέντρο της ορθής κρίσης του. Μπορεί και το μέγεθος της κοροϊδίας που έχει υποστεί, να τον κάνει να κοιτά αλλιώς, εκείνα που θα έπρεπε να βλέπει αλλιώτικα, έξω από τα σύνορα της απότομης οργής του. Η κάθε γυναίκα, ο κάθε άνθρωπος έχει τον τρόπο της, τον τρόπο του κι εγώ τον δικό μου. Ξαφνικά ένοιωθα ψηλή και άτρωτη. Αποστασιωμένη. Χαρούμενη όχι. Δυνατή ναι, όπως επίσης και σκληρή και άδεια. Πέτρινη.
Ο Βύρων βογκούσε και μέσα από τα βογκητά του ξεχώρισα και έναν λυγμό, που σίγουρα θα έκρυβε πίσω από τον ήχο του, μετάνοια. Έτσι ήλπιζα τουλάχιστον, αν και τώρα πια δεν θα είχε καμία σημασία. 
Κοίταξα το ρολόι μου. Παναγιά μου είχα αργήσει. 
Ο Βύρων πέθαινε και εγώ ανησυχούσα μήπως και η μάνα του η Αρχοντία με περίμενε έξω από σπίτι και ανησυχούσε! Πώς γίνεται ο άνθρωπος! Πώς του στρίβουν οι προτεραιότητες! Υπολόγισα γρήγορα την ώρα που θα έφτανε το υπεραστικό στο σταθμό από το Μεσολόγγι, την ώρα για το ταξί της και την διαδρομή. Είχα το  πολύ μίση ώρα, έπρεπε να βιαστώ.
Τον άφησα κατάχαμα και άρχισα να ψάχνω το σπίτι αναζητώντας τα χαρτιά με τα ονόματα των τραπεζών και τους κωδικούς. Ο Βύρων δεν υπήρχε περίπτωση να μην τους έχει αλλάξει. Τους βρήκα μετά από λίγο μέσα στο σακίδιό του. Τους πήρα και τους κούνησα μπροστά από τα μάτια του. Ήταν η τελευταία μου κακία στο πρόσωπό του. Σκούπισα προσεκτικά όλα τα αντικείμενα που είχα πιάσει και έφυγα ελπίζοντας να μην είχα αφήσει κανένα ίχνος.
Ο Βύρων, πριν κλείσω την πόρτα, ζούσε τις τελευταίες του στιγμές μέσα στην αγωνία του άγνωστου. Περνούσε ίσως τους βαρύτερους πόνους του, καθώς έρρεε από το στόμα του το είδος μιας πράσινης έμμεσης μπερδεμένης με υποκόκκινες βλέννες, που όμοιες δεν είδα ματαδεί στην ζωή μου. Στις άκρες τους τα εκκρίματα άφριζαν. Η ματιά του δεν ήταν στραμμένη επάνω μου, αλλά σε κάποιο σημείο του δωματίου, που αποκτούσε ξαφνικά μεγάλο ενδιαφέρον για εκείνον. Φαίνεται πως γενικώς έτσι θα συνέβαινε με τους ανθρώπους που πρόκειται να πεθάνουν. Εστιάζουν όλη τους την προσοχή σε λεπτομέρειες που ποτέ τους δεν είχαν προσέξει. Σε μία ρωγμή ας πούμε του πατώματος ή σε μια κακοτεχνία του πίσω αριστερού ποδιού μιας φθηνής καρέκλας. Μπορεί ακόμη και να φιλιώνουν με τις άσχετες λεπτομέρειες, μία φιλία, γεμάτη υποχρέωση εξ’ αιτίας κάποιας ιδέας που δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσουν πλήρως.  Δεν τον χαιρέτησα, δεν του μίλησα καν…
Είχα παρκάρει μερικά λεπτά μακρύτερα. Το εξοχικό σπίτι του φίλου του που μας είχε φιλοξενήσει δυό καλοκαίρια και που κρυβόταν ο Βύρων ήταν κάμποσο έξω από το χωριό, παράνομο, βαλμένο μέσα στο δάσος. Δεν υπήρχε περίπτωση να δει κανείς το αυτοκίνητό μου αλλά εγώ θέλησα να είμαι σίγουρη και το είχα κρύψει μέσα σε κάποιο μικρό χωμάτινο δασικό δρόμο πέρα από την άσφαλτο.
Ξεκίνησα βιαστικά…

Ο νεαρός εικοσιπεντάρης συνέχιζε να ελπίζει. Στα αεροδρόμια φαίνεται πως τα γρήγορα ‘’πηδήματα’’ έχουν τις τιμητικές τους ακόμα και με γυναίκες που κουβαλούν επάνω τους όλα τα νοσήματα της υφηλίου. Εγώ βεβαίως ήμουν καθαρή αλλά ο πιτσιρικάς δεν το ήξερε και συνέχιζε να επιμένει. Ήταν προφανές πως ή κρατούσε προφυλακτικά ή ήταν εντελώς ηλίθιος.
«Σας έφερα δεύτερο καφέ. Τον πρώτο τον ήπιατε μονορούφι.»
Τον κοίταξα εξεταστικά και τον ρώτησα με ειλικρίνεια τι είδους μάνα ήταν εκείνη που φώναζε το αγόρι της Ιωάννη, αντί για Γιάννη. Κατόπιν ζήτησα να μάθω στα πολύ σοβαρά από τον ίδιο, μήπως και ήταν κάποια αδελφή από εκείνες τις κρυφές με κουλτούρα ερμαφρόδιτη και δαντελένια κιλοτάκια που αρέσκετο στα καμάκια των αεροδρομίων για ξεκάρφωμα. Τίποτα από όλα αυτά. Του άρεσε το όνομά του και ήταν επιλογή του ιδίου, επίσης, δεν ήταν καμία αδελφή, με κανενός είδους κουλτούρα, αλλά ένας απλός νεαρός που δοκίμαζε τις ικανότητές του στο καμάκι των μεγαλούτσικων  γυναικών. 
Τον ευχαρίστησα  για τον καφέ και του είπα πως μόλις είχα γαμηθεί από κάποιον πολύ μεγαλύτερο του. Του εξομολογήθηκα επίσης πως είχα τσουξίματα στο αιδοίο και καθόλου διάθεση για κόλπα με το οργισμένο του πέος. Του πρότεινα μάλιστα σαν λύση χαμογελαστά, μια μαλακία στα γρήγορα στους εξαιρετικούς μαρμάρινους καμπινέδες του αεροδρομίου, παρέα με την ερεθιστική ευχή μου. 
«Προς τα εκεί είναι» του έδειξα. Γέλασε και επέστρεψε στην θέση του.

Σκέφθηκα τον Βαλέρη. Μου ήρθε να σκάσω στα γέλια. Η Αρχόντω θα σηκωνόταν σίγουρα νωρίτερα από εκείνον και θα τον εύρισκε με το πουλί στον ‘’άνεμο’’. Αν δεν λιποθυμούσε θα φώναζε και από τις φωνές της θα ξυπνούσε τον Βαλέρη, που θα άνοιγε τα μάτια του και θα ένοιωθε τον κόσμο να γυρίζει. Θα ήθελα να ήμουν από κάπου την έβλεπα την φάση. Θα ήθελα να άκουγα την Αρχόντω να τον βομβαρδίσει με απορίες και πορδές. Σιγά μην ντρεπόταν κάποιον που τον εύρισκε ξεγυμνωμένο να κοιμάται στο σαλόνι της νύφης της που ενδεχομένως να είχε πηδήξει. Μεταξύ μας δεν υπήρχε περίπτωση να έκανα κακό στον Βαλέρη. Τα ψέματα που μου είχε αραδιάσει του τα είχα συγχωρήσει όλα, γιατί πίστευα πως μέσα από όλα αυτά, κάπου του άρεσε να είναι μαζί μου. Όσο μπορούσε δηλαδή. Όσο μπορούσε… 
Μου έμενε λίγη ώρα ακόμη.
Έβγαλα τα χαρτιά που είχα πάρει από το σακίδιο του Βύρωνα ελπίζοντας να είναι τα σωστά. Με όλα αυτά δεν είχα προλάβει να ελέγξω ενδελεχώς. Όπως καταλαβαίνετε δεν υπήρχε σε οποιαδήποτε περίπτωση η πολυτέλεια της υπαναχώρησης. Τα άπλωσα όλα επάνω στο μικρό στρογγυλό τραπεζάκι και είδα τα ονόματα δύο τραπεζών κωδικούς και ονόματα και ένα ακόμη φάκελο διπλωμένο σε ένα χαρτί που δεν είχα προσέξει. Τον άνοιξα με προσοχή. Με την ψυχή στο στόμα που λένε. Κοίταξα… και ξανακοίταξα… Πάλεψα να ερμηνεύσω όμως δεν υπήρχε λάθος.
Σάλεψα.
Αυτό το πράγμα δεν το θέλει ούτε Θεός αλλά ούτε και άνθρωπος. Δεν ξεφώνισα. Κρατήθηκα και σκέφθηκα τον Βαλέρη. Σχεδόν βούρκωσα.
Τα χαρτιά που βρήκα μέσα στον φάκελο που μου είχε διαφύγει, έδειχναν λογαριασμούς άλλους στο όνομα του Βύρωνα με το δικό μου! Τρελάθηκα. Πίσω τους, ανάμεσά από τα διάφορα τυπωμένα χαρτιά δηλαδή, υπήρχαν εισιτήρια με ημερομηνία για την επόμενη εβδομάδα. Μπουένος Άιρες.
Όχι, Θεέ μου. Όχι που να πάρει η ευχή. Εισιτήρια με το όνομα στο δικό μου και του Βύρωνα!
«Σας πειράζει να καθίσω στο πλάι σας» ο γνωστός νεαρός χαμογελούσε.
Στρίγκλισα και του χίμηξα. 
Προσπάθησα να του γδάρω το πρόσωπο και να του βγάλω τα μάτια. Στην προσπάθειά μου πέταξα κάτω το τραπεζάκι και έχυσα τον κερασμένο του καφέ στο πάτωμα. Ο Ιωάννης πισωπάτησε και έπεσε επάνω σε μία κοπέλα η οποία με τη σειρά της έχασε την ισορροπία της και ξάπλωσε μαζί του στο πάτωμα. Εγώ γλιστρώντας έπεσα επάνω στο ριγμένο τραπεζάκι μου χωρίς μυαλό, ουρλιάζοντας πως εγώ δεν είμαι καμία από εκείνες που πηδιόταν εύκολα με κάποιον στους καμπινέδες του αεροδρομίου. Εγώ ήμουν μια κυρία που είχε σκοτώσει τον άντρα της χωρίς λόγο, μια ηλίθια που μέσα από τις άρρωστες ζήλιες της είχε καταστρέψει για πάντα την ζωή της. Για πάντα…
Ένας άντρας με στολή με συμμάζεψε. Με κοίταξε με ένα είδος κατανόησης και με ρώτησε κάτι που δεν κατάλαβα. Έπειτα βλέποντας το εισιτήριο μου, μου είπε πως αν ήθελα να μην χάσω την πτήση μου πως θα έπρεπε να βιαστώ. Του απάντησα κουνώντας το κεφάλι μου καταφατικά, πως ήμουν εντάξει και ζήτησα  μια συγνώμη που απευθυνόταν προς όλους. Κούνησα για άλλη μία φορά καταφατικά το κεφάλι μου στον Ιωάννη που με κοιτούσε έντρομος, καθησυχάζοντάς με τον τρόπο του, πως αυτό που με είχε πιάσει, ήταν μια διόλου ανησυχητική τρέλα και πως ακόμη θα μπορούσε ο ίδιος να έκανε λάθος και να ήταν τελικά μια κραγμένη αδελφάρα που δεν μπορούσε πλέον να ελπίζει σε ένα πήδημα ή σε μια γρήγορη πίπα στα όρθια από την απελπισμένη μεσόκοπη. Οπότε μπορούσα να ηρεμήσω ακόμη περισσότερο.
Προχώρησα με μισά βήματα. Ήθελα να πεθάνω. Ήθελα να σβήσω τις ανάσες μου ουρλιάζοντας πως δεν είχα καμία πρόθεση να κάνω μια τέτοια μαλακία αλλά τώρα ποιος θα μπορούσε να με πιστέψει; Ποιος;
Έβγαλα το κινητό μου στην μέση του τεράστιου αεροδρομίου και τηλεφώνησα στον Βαλέρη. Του είπα πως θέλω να τον δω.
«Στο αεροδρόμιο είμαι αγόρι μου. Πάρε τον Τζανή και ελάτε. Για να με καταφέρετε θα χρειαστείτε και οι δύο.»
Το μυαλό του πήγε στο σεξουαλικό και κόμπασε -προφανώς συγχωρώντας με- πως το ναρκωτικό τον είχε κάνει περισσότερο άντρα. Δεν του απάντησα, μονάχα κάθισα κατάχαμα περιμένοντας την μοίρα μου να ολοκληρώσει το κύκλο της…
Ο Βύρων είχε πέσει θύμα των μαθημάτων της αληθοφάνειας και της τελειότητας που αρεσκόταν και μαζί του κι εγώ. Ήταν προφανές πως είχε σκοπό να ενοχοποιήσει την Όλια με κάποιο τρόπο που εγώ ελάχιστα υποπτευόμουν και που τώρα δεν είχε καμία απολύτως σημασία.…


                                                                            Τέλος

                                       ************************************************