Περί ύφους και λόγων

Η αλήθεια είναι πως πολλές φορές προβληματίστηκα σχετικά με το ύφος που έπρεπε να ακολουθήσω σε ένα έργο. Σε ένα μυθιστόρημα εν προκειμένω. Ποτέ δεν μου έλειψε η υπόθεση ή άλλως η ιδέα, καθώς πάντοτε είχα να επιλέξω σε δύο ή τρείς ταυτοχρόνως, η επιλογή του ύφους όμως της γραφής του κάθε ενός από αυτά ανέκαθεν με προβλημάτιζε. 
Όπως θα έχετε διαπιστώσει -όσοι έχετε διαβάσει κάποια μέρη των έργων μου- το ύφος και ο τρόπος γραφής σε κάθε ένα από αυτά είναι διαφορετικός και αυτό συμβαίνει διότι η πρόκληση για εμένα δεν είναι να συντάξω ένα έργο με μία υπόθεση, αλλά να καταφέρω να αποδώσω το κάθε επόμενο με ένα διαφορετικό τρόπο. Κάθε φορά. 
Για τον λόγο λοιπόν αυτό, σχεδόν έχω εγκαταλείψει τον παραδοσιακό τρόπο γραφής και έχω υιοθετήσει έναν περισσότερο δύστροπο, ενδεχομένως δυσκολότερο στην κατανόησή του, αλλά με σαφώς μεγαλύτερη ‘ειλικρίνεια’ στην σκληρή καθημερινή πραγματικότητα.
Οι ''ξερές'' εκφράσεις, οι πάρα πολλές φορές, αθυρόστομες, θεωρώ πως εντάσσονται ορθά, στα πλαίσια της λογοτεχνικής προσέγγισης του αντικειμένου που περιγράφει ή αναφέρεται, καθώς αποζητάται, η ‘έρημη’, -με την έννοια της αφτιασίδωτης - πραγματική ημερήσια έκφραση.
Οι ονειρώδεις περιγραφές των κοινωνικών υποθέσεων με εκείνο το πλήθος των άπλετων κοσμητικών επιθέτων και της ρομαντικής διάθεσης, παραλείπονται και την θέση τους καταλαμβάνει ο απλός λόγος, με επαναλήψεις, συντομεύσεις, λεκτικές παραφθορές, και  λόγια ...κακά.
Μεγάλοι είμαστε. Μια και τα λέμε, μπορούμε και να τα διαβάσουμε. Μπορούμε, αν όχι, οφείλουμε!
Τέλος οφείλω να εξηγήσω τον λόγο που πλέον οι βασικές υποθέσεις των τελευταίων έργων μου δεν αναφέρονται σε καταξιωμένα στάνταρ, σε αλήθειες αντικειμενικές και σε πρότυπα διαχρονικού χαρακτήρα (π.χ. για τον έρωτα, την αγάπη, τις αξίες της ζωής κ.τ.λ.) που απαντά κανείς σε ακεραίους χαρακτήρες, και αντ’ αυτών επιλέγω την παρέκκλιση αναζητώντας τις αλήθειες εκείνες των ατόμων του 'περιθωρίου'. Ο λόγος λοιπόν για τον οποίο γίνεται όλη αυτή η αποχή, είναι γιατί θεωρώ πως όλοι έχουν δικαίωμα στην δική τους αλήθεια που φαντάζει τόσο δίκαια όσο και η δική μας ακόμα και όταν δεν συμπίπτει με αυτή. Θα πρέπει ακόμα να λάβουμε υπ' όψιν μας πως και το αήθες έχει τους οπαδούς του και στις μέρες μας ουδείς με την ηλικία ημών είναι αθώος ή άμοιρος ευθυνών...
Όπως χρειάζεται λοιπόν η περιγραφή των χρηστών ηθών για τους προφανείς λόγους, ομοίως απαραίτητη είναι και η άλλη αλήθεια, εκείνη των μη χρηστών ιδεών και έξεων, ως απλή αναφορά προς γνώσιν ή ως παράδειγμα προς αποφυγήν. 

  Περί βωμολοχίας 

   Αισθανόμενος, όχι την ανάγκη της εύκολης δικαιολογίας περί ελευθερίας του λόγου ή περί του δικαιώματος της συγγραφικής αδείας, αλλά αυτής καθ’ εαυτής της ομολογίας της αιτίας εκείνης η οποία με υποχρεώνει στην χρήση της συγκεκριμένης φρασεολογίας, λέγω, πως η συνειδητή επιλογή αυτών των λέξεων-εκφράσεων (στο μυθιστόρημα αλλά και στα άρθρα τα οποία αναρτώ) επιβάλλεται από πάρα πολλούς λόγους.
   Στην βαθιά ουσία του κάθε πράγματος, τίποτα δεν είναι αναντικατάστατο πολλώ δε, όταν μιλούμε για εκφράσεις που καλούνται να ειπωθούν σε μία τόσο πλούσια γλώσσα όσο η δική μας, όμως, όταν η ψυχολογία (του συγγραφέα ή του ήρωα) αναλαμβάνει τον ρόλο τον πρωτεύοντα, διατάσσει.
   Όταν αναφερόμεθα σε μυθιστορηματική γραφή τότε ο συγγραφέας γίνεται ο ήρωας ή η ηρωίδα του. Γίνεται ο ηθοποιός του χαρακτήρα που επιλέγει ή που του επιβάλλεται(πάρα πολλές φορές), από την ροή της ιστορίας που ξεδιπλώνει και καλείται να σταθεί πιστός αν θέλει να έχει την πιθανότητα μιας επιτυχημένης προσπάθειας, στην σκέψη την καλή ή την λιγότερο καλή του ήρωα ή του αντιήρωα και συνεπώς στον ψυχισμό και στις εκφράσεις του που δεν θα μπορούσαν να είναι διάφορες αυτού.
   Η ηθική σπουδαιότητα του απόλυτου των λέξεων, περνάει σε δεύτερη μοίρα καθώς όλοι μας είμαστε γνώστες και των καλών και των κακών εκφράσεων και άρα, κανείς μη οπισθόβουλος, δεν ταράσσεται. Δηλώνω μετάνοια όμως και ζητώ την επιείκειά σας, για την αναφορά όλων των λέξεων και ακόμη και των εκφράσεων που εστάθησαν ατυχείς και λέγοντας ‘’ατυχείς’’ εννοώ όλες εκείνες που μου ξέφυγαν και  ‘’έπεσαν κρύες και εκτός’’ του χαρακτήρα των πρωταγωνιστών και της δεδομένης στιγμής του εξελισσόμενου ‘’δράματος’’ ή της –δεδομένης κάποιες φορές- φόρτισης του υπογράφοντος κατά την συγγραφήν κάποιου άρθρου.
   Πιστεύω, πως οι περισσότεροι θα συμφωνείτε πως αφ’ ής στιγμής εξωραΐζουμε τις εκφράσεις ‘’αλλωτεύουμε’’ και το προσδόκιμο του νοήματος, αλλά και τον χαρακτήρα του ήρωα.
   Ο αντίλογος σαφώς και υπάρχει: Ένας σωστός συγγραφέας, επιλέγει εκείνα που θέλει, άρτια χειριζόμενος την Ελληνική και ομολογεί εκείνα που θεωρεί πως πρέπει να ονομάσει, με τρόπο κόσμιο...
   Δεν αντιλέγω, ασφαλώς και μπορεί. Όμως, καθώς οι εποχές μας αλλάζουν και η εμφανής λογοκρυψία των περασμένων ετών παύει να υπάρχει, η ουσία οφείλει να απολαμβάνει της αυθορμησίας και να τέμνει κάθετα την αλήθεια και αλήθεια είναι η αλήθεια του κάθε υπογράφοντα, του κάθε ήρωα και της εκάστοτε ‘’πράξης’’. 
Μία εκδιδόμενη γυναίκα στο σινάφι της δεν λέγεται πόρνη, ούτε κοινή, ούτε ιέρεια του έρωτα, ούτε ακόμη και Λαϊδα. Λέγεται πουτάνα ή παστρικιά και έτσι ακριβώς θα πρέπει να ονομάζεται στον χώρο της μέσα, από τους ανθρώπους του σιναφιού της. Κάθε άλλη λέξη θα ήταν ατυχής και ''λίγο παραδίπλα''. Όταν ο ήρωας εκτρέπεται, μια και είναι ένας από εμάς τους ίδιους, θα θυμώσει ομοίως με εμάς και θα βρίσει το ίδιο άσχημα καταθέτοντας ψυχή, γιατί κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ο εαυτός μας ο ανάποδος, ο κακός, ο αδικημένος και εκείνος που εμείς δεν θέλουμε να φανερώσουμε. 
    Ας αφήσουμε λοιπόν τον πρωταγωνιστή να σηκώσει το βάρος το δικό μας και να μας δείξει εκείνο που, όχι δεν μπορούμε, αλλά εκείνο που δεν θέλουμε να δούμε μόνοι μας, δημοσία ή ακόμη και να φανερώσουμε επωνύμως στους άλλους. Και όλο αυτό γίνεται προς υμάς εκ του ασφαλούς, διότι ο εκάστοτε υπογράφων αναλαμβάνει εξ’ ολοκλήρου και την ευθύνη και χρεώνεται ή πιστώνεται αναλόγως…